Ανεπισημος Ιστοτοπος του Δημητρη Α. Ιωαννου

επειδή νομίζω οτι τα γράφει καλά !

Το χαμένο συμφωνητικό. (PSI και ασφαλιστικό)

Μία φανταστική ιστορία

Δημήτριος Αριστοτέλους

26 Απριλίου 2015

Σύνδεσμος δημοσίευσης

Ονομάζομαι Χ. Δημητρίου και είμαι ένας απλός βιοπαλαιστής. Θέλω να σας μιλήσω για κάτι λυπηρό που μου συνέβη πρόσφατα και με έχει αναγκάσει να ζω μεσα στη πίκρα. Προ ολίγου καιρού, λοιπόν, βρέθηκα στην ανάγκη να εκταμιεύσω μερικές δεκάδες εκατοντάδες χιλιάδες ευρώ για να αντιμετωπίσω και εγώ κάποιες βιοποριστικές μου ανάγκες. Δυστυχώς, όμως, ο τραπεζικός μου λογαριασμός δεν μπορούσε να με βοηθήσει διότι τύχαινε την περίοδο εκείνη να έχει μηδενικό υπόλοιπο. Αυτό με ανάγκασε να στραφώ προς τον κατά τεκμήριο εύπορο -καθ’ ότι βιομήχανος- κ. Δ. Γιαννακόπουλο ζητώντας του τη σχετική διευκόλυνση. Ο κ. Γιαννακόπουλος προθυμοποήθηκε ευχαρίστως να με εξυπηρετήσει και μου διέθεσε, εν είδει δανείου, το ποσόν των μερικών δεκάδων εκατοντάδων χιλιάδων ευρώ που μου ήταν απαραίτητο για να εξασφαλίσω τον επιούσιο. Η συμφωνία μας ήταν πως δεν θα κατεβάλλοντο χρεωλύσια αλλά στο τέλος μίας δεκαετούς περιόδου όφειλα να επιστρέψω, σε μία και μοναδική δόση, το αρχικώς δανεισθέν ποσόν. Η καταβολή των τόκων του δανείου, ύψους, άς πούμε, 5.000 ευρώ μηνιαίως, θα γινόταν κάθε πρώτη του μηνός. Επιτόκιο εξυπηρετήσεως του δανείου, για να μη μας πούνε και τοκογλύφους, ορίσθηκε να είναι το εκάστοτε Euribor μείον πέντε μονάδες βάσεως. Για να είναι μάλιστα κατοχυρωμένος ο κ. Γιαννακόπουλος, συνυπογράψαμε ένα σχετικό συμφωνητικό που περιέγραφε λεπτομερώς τους όρους της συμφωνίας μας, σε δύο αντίτυπα, και ο καθένας μας κράτησε από ένα. Κάθε πρώτη του μηνός, με την επίδειξη του συμφωνητικού εκ μέρους του κ. Γιαννακόπουλου, εγώ θα κατέβαλλα τον συμφωνημένο τόκο.

Δυστυχώς, όμως! Λίγο καιρό μετά την ολοκλήρωση της συμφωνίας μας, ο κ. Γιαννακόπουλος, ο οποίος ως γνωστόν είναι ιδιαίτερα ηδυπαθύς και εξαιρετικά επιρρεπής στον έκλυτο βίο, σε μία βραδιά αισθησιακής έξαρσης και σαρκικών απολαύσεων, έχασε ή κατέστρεψε το δικό του αντίτυπο του συμφωνητικού. Το κατάπιε και το έφαγε, το έκαψε μαζί με 500ευρα για να ανάψει το πούρο του, το έριξε να το φάνε τα πιράνχας του ενυδρείου του, το έβαλε στον στηθόδεσμο καμμίας
Read the rest of this entry »

Ο τάφος του Ινδού μαχαραγιά

Δημήτρης Ιωάννου

13 Απριλίου 2015

Σύνδεσμος δημοσίευσης

Όλοι θυμούνται την Αούντα, την Ινδή χήρα πριγκίπισσα στο κλασικό μυθιστόρημα του Ιουλίου Βερν «Ο γύρος του κόσμου σε 80 ημέρες». Η Αούντα, έχοντας την κακή τύχη να είναι σύζυγος Ινδού μαχαραγιά που μόλις είχε αποδημήσει, επρόκειτο να καεί ζωντανή στην πυρά, σύμφωνα με τα τοπικά ήθη και έθιμα, για να τον ακολουθήσει στον τάφο του ώστε ο Ινδός άνακτας να μην αισθάνεται μοναξιά στο επέκεινα. Ευτυχώς όμως, ο δαιμόνιος Πασπαρτού, ο πιστός υπηρέτης του πρωταγωνιστή του μυθιστορήματος, της σώζει την ζωή και η εξωτική καλλονή ακολουθεί τους δύο ήρωες στο πολιτισμένο, κοσμοπολίτικο Λονδίνο όπου η ευτυχία της θα ολοκληρωθεί με τον πιο ιδανικό τρόπο, καθώς εκεί θα γίνει σύζυγος του κεντρικού ήρωα του μυθιστορήματος, του Φιλέα Φόγκ.

Αν αναρωτηθεί κανείς γιατί θα πρέπει να μνημονεύσουμε την Αούντα ετούτες τις άγιες ημέρες, η απάντηση είναι πολύ εύκολη. Διότι ή μοίρα όλων ημών, των απλών μη προνομιούχων «μέσων πολιτών» έχει πάρα πολλά κοινά σημεία με την μοίρα της πανώριας κόρης, αλλά –φευ- και μία μεγάλη διαφορά, η οποία είναι η εξής: ενώ, σύμφωνα με τα εγχώρια πατροπαράδοτα ήθη και έθιμα, μας ετοιμάζουν και εμάς για να μας κάψουν ζωντανούς στην πυρά, για το χατίρι του μαχαραγιά που εκδήμησε οριστικά και αμετάκλητα, δυστυχώς δεν φαίνονται στον ορίζοντα κάποιοι σωτήρες όπως ο Πασπαρτού και ο Φιλέας Φόγκ, που θα μας έσωζαν και θα μας έπαιρναν μαζί τους στην σωτηρία. Και το χειρότερο είναι πως δεν τους θέλουμε κιόλας γιατί έχουμε πειστεί πως το σωστό είναι να καούμε κι εμείς για το χατήρι του μαχαραγιά.

Υπάρχουν όμως μαχαραγιάδες στην σύγχρονη Ελλάδα; Υπάρχουν δηλαδή κάποιοι που ζουν προνομιακά, αντλώντας τον πλούτο τους και την ευημερία τους από τον κόπο των άλλων, φορολογώντας τους και απομυζώντας το προϊόν του μόχθου τους; Κανείς δεν θα εκπλαγεί από μία θετική απάντηση σε αυτό το ερώτημα. Όλοι γνωρίζουν ότι στην Ελλάδα υπάρχουν όχι λίγοι, αλλά αρκετοί πολίτες που είναι «περισσότερο ίσοι» απ’ ότι όλοι οι υπόλοιποι. Και όλοι αυτοί μαζί οι «περισσότερο ίσοι», συγκροτούν και διαμορφώνουν έναν μεγαλοπρεπή, συλλογικό μαχαραγιά, που λέγεται «πελατειακό κράτος και κομματοκρατία». Είναι δύσκολο να καταρτίσει κανείς το πλήρες βιογραφικό του εν λόγω μαχαραγιά, πλην όμως κάποιες σημαντικές ημερομηνίες είναι γνωστές. Το 1947 ή το 1949 μπορούν να θεωρηθούν ως ένας σημαντικός σταθμός για την πορεία του, αφού τότε περίπου ξεκινάει η μεταπολεμική του κυριαρχία. Σε αυτήν την πρώτη περίοδο, και μέχρι τουλάχιστον το 1974, ο αριθμός των προνομιούχων που περιλαμβάνει το πελατειακό κράτος είναι περιορισμένος, και τα οφέλη του κυρίως τα χαίρεται ο σκληρός πυρήνας των «εθνικοφρόνων», ο οποίος δια πυρός και σιδήρου έχει έως τότε αποδείξει την προσήλωσή του στο μεταοθωμανικό, νέο-κοτζαμπασικό καθεστώς της χώρας, εκείνο που επιβίωσε όχι μόνο από την σύγκρουση με την αριστερή ανταρσία αλλά, κυρίως, τις προηγούμενες δεκαετίες, από την σύγκρουση με το εγχείρημα του βενιζελικού εκσυγχρονισμού. Δηλαδή, με άλλα λόγια, το μετεμφυλιακό πελατειακό κράτος έως το 1974 έλκει, κατά κύριο λόγο, την ιδεολογική καταγωγή του και τον κοινωνικό του χαρακτήρα από τις προπολεμικές ένδοξες στιγμές του «Οίκαδε» και των «Πομερανών».

Η περίοδος της μεταπολίτευσης μέχρι την είσοδο στην ΕΟΚ, το 1981, έχει πραγματικά μεταβατικό χαρακτήρα. Εν όψει της εισόδου στην ΕΟΚ, το πελατειακό κράτος διευρύνεται σημαντικά με σειρά χαριστικών ρυθμίσεων και παροχών υπέρ ιδιωτών «επιχειρηματιών», δημοσίων υπαλλήλων και κλειστών επαγγελμάτων, που  Read the rest of this entry »

Να μην περάσουμε το σημείο χωρίς επιστροφή

Κωνσταντίνος Γάτσιος – Δημήτρης  Α. Ιωάννου

11 Απριλίου 2015

Σύνδεσμος δημοσίευσης

Στην πορεία παρακμής ενός έθνους υπάρχουν δύο σημεία κρισιμότερα των άλλων. Το ένα αφορά τη συνειδητοποίηση των αιτίων της που, σε συνδυασμό με την αδήριτη ανάγκη για επιβίωση, είναι δυνατόν να οδηγήσει έναν λαό σε αναστροφή προς μια νέα ανοδική πορεία. Το άλλο είναι εκείνο πέραν του οποίου δεν υπάρχει επιστροφή. Δυστυχώς, στο ιδεολογικό και πολιτικό επίπεδο φαίνεται ότι προσεγγίζουμε ταχύτατα το δεύτερο σημείο. Ενώ η κρίση που εδώ και έξι χρόνια συνταράσσει τη χώρα θα έπρεπε να είχε γίνει αφορμή να συνειδητοποιήσουμε τον ακραία αυτοκαταστροφικό ανορθολογισμό που μας οδήγησε σε αυτήν, αντιθέτως γίνεται αφορμή για την όλο και μεγαλύτερη βύθισή μας στην πλήρη συλλογική παράνοια.

Οι αιτίες της κακοδαιμονίας μας έχουν βάθος χρόνου, ναι. Αλλά η χαριστική βολή της οικονομικής, ηθικής και πολιτικής καταστροφής της ελληνικής κοινωνίας δόθηκε στη δεκαετία 2000-2009. Τα εγκλήματα που έλαβαν χώρα τότε θα τα πληρώνουν τα παιδιά μας για πολλές δεκαετίες. Και όμως. Ενα μέρος των εγκλημάτων συντελείται ακόμη και σήμερα από όσους επιχειρούν να συσκοτίσουν την πραγματικότητα και να μεταθέσουν τις ευθύνες αλλού, ώστε να διατηρηθούν άθικτες οι δομές της καταστροφικής φαυλοκρατίας.

Είναι γνωστό ότι στην εν λόγω δεκαετία το δημόσιο χρέος αυξήθηκε κατά ένα ποσό που προσεγγίζει τα 200 δισ. ευρώ. Τα 120 σχεδόν από αυτά οφείλονται στη διαχείριση της εξαετίας 2004-2009. Εν τούτοις, οι απολογητές τής εν λόγω περιόδου εμφανίζονται, εσχάτως, να διακηρύσσουν την «αθωότητά» τους με προκλητική προπέτεια και αναίδεια, προβάλλοντας το απίστευτο επιχείρημα ότι μόνο 50 δισ. εξ αυτών ήταν «νέο χρέος», ενώ τα υπόλοιπα ήταν, «απλά», πληρωμές τόκων! Ετσι μια συμπεριφορά εγκληματικής ανευθυνότητας σε βάρος του έθνους προβάλλεται ως απόδειξη «αθωότητας» για την κρίση χρέους!

Ο μέσος πολίτης είναι φυσιολογικό να μην έχει εξειδικευμένες γνώσεις οικονομικών. Υπάρχουν όμως κάποια βασικά στοιχεία που θα πρέπει να γνωρίζει (και που θα έπρεπε, για παράδειγμα, να του τα διδάσκουν οι πολιτικοί από την τηλεόραση, πριν μιλήσουν για οτιδήποτε άλλο). Το βασικότερο, ίσως, εξ αυτών είναι το εξής: από τη στιγμή που ένα άτομο, ένα νοικοκυριό, μια επιχείρηση ή μια χώρα δανείζεται για να αποπληρώνει τους τόκους προηγουμένων δανείων, τότε βρίσκεται αναπόδραστα σε πορεία χρεοκοπίας και πτώχευσης.

Σε επίπεδο ατόμου μία παρόμοια συμπεριφορά υποδηλώνει τυχοδιωκτική ανευθυνότητα ή ψυχολογική αστάθεια. Σε επίπεδο χώρας, όμως, το λιγότερο που
Read the rest of this entry »

Πάρτε αμέσως «υφεσιακά» (δηλαδή αναπτυξιακά) μέτρα

ΔΗΜΗΤΡΗΣ Α. ΙΩΑΝΝΟΥ*, ΧΡΗΣΤΟΣ Α. ΙΩΑΝΝΟΥ*

29 Μαρτίου 2015

Σύνδεσμος δημοσίευσης

Τ​ρόμο θα πρέπει να προκαλεί σε κάθε λογικό πολίτη η, δι’ επισήμων χειλέων διατυπωμένη διαβεβαίωση ότι, όποιο και αν είναι το δημοσιονομικό και το χρηματοδοτικό κενό, δεν πρόκειται να ληφθούν «υφεσιακά» μέτρα. Τρόμο διότι, ακόμη και εάν τα μέτρα περιστολής της δημόσιας δαπάνης ή μείωσης του δημοσιονομικού ελλείμματος είχαν πράγματι υφεσιακές επιπτώσεις (τις οποίες στις παρούσες συνθήκες της ελληνικής οικονομίας είναι βέβαιο ότι δεν θα έχουν), και πάλι δεν θα υπήρχε άλλη, καλύτερη επιλογή από αυτά.

Η εναλλακτική περίπτωση είναι απλά η πτώχευση και η κατακρήμνιση της ελληνικής οικονομίας. Δηλαδή, αναρωτιέται κανείς, το να χρεοκοπήσει το ελληνικό Δημόσιο, να καταρρεύσει το πιστωτικό σύστημα, να νεκρωθούν οι συναλλαγές και πιθανότατα να βρεθούμε στην ανάγκη να εισαγάγουμε νέο νόμισμα, με εκατοντάδες χιλιάδες νέους ανέργους και πρόβλημα επιβίωσης, είναι λιγότερο «υφεσιακό» από το να ληφθούν μέτρα που είτε θα εξορθολογίσουν τη δημόσια δαπάνη είτε θα αυξήσουν τα δημόσια έσοδα ώστε να εξαφανισθεί ένα θανάσιμα απειλητικό –υπό τις παρούσες πολιτικο-οικονομικο-διπλωματικές συνθήκες– δημοσιονομικό κενό 2, 5 ή 10 δισεκατομμυρίων ευρώ;

Με όλο τον σεβασμό στους τίτλους και στο κύρος των επαϊόντων, ο –υποτίθεται– κεϋνσιανής γενεαλογίας ισχυρισμός τους ότι η «λιτότητα» του Μνημονίου έφερε την κατάρρευση του ΑΕΠ που ονομάζουν «ύφεση», προϋποθέτει μία παράδοξη θεμελιώδη παραδοχή, που δεν φαίνεται ιδιαίτερα κεϋνσιανή: ότι η Ελλάδα θα έπρεπε, προκειμένου να μην «καταρρέει» το ΑΕΠ της, να προικοδοτείται ετησίως, σταθερά και αδιάλειπτα, με χαριστικές παροχές 40 έως 50 δισ. από τους εταίρους της!

Η κατά 200 δισ. ευρώ αύξηση του δημοσίου χρέους την περίοδο 2000-2010, που κατέληξε στη συνέχεια σε σωρευτική μείωση του ΑΕΠ κατά 60 δισ. ευρώ, δεν είναι συμβατή με καμία εκδοχή της κεϋνσιανής θεωρίας. Η κρίση επωάσθηκε την περίοδο αυτή, μέσω μιας διπλής διαδικασίας. Η πρώτη ήταν ότι η ελληνική κοινωνία, τελείως παραπλανημένη, θεωρούσε πως τα 20 με 30 δισ. ευρώ που ως δανεικά του δημόσιου και του ιδιωτικού τομέα εισέρρεαν κάθε χρόνο στο κύκλωμά της αποτελούσαν αληθινό εισόδημα. Διαμόρφωσε έτσι και τις ανάλογες δομές «πολυτελείας»: τον μεγαλύτερο, αναλογικά, κατασκευαστικό τομέα της Ευρώπης, τον μεγαλύτερο, αναλογικά, τομέα λιανικού εμπορίου στην Ευρώπη, όπου έβρισκες όλα τα καλά σε τιμές υψηλότερες της Γενεύης κ.λπ. Η δεύτερη ήταν ότι ο πακτωλός των δημοσίων δανεικών χρησιμοποιήθηκε επίσης για να διογκωθούν περαιτέρω οι ήδη προνομιακές παροχές στο πελατειακό κράτος, που είχε ιδρυθεί το 1949 και αναβαθμισθεί μετά το 1981.

Η κρίση εξαφάνισε πλήρως το πρώτο σκέλος της «ανορθογραφίας» της πρώτης ελληνικής δεκαετίας στο ευρώ, αυτό δηλαδή που αφορούσε τον ιδιωτικό τομέα, στέλνοντας στην ανεργία ένα εκατομμύριο ανθρώπους.

Εδώ και πέντε χρόνια, όμως, ο αγώνας γίνεται για το δεύτερο σκέλος. Διαφορετικές κυβερνήσεις, με διαφορετική επιχειρηματολογία η καθεμία, αρνούνται να κατεδαφίσουν το πελατειακό κράτος με τη μάταιη ψευδαίσθηση ότι μπορούν να ξεπεράσουν την κρίση, αφαιμάσσοντας και άλλο τον ιδιωτικό τομέα. Πρόκειται  Read the rest of this entry »

“Δημοσιονομική υποτίμηση” αντί για αύξηση του κατώτατου μισθού

Των Δημήτρη Α. Ιωάννου & Χρήστου Α. Ιωάννου

27 Φεβρουαρίου 2015

Σύνδεσμος δημοσίευσης 1Σύνδεσμος δημοσίευσης 2

Τα 751 ευρώ ως κατώτατος μισθός είναι ένα καθαρά τυχαίο μέγεθος. Δεν αντιστοιχούσε στο σημείο ισορροπίας της αγοράς εργασίας για το 2011 και δεν αντιστοιχεί στο αντίστοιχο σημερινό, και τούτο διότι ο κατώτατος μισθός ούτε τότε διαμορφωνόταν, ούτε τώρα διαμορφώνεται, ελεύθερα λαμβάνοντας υπ΄όψιν την βιώσιμη παραγωγή και την αλληλεπίδραση της προσφοράς με την ζήτηση.

Επίσης, δεν αντιστοιχεί -όπως θα έπρεπε να συμβαίνει σε μία νομισματική ένωση- στις ανάγκες παρακολούθησης του μέσου πληθωρισμού της ευρωζώνης από το 2002 έως το 2011, γιατί αν αντιστοιχούσε θα έπρεπε να ήταν 577 ευρώ και όχι 751. Τέλος, δεν αντιστοιχεί ούτε καν στην λανθασμένη πολιτική της παρακολούθησης, για την ίδια περίοδο, του υψηλότερου -από τον μέσο ευρωζωνικό- ελληνικού πληθωρισμού, γιατί ακόμη και σε αυτήν την περίπτωση θα έπρεπε να είναι 659 ευρώ.

Αντιστοιχεί, αντιθέτως, σε μία παράλογη και καταστροφική συνολική οικονομική πολιτική, μέρος της οποίας κατέστησαν και οι «κοινωνικοί εταίροι» της περιόδου, η οποία στο εισοδηματικό της σκέλος επέλεγε να παρακολουθεί τον υπερβάλλοντα ελληνικό πληθωρισμό, καθιστώντας σταθερά την ελληνική παραγωγή μη ανταγωνιστική, αλλά με το επιπλέον στοιχείο ότι η αύξηση δινόταν σε δύο δόσεις, και όχι εκ των υστέρων, με αποτέλεσμα να υπερβαίνει απολογιστικά ακόμη και την εγχώρια αύξηση των τιμών. Επρόκειτο, δηλαδή, για μία ακατανόητα παράλογη πολιτική η οποία, χωρίς αμφιβολία, συνέβαλε τα μέγιστα στην περαιτέρω αποβιομηχανοποίηση και στην μετέπειτα έκρηξη της ανεργίας. (Για την εξέλιξη του κατώτατου μισθού στην περίοδο 2000-2011, καθώς και για τις εναλλακτικές υποθέσεις βλ. Δ. και Χ. Ιωάννου, «Μισθοί και εσωτερική υποτίμηση στην Ελλάδα», Foreign Affairs the Hellenic Edition, τεύχος 21, Δεκέμβριος 2013-Ιανουάριος 2014, διαθέσιμο ηλεκτρονικά στο: https://www.scribd.com/doc/255890899).

Είναι, συνεπώς, παράλογο να θεωρείται ο κατώτατος μισθός των 751 ευρώ ως ένας στόχος της εισοδηματικής πολιτικής στην τρέχουσα περίοδο. Η άμεση, η σχετικά σύντομη επιβολή του, μη λαμβάνοντας υπ’ όψιν την κατάσταση και τις εξελίξεις της πραγματικής οικονομίας, θα αποτελούσε μία πράξη χωρίς καμμία οικονομική λογική. Το πιθανότερο αποτέλεσμά της θα ήταν νέες αυξητικές πιέσεις στην ανεργία ή/και παρώθηση για ακόμη μεγαλύτερη προσφυγή στην «μαύρη» και αδήλωτη εργασία. Αποτελέσματα με βάση τα οποία δεν θα ήταν δυνατόν να το χαρακτηρίσει κανείς φιλεργατικό μέτρο.

Read the rest of this entry »

Το πρόβλημα της οικονομίας είναι το ιδιωτικό και όχι το δημόσιο χρέος

των Δημήτρη  Α. Ιωάννου καὶ Χρήστου  Α. Ιωάννου

26 Ιανουαρίου 2015

Σύνδεσμος δημοσίευσης

Εάν σκορπίσεις σε ένα τραπέζι ανακατεμένα ρινίσματα χρυσού και σιδήρου και σε ύψος 20 εκατοστών κρατήσεις έναν ισχυρότατο μαγνήτη, το αποτέλεσμα θα είναι το εξής: τα ρινίσματα σιδήρου θα κολλήσουν αμέσως στον μαγνήτη, ενώ του χρυσού θα παραμείνουν αδρανή. Ακριβώς αυτό γινόταν και στην ελληνική οικονομία, παραμορφώνοντάς την, στην περίοδο 2000-2009. Ισχυρός μαγνήτης ήταν η διαρκής «υπερβάλλουσα ζήτηση», η οποία προερχόταν από τα διευρυνόμενα δημοσιονομικά ελλείμματα και τον ανεύθυνο, θηριώδη δανεισμό του Δημοσίου και διοχετευόταν στην οικονομία, επί τω σκοπώ της υποτιθέμενης «σύγκλισης». Ρινίσματα χρυσού ήταν τα προϊόντα που αποτελούν αντικείμενο του διεθνούς εμπορίου και η τιμή τους καθορίζεται διεθνώς (τα «διεθνώς εμπορεύσιμα»), μεταξύ των οποίων και όσα προέρχονται από το «τεχνολογικό σύνορο» της παραγωγής, από εκεί δηλαδή όπου δημιουργείται η πραγματική –και όχι λογιστική- ανάπτυξη του ανθρώπινου πλούτου.

Η αύξηση της ζήτησης στην Ελλάδα, απολύτως αμελητέα σε παγκόσμια κλίμακα, δεν επηρεάζει φυσικά καθόλου τα εν λόγω προϊόντα ως προς το επίπεδο της τιμής τους, αφήνοντάς την αναλλοίωτη (μαζί με τα περιθώρια κέρδους εκείνων που τα παράγουν εγχωρίως). Ρινίσματα σιδήρου, αντιθέτως, ήταν όλα όσα δεν ανταλλάσσονται διεθνώς αλλά παράγονται και καταναλώνονται μόνο εγχωρίως («διεθνώς μη εμπορεύσιμα»): υπηρεσίες, εισαγωγικό και λιανικό εμπόριο, οικοδομές, δημόσιος τομέας. Η συνεχής «υπερβάλλουσα ζήτηση» απογειώνει πάντα τις τιμές των αγαθών αυτών και κάνει όλο και πιο κερδοφόρα την προσφορά τους.

Σε όλη την περίοδο από το 2000, τουλάχιστον, ως το 2009, ο τρόπος λειτουργίας της ελληνικής οικονομίας μετασχημάτιζε τις σχετικές τιμές μεταξύ των δύο κατηγοριών αγαθών με τον συγκεκριμένο αυτόν -καταστροφικό- τρόπο, συρρικνώνοντας τις πραγματικές παραγωγικές δυνατότητες της χώρας. Λειτουργούσε, δηλαδή, σαν ένας μηχανισμός ο οποίος ήταν γεννήτορας προσκομμάτων για όποιον ήθελε να είναι παραγωγικός (στον τομέα των «διεθνώς εμπορευσίμων»), και διευκόλυνε τον πλουτισμό κυρίως όποιου δραστηριοποιούνταν στην εξυπηρέτηση της κατανάλωσης (στον τομέα των «διεθνώς μη εμπορευσίμων»).

Μία οικονομία συντίθεται από ένα σύνολο «αποθεμάτων» (γη, κεφάλαιο, εργατικό δυναμικό, διαρθρωμένα κατά κλάδους και τομείς και καταγεγραμμένα ως ενεργητικό και παθητικό), τα οποία δημιουργούν μία σειρά από «ροές» δηλαδή προσόδους, κέρδη και αμοιβές. Το ΑΕΠ μίας χώρας, δηλαδή το σύνολο των εισοδηματικών «ροών», είναι ένα άνυσμα το οποίο καθορίζεται από μία σειρά συντεταγμένων που
Read the rest of this entry »

Η λογική και το χρέος

Δημήτρης Α. Ιωάννου και Χρήστος Α. Ιωάννου

5 Ιανουαρίου 2015 καὶ 7 Ιανουαρίου 2015

Σύνδεσμος δημοσίευσης 1 – Σύνδεσμος δημοσίευσης 2

Σύμφωνα με το σχέδιο προϋπολογισμού του 2015 η Ελλάδα πρέπει να καταβάλει για τόκους (όχι χρεολύσια) προς εξυπηρέτηση του χρέους του Δημοσίου, κατά το έτος αυτό, ποσό περίπου 8 δισεκατομμυρίων ευρώ. Στο ίδιο κείμενο το ύψος του εν λόγω χρέους υπολογίζεται να βρεθεί στο επίπεδο των 317 δισεκατομμυρίων. Αυτό σημαίνει ότι το επιτόκιο με το οποίο εξυπηρετείται είναι περίπου 2,5%.

Πρόκειται, δηλαδή, για ένα επιτόκιο εξαιρετικά χαμηλό λαμβανομένης υπ’ όψιν της ανύπαρκτης αξιοπιστίας της χώρας και του γεγονότος ότι μόλις προ τριών ετών υπήρξε πρωταγωνίστρια της μεγαλύτερης απομείωσης χρέους στην παγκόσμια ιστορία.

Σε κάθε περίπτωση, πάντως, είναι πολύ χαμηλότερο από το επίπεδο του 10% στα οποία κινούνται σήμερα τα λίγα ομόλογα του ελληνικού Δημοσίου που παραμένουν στην δευτερογενή αγορά και δεν τα έχουν αποσύρει στα θησαυροφυλάκιά τους οι “τοκογλύφοι δανειστές” μας.

Το χαμηλό επιτόκιο εξυπηρέτησης, βεβαίως, από μόνο του, δεν αρκεί να τεκμηριώσει την άποψη ότι το “χρέος είναι βιώσιμο”. (Aντιθέτως αρκεί για να καταδείξει την μικρόνοια εκείνων που είχαν θέσει ως στόχο τους την “απαλλαγή της Ελλάδας από το Μνημόνιο” και την “έξοδο στις αγορές”). Αποτελεί όμως ένα θεμελιώδες στοιχείο για την αξιολόγηση των πραγματικών διαστάσεων του προβλήματος.

Όσο μεγάλο και να είναι το ονομαστικό μέγεθος ενός χρέους, εκείνο που έχει σημασία είναι η πραγματική επιβάρυνση που επιβάλλει σε μία εθνική οικονομία και το πως επιδρά στην φερεγγυότητα της, η οποία κρίνεται από το αν η καθαρή τρέχουσα αξία των μελλοντικών εισοδημάτων της που είναι δυνατόν να χρησιμοποιηθούν στην εξυπηρέτηση και την αποπληρωμή του χρέους είναι ίση ή μεγαλύτερη από την καθαρή τρέχουσα αξία των πληρωμών που απαιτούνται για την εξυπηρέτηση και την εξόφλησή του.

Υπό το πρίσμα αυτό το ονομαστικό ύψος του χρέους, (317 δισεκατομμύρια), ή το ποσοστό του ως προς το ΑΕΠ, (170%), είναι σχετικής αξίας μεγέθη, και έχουν μικρότερη σημασία από το επιτόκιο εξυπηρέτησής του. Ένα χρέος που αντιστοιχεί στο 500% του ΑΕΠ μίας χώρας είναι εξαιρετικά υψηλό, θεωρητικά. Εάν όμως είναι απεριόριστης διάρκειας και έχει μηδενικό επιτόκιο, τότε στην πραγματικότητα δεν υπάρχει.

Read the rest of this entry »

Η ανάγκη για μία ισχυρή δραχμή

των Δημήτρη Α. Ιωάννου και Χρήστου Α. Ιωάννου

12 Νοεμβρίου 2014

Σύνδεσμος δημοσίευσης – Σύνδεσμος αναδημοσίευσης

Εάν η βάσκανος μοίρα τα φέρει έτσι και η χώρα, σε λίγες εβδομάδες ή σε λίγους μήνες, βρεθεί στην ανάγκη να εκδώσει δικό της νόμισμα, υπάρχουν δύο, τουλάχιστον, προϋποθέσεις που θα επιτρέψουν η μετάβαση αυτή από το ευρώ στην δραχμή να μην γίνει με (απόλυτα) καταστροφικό για την κοινωνία και την οικονομία τρόπο.

Η πρώτη, και ίσως σημαντικότερη, αφορά την ισοτιμία της (νέας) δραχμής. Θα είναι πολύ μεγάλο λάθος αυτή να επανέλθει στη σχέση στην οποία σταμάτησε το 2002, δηλαδή στο 1/340, ή σε κάποια άλλη αναλογία υποπολλαπλάσια του ευρώ. Αντίθετα, θα πρέπει να ορισθεί σε απόλυτη ονομαστική ισοτιμία με αυτό, δηλαδή μία δραχμή για ένα ευρώ. Ο τρόπος για να επιτευχθεί κάτι τέτοιο είναι απλός. Οι δαπάνες του δημοσίου που θα χρειασθεί να καλυφθούν με τον νεοκδοθέν νόμισμα, (ακριβώς επειδή δεν θα υπάρχουν πιά άλλα ευρώ), θα πληρωθούν στο δραχμικό ισότιμό τους. Ο υπάλληλος που αμειβόταν έως σήμερα με 1.000 ευρώ, θα αμειφθεί με 1.000 δραχμές. Έτσι το νέο νόμισμα θα διευκολυνθεί να λειτουργήσει συμπληρωματικά προς το παλιό, με το οποίο άλλωστε θα συνεχίσει να συνυπάρχει στην κυκλοφορία για πολύ καιρό. Το γεγονός ότι, στα αρχικά τουλάχιστον στάδια, πριν αρχίσει να υποτιμάται έναντι του ευρώ, (γιατί αναπόφευκτα κάποια στιγμή θα αρχίσει να υποτιμάται), η νέα δραχμή θα προσφέρεται για χρήση στις συναλλαγές χωρίς να απαιτείται η προσφυγή σε αριθμητικούς υπολογισμούς, θα διευκολύνει την αποδοχή της από το κοινό ως μέσου συναλλαγών. Και θα διατηρήσει ζωντανή μία αφανή διαδικασία επάνω στην οποία στηρίζεται ο οικονομικός βίος: την δυνατότητα των μελών της κοινωνίας να λαμβάνουν συναλλακτικές και παραγωγικές αποφάσεις, (έστω και μικρού βεληνεκούς), προβάλλοντές τες σε βάθος χρόνου (έστω και περιορισμένου). Χωρίς την δυνατότητα οικονομικού λογισμού, ακόμη και στο πιο στοιχειώδες επίπεδο της καθημερινότητας, η ανταλλακτική οικονομία θα κατέρρεε εφόσον κανείς δεν θα γνώριζε κατά πόσο μία εγχρήματη συναλλαγή θα ήταν συμφέρουσα γι’ αυτόν ή όχι.

Η δεύτερη προϋπόθεση είναι η εξής: η δραχμή θα πρέπει να κυκλοφορεί σταδιακά μεν, αλλά στις απολύτως απαραίτητες ποσότητες και με φειδώ. Η μετάβαση σε ένα νέο νόμισμα, ούτως ή άλλως, θα είναι μία πολύ οδυνηρή διαδικασία για την κοινωνία, και δεν θα αποφευχθεί η περαιτέρω κάμψη του επιπέδου του εισοδήματος, μία κάμψη μάλιστα τόσο βαθειά ώστε η σημερινή πραγματικότητα θα αποτελεί μία νοσταλγική ανάμνηση, όπως άλλωστε και σήμερα νοσταλγική ανάμνηση αποτελεί η περίοδος της «σκληρής λιτότητας» (!) 2002-2009. Όμως, «από βυθό σ’ άλλο βυθό», υπάρχουνε μεγάλες διαφορές, πράγμα που σημαίνει ότι η ελληνική οικονομία έχει να Read the rest of this entry »

Το πρόβλημα της ελληνικής οικονομίας δεν είναι η ενεργός ζήτηση

«Αν δεν λυθεί το πρόβλημα της άνισης και άδικης κατανομής των βαρών της κρίσης, δεν θα υπάρξει πραγματική ανάπτυξη»

«Το πρόβλημα της ελληνικής οικονομίας δεν είναι η ενεργός ζήτηση» τονίζουν σε ανάλυσή τους ο πρύτανης του Οικονομικού Πανεπιστημίου Αθηνών κ. Κωνσταντίνος Γάτσιος και ο οικονομολόγος κ. Δημήτρης Ιωάννου.  

Κ. Γάτσιος - Δ. Ιωάννου: «Το πρόβλημα της ελληνικής οικονομίας δεν είναι η ενεργός ζήτηση»

«Αν και κάπως νεφελώδης ως προς τις λεπτομέρειες, διάχυτη είναι στην κοινή γνώμη η πεποίθηση πως η βασική αιτία της δυσπραγίας της ελληνικής οικονομίας σήμερα ξεκίνησε από τους σκληρούς περιορισμούς που επέβαλε η τρόικα, τόσο στις δημόσιες δαπάνες όσο και στις αμοιβές. Η πεποίθηση αυτή όχι μόνο καλλιεργείται αλλά και ενισχύεται από τις διακηρύξεις κυβέρνησης και αντιπολίτευσης ότι θα εξοστρακίσουν την τρόικα και το ΔΝΤ, ομονοώντας έτσι, επιτέλους, σχετικά με την πηγή και τη βαθύτερη φύση του προβλήματος της χώρας καθώς και τον τρόπο επίλυσής του» αναφέρουν και προσθέτουν πως «η άποψη αυτή έχει υποστηριχθεί και από οικονομικές αναλύσεις μεμονωμένων αναλυτών ή ιδρυμάτων της ημεδαπής και αλλοδαπής, με λογιωτέρα βεβαίως διατύπωση: το πρόβλημα της ελληνικής οικονομίας σήμερα είναι προϊόν της λανθασμένης απάντησης που δόθηκε στην κρίση του 2010 και συνίσταται στο ότι η ενεργός ζήτηση είναι αναιμική και δεν επιτρέπει σε όλους τους παραγωγικούς πόρους της χώρας να ενεργοποιηθούν και να απασχοληθούν».

Ενα απλό στοιχείο

Είναι σωστή αυτή η ευρέως διαδεδομένη άποψη; «Ευτυχώς ή δυστυχώς, όχι» απαντούν και εξηγούν: «Εχουμε επιχειρήσει να το δείξουμε από πολλές πλευρές και με πολλούς τρόπους, θα αρκούσε όμως και μόνο ένα απλό στοιχείο. Η ΕΛΣΤΑΤ μετρά, μεταξύ των άλλων, το ΑΕΠ της χώρας με ένα σταθερό μέτρο αναφοράς ώστε να είναι συγκρίσιμο διαχρονικά. Σε σταθερές τιμές του 2005, λοιπόν, διαπιστώνει κανείς ότι το ΑΕΠ (δηλαδή η “ενεργός ζήτηση”) για το 2013 ήταν περίπου 160 δισ. ευρώ. Το 2001 ήταν 165 δισ. ευρώ. Ωστόσο», τονίζουν, «ενώ η διαφορά στην ενεργό ζήτηση μεταξύ των δύο ετών είναι μόνο 3%, η διαφορά στην ανεργία είναι τεράστια: ένα εκατομμύριο άτομα. Δηλαδή, με σχεδόν την ίδια ενεργό ζήτηση (και την ίδια μέση ροπή προς κατανάλωση) η ανεργία το 2013 ήταν κατά 160% υψηλότερη από το 2001!».

Σύμφωνα με τους ίδιους, αυτό σημαίνει ότι «δεν μπορεί να φταίει η ζήτηση, αφού το κλάσμα του ονομαστικού ΑΕΠ προς επίπεδο τιμών είναι σχεδόν το ίδιο, αλλά κάτι άλλο. Read the rest of this entry »

Γιατί η Ελλάδα του 2014 είναι πιο φτωχή από αυτή του 2001;

των Δημήτρη Α. Ιωάννου και Χρήστου Α. Ιωάννου

22 Σεπτεμβρίου 2014

Σύνδεσμος δημοσίευσης

Γιατί η Ελλάδα του 2014 είναι πιο φτωχή, και απείρως πιο δυστυχισμένη, από την Ελλάδα του 2001; Απάντηση σε αυτό το ερώτημα δίνει η μελέτη μας «Λιτότητα, λαϊκισμός και ανάπτυξη: Η παρανόηση περί “ανάπτυξης” και “λιτότητας”» που δημοσιεύεται στο τρέχον τεύχος (Αύγουστου – Σεπτέμβριου 2014) του Foreign Affairs, The Hellenic Edition. Τα κυριότερα σημεία της ανάλυσης παρατίθενται στην συνέχεια.

Το 2013 το ΑΕΠ της Ελλάδας, μετρώμενο σε σταθερές τιμές του 2005, ήταν περίπου 160 δισεκατομμύρια ευρώ. Δηλαδή κατά τι λιγότερο από το ΑΕΠ του 2001 το οποίο, πάλι σε σταθερές τιμές του 2005, έχει μετρηθεί στα 165 δισεκατομμύρια ευρώ. Με άλλα λόγια σήμερα η Ελλάδα είναι, σε πραγματικούς όρους, φτωχότερη, σε σχέση με 13 έτη νωρίτερα, παρά το γεγονός ότι τα 8 τουλάχιστον από αυτά έχουν καταγραφεί ως έτη «ανάπτυξης» και μάλιστα υψηλής!

Αλλά υπάρχει και κάτι άλλο που διαφοροποιεί δραματικά τις δύο χρονικές στιγμές μεταξύ τους: το ποσοστό ανεργίας. Ενώ, λοιπόν, το 2001 το ποσοστό ανεργίας βρίσκονταν στο 10,5%, το 2013 είχε αναρριχηθεί στο 27%.

Αυτό το προφανές παράδοξο οδηγεί, αναπότρεπτα, στο ερώτημα πώς είναι δυνατόν με το ίδιο επίπεδο πραγματικού εισοδήματος να παρατηρείται τόσο μεγάλη διαφορά Read the rest of this entry »