Κοινωνικά άδικη και υπερ-υφεσιακή

by ggeorgan

Των Δημήτρη Α. Ιωάννου και Χρήστου Α. Ιωάννου

24 Ιουνίου 2015

Σύνδεσμος δημοσίευσης

Εάν τελικά υπογραφεί η συμφωνία, την οποία περιγράφουν τα ΜΜΕ, μεταξύ της χώρας και των εταίρων της, θα πρέπει να έχει κανείς υπ’ όψιν του τα εξής:

1. Η ελληνική κοινωνία δείχνει, μετά από δεκαετίες κρατισμού και πελατοκρατίας, να βρίσκεται πλέον σε κατάσταση ιδρυματισμού και να έχει παντελώς απωλέσει ακόμη και το ελάχιστο ένστικτο αυτοσυντήρησης. Η εφαρμογή ενός προγράμματος που θα στηρίζεται αποκλειστικά στην φορολογία είναι εξαιρετικά άδικη κοινωνικά, διότι διαμοιράζει το άχθος  της προσαρμογής μεταξύ του προνομιούχου δημόσιου τομέα και του συνθλιβόμενου ιδιωτικού, απολύτως  ετεροβαρώς. Οι άνεργοι καλούνται να πληρώσουν τον ίδιο αυξημένο ΦΠΑ που θα πληρώνει και ο βεβαιόμισθος του Δημοσίου ή ο υψηλοσυνταξιούχος των ΔΕΚΟ. Και όμως. Κανείς ουσιαστικά, (με ελάχιστες εξαιρέσεις, και αυτές από την παρούσα ιστοσελίδα), δεν τόλμησε να προτείνει το προφανές και το λογικό για την επιβίωση της χώρας, δηλαδή την μείωση των δαπανών αντί για την αύξηση της φορολογίας. (Σχεδόν κανείς -και οι δύο τρεις που το είπαν, πολιτικοί ή απλοί πολίτες, αγνοήθηκαν πλήρως από όλους,  εκτός από τα γνωστά ανώνυμα παλικάρια που χωρίς επιχειρήματα ξέρουν μόνο να βρίζουν εκ του ασφαλούς). Εάν υπάρχει, λοιπόν, μία ομάδα που είναι πραγματικά χαμένη από την προαλειφόμενη συμφωνία αυτή είναι η ομάδα των σημερινών και μελλοντικών ανέργων (του ιδιωτικού τομέα φυσικά), η οποία θυσιάστηκε οριστικά προς χάριν του πελατειακού κράτους.

2. Είναι προφανές ότι οι πιστωτές αντιλαμβάνονται πως η επιτυχία του προγράμματος, δηλαδή η επίτευξη πρωτογενούς πλεονάσματος, κάθε άλλο παρά είναι εξασφαλισμένη. Η ελαστικότητα είσπραξης των φόρων είναι πολύ μεγάλη σε υψηλά

επίπεδα φορολογίας, δηλαδή η εισπραξιμότητα μειώνεται δραστικά καθώς η φορολογική αύξηση και αποτρέπει την οικονομική δραστηριότητα επί της οποίας επιβάλλεται και δημιουργεί επιπλέον κίνητρα για φοροαποφυγή. Ως εκ τούτου πρέπει να παρατηρήσει κανείς ότι παρά την πανωλεθρία που πρόκειται να υποστεί στο εσωτερικό της χώρας η κυβέρνηση, στο εξωτερικό κατάφερε σημαντικές υποχωρήσεις των δανειστών και από την οικονομική και από την απλή, τυπική λογική. Κι αυτό δεν συμβαίνει για πρώτη φορά. Ίσχυσε σε διαφορετικό βαθμό και στο 1ο και στο 2ο Μνημόνια. Αντί, δηλαδή, εν έτει 2015, να περιορισθεί έστω και την ύστατη στιγμή το υπερμέγεθες σε σχέση με τις χρηματοδοτικές δυνατότητες του Δημοσίου, κονδύλιο των δαπανών, συνεχίσθηκε η φοροεπιδρομή κατά της ιδιωτικής οικονομίας. Προκειμένου δηλαδή να μην θιγεί ο σκληρός πυρήνας του πελατειακού κράτους, στον οποίον η κυβέρνηση προφανώς θεωρεί ότι βρίσκεται η μεγάλη μάζα των υποστηρικτών και ψηφοφόρων της, οι πιστωτές συναίνεσαν, για ακόμη μία φορά, στο να θέσουν την οικονομία σε κατάσταση λεηλασίας, έστω και αν η κατάληξη ενός παρόμοιου εγχειρήματος είναι εξαιρετικά αβέβαιη για όλους.

3. Όπως έχει δειχθεί, και μπορεί να ξαναδειχθεί από έναν πρωτοετή φοιτητή οικονομικών, το πρόγραμμα που έχει ως στόχο του την επίτευξη πρωτογενούς πλεονάσματος για την πληρωμή τόκων και στηρίζεται στην αύξηση της φορολογίας είναι πολύ περισσότερο υφεσιακό από ένα αντίστοιχο πρόγραμμα που θα στηριζόταν σε μείωση των δαπανών. Είναι περισσότερο υφεσιακό τόσο από στατική, μακροοικονομική (“κεϋνσιανή”) άποψη, όσο και από δυναμική, αναπτυξιακή (“σουμπετεριανή”) άποψη. Ο υφεσιακός του χαρακτήρας, άλλωστε, είναι και ο λόγος για τον οποίον κατά πάσαν πιθανότητα δεν θα επιτευχθούν οι στόχοι που θέτει. Αν είναι κάτι προς συζήτηση, είναι ο βαθμός της μεγάλης ή της μεγαλύτερης αστοχίας.

4. Αποδεχόμενοι οι δανειστές τον συνδυασμό ενός πολύ χαμηλού πρωτογενούς πλεονάσματος (1%), που σημαίνει ότι θα χρειασθεί επιπλέον χρηματοδότηση στο εγγύς μέλλον όχι μόνο για την ανακύκλωση του χρέους αλλά και για την εξυπηρέτησή του, παράλληλα με την υπερ-υφεσιακή πολιτική που συναίνεσαν να εφαρμοσθεί τα επόμενα χρόνια στην Ελλάδα, είναι προφανές ότι αποδέχονται ταυτοχρόνως και το γεγονός ότι το ελληνικό χρέος καθίσταται πλέον μη εξυπηρετήσιμο και μη βιώσιμο, και ότι αργά ή γρήγορα θα χρειασθεί ισχυρή απομείωσή του (“κούρεμα”). Το μόνο ερώτημα που πρέπει να απασχολεί και αυτούς και εμάς, πλέον, είναι σε ποιές ακριβώς συνθήκες θα λάβει χώρα η απομείωση αυτή. Θα συμβεί σε κάποια στιγμή που έστω και υφιστάμενη “υφεσιακές πιέσεις”, η φθίνουσα οικονομία θα βρίσκεται σε σχετική σταθερότητα ή, αντιθέτως, σε κάποια στιγμή που λόγω των αναταράξεων θα υπάρχει σκηνικό κατάρρευσης;

* Οι κ.κ. Δημήτρης Α. Ιωάννου και Χρήστος Α. Ιωάννου είναι Οικονομολόγοι

Advertisements