Μια εναλλακτική πρόταση για σχέδιο συμφωνίας

by ggeorgan

των Δημήτρη και Χρήστου Α. Ιωάννου

11 Ιουνίου 2015

Σύνδεσμος δημοσίευσης

Και τα δύο σχέδια που έχουν παρουσιασθεί στην διαδικασία αναζήτησης μίας ατραπού που θα οδηγήσει στην επίτευξη συμφωνίας μεταξύ Ελλάδος και “θεσμών”, δηλαδή τόσο το ελληνικό “σχέδιο των 47 σελίδων”, όσο και το, ανακριβώς αποκληθέν, “σχέδιο Γιουνκέρ”, είναι ατυχή και απολύτως άστοχα.

Όχι μόνο διότι αμφότερα είναι εξαιρετικά άδικα από κοινωνική άποψη, αλλά και διότι εάν εφαρμοσθεί είτε το ένα είτε το άλλο, δεν πρόκειται να τελεσφορήσει. Δεν πρόκειται δηλαδή να προκύψουν τα δημοσιονομικά αποτελέσματα που υποτίθεται ότι επιδιώκονται.

Ειδικά για το “σχέδιο Γιουνκέρ”, πάντως, δεν μπορεί να μην επισημάνει κανείς το γεγονός ότι, παρά τους μύδρους που συγκέντρωσε από την πλευρά της ελληνικής κυβερνήσεως, αντιπροσωπεύει, στην πραγματικότητα, την  σχεδόν πλήρη, αποδοχή των “κόκκινων γραμμών” της. Δηλαδή, με την εξαίρεση του μέτρου της κατάργησης των πρόωρων συντάξεων, μέτρου του οποίου η αναγκαιότητα είναι πλέον προφανής και πανθομολογούμενη, οι δανειστές φαίνεται να έχουν αποδεχθεί, στον μέγιστο δυνατό βαθμό, αυτό που σημαίνουν οι “κόκκινες γραμμές”: την απαίτηση της κυβέρνησης να παραμείνει αλώβητο το πελατειακό κράτος. Ως εκ τούτου οι εταίροι-δανειστές δείχνουν να έχουν προσχωρήσει και αυτοί στην ελληνική αντίληψη της φορολόγησης του ιδιωτικού τομέα, και όχι μόνο των επιχειρήσεων αλλά και των νοικοκυριών, μέχρι την τελική εξόντωση.

Εκείνο που θα έπρεπε να εξεταστεί αρχικά είναι ποιές επιπτώσεις θα έχει, επί μίας οικονομίας που βρίσκεται ήδη σε κατάσταση πιστωτικής ασφυξίας, (σε κατάσταση “ύφεσης χαρτοφυλακίου”-balance sheet recession), μία κατακόρυφη αύξηση της φορολογίας, είτε της άμεσης (“σχέδιο 47 σελίδων”), είτε της έμμεσης (“σχέδιο Γιουγκέρ”). Το αμέσως επόμενο ερώτημα είναι αν και κατά πόσο υπάρχει κάποια εναλλακτική (ως προς τα δύο σχέδια) δυνατότητα.

Θεωρούμε πως είναι αδύνατον να προκύψει από την εφαρμογή της μίας ή της άλλης πρότασης το επιδιωκόμενο αποτέλεσμα κάλυψης του δημοσιονομικού κενού ώστε να δημιουργηθεί πρωτογενές πλεόνασμα 1% το 2015 και 2% το 2016. (Που για το 2015 τουλάχιστον, εάν ισχύει η εκτίμηση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής ότι με τις παρούσες συνθήκες η δημοσιονομική κρίση κινείται προς πρωτογενές έλλειμμα 0,6% ισοδυναμεί με ανάγκη είσπραξης 2,9 δισεκατομμυρίων ευρώ επιπλέον, υπό την προϋπόθεση ότι το ΑΕΠ θα παραμείνει σταθερό). Πιστεύουμε πως η αποτυχία θα προέλθει από δύο αιτίες: πρώτον ότι, ακόμη και αν το ΑΕΠ ήθελε παραμείνει στο επίπεδο των 180 δισεκατομμυρίων ευρώ, το σχεδιαζόμενο ποσό είναι σχεδόν αδύνατον να εισπραχθεί και δεύτερον, ότι η εφαρμογή των μέτρων, τα οποία είναι πλήρως υφεσιακά, θα έχει ως αποτέλεσμα την άσκηση νέου κύκλου  καθοδικών πιέσεων και στο ίδιο το επίπεδο του ΑΕΠ.

Έναντι των δύο προτεινόμενων σχεδίων, θεωρούμε ότι μόνη τεχνικά εφικτή διέξοδος, ασχέτως της πολιτικής της δυσκολίας, είναι μία διαφορετική διαδικασία εξασφάλισης του απαιτουμένου ποσού για την επίτευξη των επιδιωκόμενων πρωτογενών πλεονασμάτων. Πρόκειται για την μεταφορά της προσπάθειας από την

πλευρά των δημοσίων φορολογικών εσόδων (χωρίς αυτό να σημαίνει ότι πρέπει να παραβλεφθεί η αποτελεσματική συλλογή των φόρων βάσει των υφισταμένων φορολογικών συντελεστών) στην πλευρά των δημοσίων δαπανών, και την μείωση ενός συγκεκριμένου κονδυλίου, αυτού της πληρωμής μισθών και συντάξεων των δημοσίων υπαλλήλων κατά ποσοστό 30% για το υπόλοιπο του τρέχοντος έτους και 15% (σε σχέση με το παρόν επίπεδο) το 2016. Η πρόταση αυτή υπερέχει των δύο σχεδίων που εστιάζονται στην ραγδαία αύξηση της φορολόγησης, αν εξεταστούν συγκριτικά, και στα τρία κρίσιμα επίπεδα: μακροοικονομικό, αναπτυξιακό και ηθικό.

Μακροοικονομικό

Στην (ευρύτερη κεϋνσιανή) θεωρία (“θεώρημα του ισοσκελισμένου προϋπολογισμού”) μία αύξηση της φορολογίας, και αντίστοιχη αύξηση της δημόσιας δαπάνης επιφέρει ισόποση αύξηση του ΑΕΠ. Αυτό συμβαίνει διότι η “διαρροή” από το οικονομικό κύκλωμα που αντιστοιχεί στην απόσπαση του ποσού του φόρου από τους φορείς της οικονομίας (νοικοκυριά και επιχειρήσεις), όχι μόνο αντισταθμίζεται από την εκ νέου “διοχέτευσή” της στην οικονομία μέσω της δημόσιας δαπάνης, αλλά και υπερκαλύπτεται από το γεγονός ότι ένα μέρος του ποσού αυτού εάν είχε παραμείνει στα χέρια των φορολογηθέντων υποκειμένων δεν θα είχε χρησιμοποιηθεί κατ’ αυτόν τον τρόπο, δηλαδή δεν θα είχε δαπανηθεί αλλά θα είχε αποταμιευθεί (δηλαδή θα είχε γίνει “διαρροή” από το οικονομικό κύκλωμα). Η “σύλληψη” του ποσού που αντλείται από τον φόρο, και η εν συνεχεία μετατροπή του εξ ολοκλήρου σε δαπάνη μέσω των κρατικών πληρωμών, ακυρώνει την πρόωρη “διαρροή” ενός μέρους του –”διαρροή” η οποία ως γνωστόν στο κεϋνσιανό σύστημα είναι αυτή που ασκεί “υφεσιακές πιέσεις”- από το οικονομικό κύκλωμα.

Πρόκειται, βεβαίως, για μία εξαιρετικά επισφαλή, ως προς την πρακτική της εφαρμογή, θεωρία, η οποία έτσι κι αλλιώς πρέπει να προσαρμοσθεί στην υπό συζήτηση περίπτωση κατά το ότι το δεύτερο σκέλος της δεν ισχύει. Και τούτο διότι, στην θεωρία του “ισοσκελισμένου προϋπολογισμού”, οι κρατικές δαπάνες λαμβάνουν χώρα στο εσωτερικό της εθνικής οικονομίας, ενώ στην υπό συζήτηση περίπτωση, δεν έχουμε καν ισοσκέλιση αλλά πρωτογενές πλεόνασμα το οποίο, εξ ορισμού θα σταλεί στο εξωτερικό για εξυπηρέτηση (μέρους) του χρέους. Συνεπώς, θα καταστεί “διαρροή” πράγμα που σημαίνει ότι τα πολλαπλασιαστικά αποτελέσματα της συγκεκριμένης ενέργειας θα είναι κατ’ ανάγκη αρνητικά, δηλαδή θα έχουν υφεσιακές επιπτώσεις.

Για ποιόν λόγο, όμως, θα υπερείχε η επίτευξη πρωτογενούς πλεονάσματος μέσω μείωσης της κρατικής δαπάνης για μισθούς και συντάξεις έναντι της επίτευξης του ιδίου αποτελέσματος μέσω της αύξησης της φορολογίας: Διότι, η πρώτη περίπτωση λειτουργεί, περίπου, όπως και το “θεώρημα του ισοσκελισμένου προϋπολογισμού”, με την διαφορά ότι αυτό γίνεται κατ’ αντίστροφη φορά: περιλαμβάνει στο εξαγόμενο ποσό και την “διαρροή” από το οικονομικό-εισοδηματικό κύκλωμα που ούτως ή άλλως θα υπήρχε, εάν το ποσό είχε χρησιμοποιηθεί για μισθούς και συντάξεις. Εάν στρογγυλέψουμε το επιδιωκόμενο πρωτογενές πλεόνασμα στα 3 δισεκατομμύρια ευρώ και θεωρήσουμε ότι ένα ποσοστό του, ας πούμε 30% (900 εκατομμύρια ευρώ),  στα χέρια των δημοσίων υπαλλήλων θα “διέρρεε” και πάλι από την οικονομία, λόγω αποταμίευσης, αποθησαυρισμού ή αγοράς εισαγόμενων προϊόντων, αυτό σημαίνει ότι η καθαρή “διαρροή” μέσω της πληρωμής των τόκων του δανείου θα είναι 2,1 δισεκατομμύρια ευρώ. Βεβαίως, εδώ θα παρατηρήσει κάποιος ότι και τα 3 δισεκατομμύρια των φόρων, εάν είχαν παραμείνει στα χέρια των φορολογουμένων θα είχαν επίσης “διαρροές”, οι οποίες καθ’ υπόθεσιν θα ήταν 30%. Τότε λοιπόν, γιατί υπερέχει η εκδοχή της πληρωμής μέσω μισθών, έναντι της πληρωμής μέσω φόρων. Υπερέχει διότι στην δεύτερη αυτή περίπτωση θα υπάρξει επιπλέον και η αυτόνομη “διαρροή” των 900 εκατομμυρίων ευρώ από τους μισθούς και τις συντάξεις.

Έτσι λοιπόν, έχουμε:

Στην πρώτη περίπτωση (φορολόγηση) οι καθαρές “διαρροές” από την οικονομία προς το εξωτερικό (δηλαδή οι υφεσιακές επιπτώσεις), όσον αφορά τα δύο μεγέθη, θα ήταν: 2,1 δισεκατομμύρια από την φορολόγηση όλων των πολιτών και 900 εκατομμύρια από το τμήμα των μισθών και συντάξεων του Δημοσίου που αντιστοιχεί στα 3 δισεκατομμύρια που παρέμειναν στα χέρια των μισθωτών και συνταξιούχων. Σύνολο καθαρών “διαρροών” από το κύκλωμα της οικονομίας προς το εξωτερικό (που δημιουργούν υφεσιακές πιέσεις) : 3 δισεκατομμύρια ευρώ.

Στην δεύτερη περίπτωση (περικοπή μισθών και συντάξεων Δημοσίου) οι καθαρές “διαρροές” από το κύκλωμα της οικονομίας θα ήταν 2,1 δισεκατομμύρια ευρώ.

Παρά λοιπόν το ότι και οι δύο επιλογές είναι υφεσιακές, (σύμφωνα τουλάχιστον με τα κριτήρια της στατικής προσέγγισης που χαρακτηρίζει την κεϋνσιανή θεώρηση) η δεύτερη, δηλαδή η περικοπή των μισθών και των συντάξεων του Δημοσίου κατά ένα ορισμένο ποσό είναι λιγότερο υφεσιακή από την πρώτη επιλογή της (υπερ)φορολόγησης. Και ως εκ τούτου οφείλει να την υιοθετήσει μία κυβέρνηση η οποία, έχει καταβυθίσει την οικονομία στην πραγματική ύφεση λόγω της υποτιθέμενης προσπάθειάς της να μην λάβει υφεσιακά μέτρα!

(Παρατήρηση 1. Η προσφυγή στην μείωση μισθών και συντάξεων είναι προτιμητέα στην συζητούμενη περίπτωση αυτή. Εάν, όμως, στόχος ήταν το αντίθετο, δηλαδή η απλή ισοσκέλιση του προϋπολογισμού, θα συνέφερε να υιοθετηθεί η άλλη πολιτική, δηλαδή η ταυτόχρονη αύξηση της φορολόγησης και της κρατικής δαπάνης, διότι αυτή θα ήταν η περισσότερο αναπτυξιακή. Παρατήρηση 2. Για όσους ενδεχομένως θα αγανακτήσουν με την “αφαίμαξη” του ελληνικού λαού προς χάριν των δανειστών. Για την κανονική, χωρίς δανεισμό, εξυπηρέτηση του χρέους, απαιτείται ένα πρωτογενές πλεόνασμα ίσο τουλάχιστον με το 4% του σημερινού ΑΕΠ. Το επιδιωκόμενο πρωτογενές πλεόνασμα του 1% του ΑΕΠ θα κάλυπτε την ομαλή εξυπηρέτηση του χρέους μόνο εάν οι δανειστές μας το είχαν, ήδη, μειώσει κατά 70%).

Αναπτυξιακό
Η τοποθέτηση της δαπάνης για ηλεκτρική ενέργεια στην ομάδα των αγαθών που θα επιβαρυνθούν με ποσοστό ΦΠΑ 23% (“σχέδιο Γιουγκέρ”), ή η έκτακτη φορολόγηση των επιχειρήσεων με σκοπό την απόσπαση από αυτές επιπλέον φόρου, συνολικά μεγαλύτερου του 1 δισεκατομμυρίου ευρώ (“σχέδιο 47 σελίδων”), αποτελούν καταδρομικές επιχειρήσεις εναντίον της οικονομίας που βρίσκονται πέραν πάσης λογικής. Θα καταβαραθρώσουν την ανταγωνιστικότητα της ελληνικής παραγωγής, την δυνατότητα των επιχειρήσεων να διαθέτουν ακόμη και το ελάχιστο κεφάλαιο κινήσεως και θα αυξήσουν την ανεργία κατακόρυφα. Στην πραγματικότητα αυτό που θα επιφέρουν θα είναι ότι κάθε επένδυση θα καταστεί, αυτομάτως, ανέφικτη και αντιοικονομική, ενώ, εκ παραλλήλου, θα αποστραγγίσουν κάθε επενδυτικό πόρο από την ελληνική οικονομία. Επιπροσθέτως οι δυσμενείς επιπτώσεις θα επεκταθούν και στο χρηματοπιστωτικό επίπεδο διότι, εξ ορισμού σχεδόν, συνεπάγονται μία περαιτέρω συρρίκνωση της ρευστότητας και της πραγματικής νομισματικής κυκλοφορίας. Θα πλήξουν δε, κυρίως, τον ήδη ισχνό και υπό μεγάλη πίεση τομέα των “διεθνώς εμπορευσίμων” αγαθών και υπηρεσιών, δηλαδή τον τομέα στον οποίο εναποτίθενται όλες οι ελπίδες για την πρόσκτηση αναπτυξιακής δυναμικής από την ελληνική οικονομία. Και τούτο διότι στον εν λόγω τομέα, οι παραγωγοί ουσιαστικά ανταγωνίζονται ομοειδείς παραγωγούς από όλον τον κόσμο, και η μείωση του ποσοστού κερδοφορίας, ή η αύξηση του απαιτούμενου κόστους λειτουργίας, πλήττοντας την ανταγωνιστικότητά τους, τους θέτει ουσιαστικά εκτός αγοράς. Δεν συμβαίνει, βεβαίως, το ίδιο με τους παραγωγούς “διεθνώς μη εμπορευσίμων” αγαθών και υπηρεσιών, — τομέως άλλωστε που δεν χαρακτηρίζεται από υψηλή παραγωγικότητα-, οι οποίοι αντιμετωπίζοντας μόνο εγχώριο ανταγωνισμό, δεν θα δουν τους όρους δραστηριοποίησής τους να αλλοιώνονται ουσιαστικά (πέραν της μείωσης της “ενεργού ζητήσεως” που θα επιφέρει καθ’ υπέρβασιν η απόσπαση των φόρων).

Αντίθετα, η επίτευξη του πρωτογενούς πλεονάσματος μέσω της μείωσης του κονδυλίου μισθών και συντάξεων του Δημοσίου θα έχει πολύ ηπιότερες δυσμενείς αναπτυξιακές επιπτώσεις στην ελληνική οικονομία, και μόνο σε ένα πολύ αρχικό στάδιο. (Ενδεχομένως δε να μην έχει και καμμία απολύτως). Το πλέον πιθανό είναι ότι, με την αλλαγή κλίματος που θα επιφέρει, θα συμβάλλει δυναμικά στην εμφύσηση  αναπτυξιακού δυναμισμού στην οικονομία.

Ηθικό

Εάν θέλουμε να είμαστε ειλικρινείς πρέπει να πούμε ότι οι δημόσιοι υπάλληλοι παρακολουθούν την εδώ και πέντε έτη εξελισσόμενη ελληνική κρίση σαν μία δραματική κινηματογραφική ταινία, η οποία τους έχει ίσως συγκινήσει, αλλά δεν έχει αλλοιώσει την βιοτική τους πραγματικότητα. Βεβαίως έχουν υποστεί σημαντικές μειώσεις στα εισοδήματά τους, πλην όμως, αυτές, -εάν και πάλι θέλουμε να είμαστε ειλικρινείς-, δεν είναι παρά “διορθώσεις” σε σχέση με τις αδικαιολόγητες και πραγματικά παράλογες αυξήσεις που έλαβαν στην περίοδο 2002-2009. Επιπλέον,   δεν συγκρίνονται με την κατάρρευση εισοδημάτων που έχουν υποστεί  οι εργαζόμενοι του ιδιωτικού τομέα. Πέραν αυτού όμως, οι δημόσιοι υπάλληλοι και συνταξιούχοι πληρώνονται πάντοτε στην ώρα τους, και δεν αντιμετώπισαν ποτέ το φάσμα της ανεργίας και της ανασφάλειας. (Πάρα πολλοί μάλιστα από αυτούς, μόλις εμφανίστηκε στον ορίζοντα το φάσμα της κρίσης, έσπευσαν σε νεαρή ηλικία να “δραπετεύσουν” προς την σύνταξη). Η τραγωδία που πλήττει εκατομμύρια Έλληνες εργαζόμενους του ιδιωτικού τομέα δεν έχει ουσιαστικά ακουμπήσει τους δημόσιους υπάλληλους. Και για τον λόγο αυτό θα πρέπει να συνεισφέρουν στην αντιμετώπισή της κάτι και αυτοί, κάτι περισσότερο από ότι συνεισέφεραν έως τώρα.

Η συμμετοχή τους, άλλωστε, στην προσπάθεια διάσωσης της χώρας δεν είναι μόνο ηθική επιταγή. Είναι επίσης και πράξη αυτοπροστασίας. Εάν στην πρώτη περίοδο της κρίσης θύματα υπήρξαν αποκλειστικά οι εργαζόμενοι του ιδιωτικού τομέα, μία πιθανή δεύτερη περίοδος της, που θα ξεκινήσει από μία χρεοκοπία του ελληνικού Δημοσίου, θα έχει, πλέον, ως θύματά της αυτούς τους ίδιους και θα τους οδηγήσει σε τραγικές καταστάσεις, για τις οποίες ίσως δεν είναι και προετοιμασμένοι.

Οι δημόσιοι υπάλληλοι στην παρούσα συγκυρία θα πρέπει να αντιληφθούν τους εαυτούς τους ως επιβάτες ενός πλοίου που κινδυνεύει να βυθισθεί στην θαλασσοταραχή λόγω υπερφόρτωσης. Η υπερφόρτωση οφείλεται στο ότι έχουν τοποθετήσει στα αμπάρια του πλοίου πάρα πολλά περιουσιακά τους αγαθά μεγάλης αξίας. Μέσα στην τρικυμία όμως και εν όψει της απειλής του ναυαγίου έχουν έρθει αντιμέτωποι με δύο διαζευκτικές επιλογές. Η πρώτη είναι να παραμείνουν προσκολλημένοι στα πολύτιμα αγαθά τους (δηλαδή τα προνόμιά τους) και να χαθούν για πάντα στον βυθό της θάλασσας σφικταγκαλιασμένοι με αυτά, παρασέρνοντας βέβαια μαζί τους στον υγρό τους τάφο και τους υπόλοιπους “αθώους” επιβάτες που είχαν επιβιβαστεί στο πλοίο χωρίς αποσκευές, οικοσκευές και περιττά βάρη. Η δεύτερη είναι να τα αποχωρισθούν στέλνοντάς τα μόνα τους στον βυθό για να καταφέρουν να συνεχίσουν το ταξίδι τους με το πλοίο “Ελλάς” προς την σωτηρία. Τι θα πρέπει να διαλέξουν άραγε.

Συμπέρασμα-πρόταση

Προτείνουμε την απόρριψη κάθε σχεδίου συμφωνίας που θα στηρίζεται στην νέα αύξηση των φορολογικών βαρών της ελληνικής οικονομίας. Αντί αυτών προτείνουμε την πρωτοβουλιακή υιοθέτηση εκ μέρους της ελληνικής κυβερνήσεως ενός προγράμματος για την επίτευξη πρωτογενούς πλεονάσματος 1% και 2% του ΑΕΠ, το παρόν έτος και το επόμενο, το οποίο θα στηρίζεται κατά κύριο λόγο σε μία και μοναδική ρύθμιση: στην εξοικονόμηση ποσού 2,7 δισεκατομμυρίων ευρώ φέτος, από την μείωση των μισθών και των συντάξεων των δημοσίων υπαλλήλων έως το τέλος του τρέχοντος έτους κατά 30% (δηλαδή την προσωρινή μείωση στην διάρκεια του β΄ εξαμήνου). Και στην εξοικονόμηση επιπλέον 2,7 δισεκατομμυρίων ευρώ το 2016 από την μείωση (ως προς τα σημερινά επίπεδα) των ίδιων αμοιβών και  συντάξεων κατά 15%. Εάν χρειασθούν επιπλέον έσοδα αυτά δεν μπορεί παρά να είναι μικρής έκτασης και θα καταστεί δυνατόν να εξευρεθούν με συμπληρωματικές, επί μέρους ρυθμίσεις που μπορεί να έχουν ταυτόχρονα και αναπτυξιακό χαρακτήρα. Θεωρούμε όμως, ιδιαίτερα πιθανόν ότι δεν θα χρειασθούν άλλα εισπρακτικά μέτρα διότι η βασική αυτή ρύθμιση θα προσδώσει σφριγηλό αναπτυξιακό ρυθμό στην ελληνική οικονομία που θα διευκολύνει και την δημοσιονομική διαχείριση.

* Οι κ. κ. Δημήτρης Α. Ιωάννου και Χρήστος Α. Ιωάννου είναι Οικονομολόγοι 

Advertisements