Να σβήσουμε τις «κόκκινες γραμμές»

by ggeorgan

Η συγχώνευση του πελατειακού κράτους
με τους προμάχους του κρατικού καπιταλισμού

Δημήτρης Ιωάννου

8 Μαΐου 2015

Σύνδεσμος δημοσίευσης

Η χώρα απειλείται σήμερα με καταστροφή διότι κυβερνάται από μία πολιτική δύναμη η οποία υποσχέθηκε προεκλογικά κάτι που ισοδυναμούσε με το ότι θα κλείδωνε το συρτάρι και θα προλάβαινε να βάλει τα κλειδιά μέσα. Υπόσχεση που έγινε δεκτή και πιστευτή από εκείνο το τμήμα των ψηφοφόρων που ήταν ευεπίφορο σε παρόμοιες ιδέες. Είναι, όμως, το πρόβλημα της χώρας μόνο αυτό, δηλαδή οι μη πραγματοποιήσιμες επαγγελίες της κυβέρνησης; Δυστυχώς όχι. Η ευθύνη του αδιεξόδου δεν ανήκει αποκλειστικά στην κυβέρνηση. Την μοιράζεται μαζί της και η αντιπολίτευση, η οποία την ανταγωνίζεται σε υποκρισία και δημοκοπία. Η συνεχής παραίνεση που ακούγεται εκ μέρους της, «κλείστε την συμφωνία αμέσως», όταν δεν συνοδεύεται από περιγραφή και επεξήγηση των όρων που πρέπει να περιλαμβάνει αυτή η συμφωνία, είναι εξ ίσου ανεύθυνη και παραπλανητική με την κυβερνητική αδολεσχία. Και μάλιστα, για να είμαστε δίκαιοι, πρέπει να παραδεχθούμε ότι η κυβέρνηση, ευρισκόμενη στο αδιέξοδο που η ίδια δημιούργησε και κάνοντας την ανάγκη φιλοτιμία, έχει εξηγήσει σαφώς, έστω και υπό μορφή «εκβιαστικού διλήμματος», τους λόγους για τους οποίους δεν δύναται να συνάψει την πολυπόθητη συμφωνία με τους Ευρωπαίους και ως εκ τούτου, οδηγεί την χώρα στην καταστροφή. Έχει δηλαδή εξηγήσει ότι υπάρχουν τέσσερις «κόκκινες γραμμές» τις οποίες δεν μπορεί να υπερβεί οπισθοχωρώντας, και έχει διατυπώσει προς την αντιπολίτευση το –διόλου ρητορικό– ερώτημα: «Εσείς θα συνάπτατε μία συμφωνία στην οποία θα έπρεπε να δεχθείτε μείωση συντάξεων, μείωση μισθών, αποδοχή των ιδιωτικοποιήσεων και απελευθέρωση των απολύσεων;».

Πρόκειται για μία ερώτηση στην οποία, για ευνόητους λόγους, η αντιπολίτευση κωφεύει, προσποιούμενη ότι δεν την άκουσε, και συνεχίζει επαναλαμβάνοντας μονότονα την επωδό του «κλείστε την συμφωνία άμεσα». Δεν θα μπορούσε να κάνει διαφορετικά άλλωστε εφ’ όσον, πατροπαράδοτα παρ’ ημίν, η θέση της αντιπολίτευσης είναι να μη λέει δυσάρεστες αλήθειες, ή μάλλον να μη λέει καθόλου αλήθειες, αλλά μόνο να δίνει μη εκπληρώσιμες υποσχέσεις τις οποίες, συνήθως, η στρουθοκαμηλική μας κοινωνία, επικροτεί και υιοθετεί. Στη συγκεκριμένη, μάλιστα, περίπτωση θα πρέπει να αναγνωρίσει κανείς ότι υπάρχει κάποιο ίχνος συνέπειας στη στάση και της αντιπολίτευσης. Οι «κόκκινες γραμμές» που θέτει η κυβέρνηση, στην πραγματικότητα είναι και δικές της «κόκκινες γραμμές», πράγμα που τα κόμματα που άσκησαν την εξουσία μέχρι πρόσφατα το απέδειξαν περίτρανα. Το απέδειξαν, δηλαδή, με τον εμβαλωματικό τρόπο με τον οποίο εφάρμοσαν επί μία πενταετία το σταθεροποιητικό πρόγραμμα της ελληνικής οικονομίας, γνωστό και ως «Μνημόνιο», φροντίζοντας να θίξουν όσο το δυνατόν λιγότερο, φίλους, γνωστούς και –κυρίως– πολιτικούς πελάτες. Γιατί η αλήθεια, την οποία από κοινού αποκρύπτουν από την κοινή γνώμη κυβέρνηση και αντιπολίτευση, έγκειται στο ότι δεν είναι δυνατή η σύναψη κάποιας συμφωνίας με τους «δανειστές», εάν δεν ποδοπατηθούν και δεν κονιορτοποιηθούν οι «κόκκινες γραμμές». Μόνο που κάτι τέτοιο θα ήταν ιδιαίτερα οδυνηρό για όλον τον πολιτικό κόσμο, διότι σε πολύ μεγάλο βαθμό η παραβίαση των «κόκκινων γραμμών» σήμερα, ενώ δεν θα έχει δυσμενείς συνέπειες για τον απλό εργαζόμενο λαό, θα έχει καταστρεπτικές συνέπειες για το «βαθύ» πελατειακό κράτος, τον χώρο δηλαδή από τον οποίον τα κόμματα αντλούν –ή αντλούσαν μέχρι πρόσφατα–, κατά κύριο λόγο, την οργανωτική τους ισχύ και ενέργεια.

Στα πέντε προηγούμενα χρόνια, οι εφαρμόζοντες το «Μνημόνιο», υπονομεύοντάς το εκ των έσω ακόμη περισσότερο απ’ ότι το υπονόμευε η όποια αντιπολίτευση, φρόντιζαν να επιρρίπτουν το βάρος της υποτιθέμενης προσαρμογής κυρίως στους εργαζόμενους και στους άνεργους του ιδιωτικού τομέα, (και βεβαίως, μερικώς, στους απλούς εργαζόμενους του Δημοσίου), καταφέρνοντας, στο μέτρο του δυνατού, να περιορίσουν στο ελάχιστο τις απώλειες που υπέστη το «βαθύ» πελατειακό κράτος. Αυτό όμως δεν άρκεσε, για τον απλό λόγο ότι τον πλούτο της ελληνικής κοινωνίας, όσο περιορισμένος και αν είναι, δεν τον δημιουργεί ο κρατικο-κομματικός παρασιτισμός αλλά τα παραγωγικά τμήματα του ιδιωτικού τομέα, η απομύζηση των οποίων ήταν μοιραίο να οδηγήσει την οικονομία σε περιδίνηση. Ως εκ τούτου, σήμερα, δεν έχει απομείνει τίποτε άλλο στους απλούς εργαζόμενους και στους λίγους παραγωγικούς επιχειρηματίες το οποίο να μπορεί να λεηλατήσει το κομματικό πελατειακό κράτος, με αποτέλεσμα κάθε πολιτική ευθυγράμμισης της δαπάνης της οικονομίας με το παραγόμενο εισόδημα, όπως αυτή που επιχειρούν να επιβάλουν οι «δανειστές», να στρέφεται, υποχρεωτικά πλέον, στον περιορισμό των προνομίων του ιερού μόσχου του πελατειακού κράτους.

Αυτός ακριβώς είναι και ο λόγος που οι τρεις, τουλάχιστον, από τις τέσσερις «κόκκινες γραμμές» που θέτει η κυβέρνηση, με την σιωπηρή και αιδήμονα

συναίνεση της αντιπολίτευσης, αφορούν την υπεράσπιση του πελατειακού κράτους και των προνομίων που τα μέλη του κατάφεραν να προσποριθούν, σταδιακά, σε όλη την διάρκεια της μεταπολίτευσης, ή μάλλον της μεταπολεμικής περιόδου. Συνεπώς, όποιος πραγματικά ενδιαφέρεται για την σωτηρία της χώρας, και όχι απλά για να δημαγωγήσει, πρέπει να είναι σαφής και ειλικρινής και να απαντήσει στο ερώτημα του Σύριζα ευθέως και καθαρά, δηλώνοντας: «Ναι, πρέπει να υποχωρήσετε πίσω και από τις τέσσερις «κόκκινες γραμμές» σας γιατί αυτό απαιτείται όχι μόνο για την διάσωση της χώρας αλλά και για την εμπέδωση στοιχειώδους κοινωνικής δικαιοσύνης». Ίσως, όμως, μία παρόμοια παρότρυνση να αποτελεί αφελή ματαιοπονία. Είναι τελείως χαρακτηριστικό το γεγονός ότι ένα κομμουνιστικό –υποτίθεται– κόμμα, επί τρεις μήνες τώρα στην εξουσία, δεν έχει εκδηλώσει το παραμικρό ενδιαφέρον για το 1,5 εκατομμύριο ανέργων, δείχνοντας ότι άμεση και πραγματική προτεραιότητά του είναι οι υπάλληλοι της ΓΕΝΟΠ-ΔΕΗ, της πρώην ΕΡΤ, η αναβάθμιση του κρατικού συνδικαλισμού κλπ. Το πολιτικό γεγονός που υποτείνει την παρούσα κατάσταση είναι, δυστυχώς, εξαιρετικά απλό, αλλά και ελαφρά ανατριχιαστικό: το κοινωνικό τέρας που δημιουργήθηκε και αναθράφηκε σε όλη την μεταπολεμική περίοδο από τα παραδοσιακά πολιτικά κόμματα, δηλαδή το πελατειακό κράτος, αυτονομήθηκε από αυτά μέσα στις συνθήκες της κρίσης και σε μεγάλο βαθμό συγχωνεύθηκε με τον πολιτικό σχηματισμό εκείνον που είναι φορέας της πιό «κατάλληλης» και συγγενικής προς την φύση του πολιτικής ιδεολογίας, δηλαδή της ιδεολογίας του κρατικού καπιταλισμού. Υπ’ αυτό το πρίσμα, όλα όσα συμβαίνουν σήμερα είναι απολύτως φυσιολογικά και ευεξήγητα. Οι «κόκκινες γραμμές» βρίσκονται εκεί που βρίσκονται όχι για να περιφρουρήσουν τα δίκαια του «λαού», αλλά για να υπερασπίσουν ένα κοινωνικά άδικο και οικονομικά αναποτελεσματικό καθεστώς το οποίο η ελληνική κοινωνία θα έπρεπε από καιρό να είχε καταργήσει από μόνη της, χωρίς την υπόδειξη κανενός «εταίρου» ή «δανειστή». Η κυβέρνηση, έχοντας συλλάβει όμηρο τον ελληνικό λαό, απειλεί να τον θυσιάσει ολοκληρωτικά και διά παντός, σαν την Ιφιγένεια στην Αυλίδα, στην απέλπιδα προσπάθειά της να περισώσει το πελατειακό κράτος και, ίσως, να υλοποιήσει το όραμα του κρατικού καπιταλισμού που την συνεγείρει. Η δε αντιπολίτευση, σε εξάρσεις δημαγωγικής ανηθικότητας και αυτοκαταστροφικής μυωπίας, εν μέσω των κενών περιεχομενου «εκκλήσεων» για την άμεση υπογραφή συμφωνίας, δεν παραλείπει και να απειλεί την κυβέρνηση, «να μην τολμήσει», αντί να την εκλιπαρεί όπως θα όφειλε, να υπογράψει τρίτο Μνημόνιο!

Οι τρεις λόγοι για τους οποίους ο ελληνικός λαός πρέπει να αναγκάσει την κυβέρνηση να υποχωρήσει πίσω από τις «κόκκινες γραμμές» της:

Ο πρώτος λόγος είναι αυτονόητος: εάν η κυβέρνηση δεν μειώσει, ας πούμε, τις συντάξεις των πολιτικών της πελατών των ΔΕΚΟ, κατά 10%, και επέλθει η κατάρρευση της χώρας τότε η μείωση των συντάξεων όλων ανεξαιρέτως των Ελλήνων θα είναι της τάξεως του 50, 60 ή 70%. Τόσο απλά.

Ο δεύτερος λόγος είναι ότι η πολιτική ανάλυση που ισχυρίζεται πως η Ελλάδα είναι σε πλεονεκτική θέση και έχει την δύναμη να επιβάλει τις απόψεις της στους «δανειστές», εκμαιεύοντας «πολιτική λύση» και μη αποδεχόμενη να εφαρμόσει την παραμικρή μεταρρύθμιση, χάρις στο όπλο της υποτιθέμενης «βόμβας» της ελληνικής κατάρρευσης που μπορεί να καταστρέψει την ευρωζώνη και να κάνει τους Ευρωπαίους να χάσουν τα λεφτά τους, είναι μία ανάλυση τελείως λανθασμένη, ανόητη και παραπλανητική. Οι Ευρωπαίοι γνωρίζουν ότι η ανάκτηση του συνόλου του ποσού που έχουν δανείσει στην Ελλάδα είναι εξαιρετικά επισφαλής και αμφίβολη. Η μόνη εγγύηση που μπορούν να έχουν ότι δεν θα υποστούν απώλειες, ή ότι οι απώλειές τους θα είναι οι ελάχιστα δυνατές λαμβάνοντας υπ’ όψιν την πραγματική κατάσταση, θα ήταν το να δημιουργεί η Ελλάδα κάθε χρόνο τέτοιο πρωτογενές πλεόνασμα που να της δίνει την δυνατότητα να εξυπηρετεί τα δάνειά της, πληρώνοντάς τους τόκους, χωρίς να χρειάζεται να δανείζεται παρά μόνον για την περιοδική αναχρηματοδότηση του χρέους της. Εγγύηση, δηλαδή γι’ αυτούς θα ήταν να εισέλθει η ελληνική οικονομία σε μία ατραπό εξωτερικής χρηματοδοτικής ισορροπίας που είτε δεν θα αυξάνει, είτε θα μειώνει το χρέος της. Σε μία τέτοια λογική είναι δυνατόν να δεχθούν, ορθολογικά σκεπτόμενοι, και μία απομείωση του χρέους, εάν αποδειχθεί ότι παρά την προσπάθεια που κατέβαλε η Ελλάδα, η διατήρηση της σε συνθήκες εξωτερικής χρηματοδοτικής ισορροπίας δεν είναι εφικτή.

Αντιθέτως, οι Ευρωπαίοι δεν έχουν κανέναν λόγο να δεχθούν δύο άλλα πράγματα. Το πρώτο είναι να έχει η Ελλάδα πρωτογενή πλεονάσματα (ελλείμματα) που δεν μπορούν μεσομακροχρόνια να εξυπηρετήσουν το χρέος, και να χρειάζεται ως εκ τούτου να την δανείζουν, σε σταθερή βάση, για να πληρώνει τους τόκους της. Σε αυτή την περίπτωση είναι προφανές ότι η Ελλάδα θα βρίσκεται σε ατραπό που οδηγεί σε νέα χρεοκοπία, και ως εκ τούτου οι Ευρωπαίοι, αποδεχόμενοι κάτι παρόμοιο, απλώς θα αύξαναν τα κεφάλαιά τους που βρίσκονται σε επισφάλεια.

Επειδή όμως η συγκεκριμένη εξέλιξη είναι ταυτόσημη με την «πολιτική συμφωνία» που αναζητεί η κυβέρνηση του Σύριζα, είναι προφανές ότι δεν έχουν κανένα κίνητρο να την αποδεχθούν γιατί έτσι απλώς, αυξάνουν τις πιθανές μελλοντικές απώλειές τους. (Και ταυτοχρόνως υπονομεύουν ολοκληρωτικά τις συνθήκες και τους όρους ύπαρξης και λειτουργίας της ευρωζώνης). Για τον λόγο αυτό η επιδίωξη του Σύριζα για «πολιτική λύση», δηλαδή αέναη χρηματοδότηση, δεν έχει την παραμικρή πιθανότητα να γίνει δεκτή.

Το δεύτερο πράγμα που δεν πρόκειται να δεχθούν σε καμμία περίπτωση οι Ευρωπαίοι δανειστές, γιατί δεν έχουν κανενα λόγο να το δεχθούν ούτε από λογιστική, ούτε από πολιτική άποψη, είναι η κατόπιν μίας εθελουσίας εξόδου της Ελλάδας από το ευρώ, μονομερής «διαγραφή» του χρέους της. Πρόκειται για μία τραγική ψευδαίσθηση που καλλιεργείται και κυκλοφορεί ευρέως στις τάξεις των «σκληρών» του Σύριζα. Σύμφωνα με αυτήν μία εθελοντική χρεοκοπία και επιστροφή στην δραχμή συνεπάγεται αυτομάτως και την εξαφάνιση του εξωτερικού χρέους της χώρας.

Οι Ευρωπαίοι, όμως, δέχτηκαν το 2012 και μπορεί να δεχτούν και άλλη απομείωση του χρέους τους στο μέλλον, μόνο σε ένα πλαίσιο μεγιστοποίησης του συνολικού οφέλους τους που προϋποθέτει την παραμονή της Ελλάδας στην ευρωζώνη. Εάν η Ελλάδα αποχωρήσει από την ευρωζώνη, δημιουργώντας τους και καποιες λιγότερο ή περισσότερο σοβαρές «αβαρίες», δεν θα έχουν κανέναν, μα κανέναν, λόγο να της χαρίσουν μερικές εκατοντάδες δισεκατομμύρια ευρώ. Προφανώς σε συνθήκες που μόνο ευνοϊκές δεν θα είναι για την εθνική μας αξιοπρέπεια, ή ακόμη και για την εθνική μας ασφάλεια, θα δημιουργήσουν τις προϋποθέσεις και τους μηχανισμούς με τους οποίους, έστω και σε βάθος χρόνου (όπως συνέβη και με τον ΔΟΕ του 1897, ο οποίος εισέπραττε προς χάριν των πιστωτών έως και το 1972), θα ανακτήσουν το σύνολο των δανεικών. Ακόμη και από τα δισέγγονά μας. Για το λόγο αυτό η ανάλυση του τύπου «τους χρωστάμε πολλά και γι’ αυτό τους έχουμε στο χέρι», είναι μία ανάλυση καφενείου, που παραβλέπει τα πραγματικά κίνητρα που κινούν τους δανειστές. Η μόνη δυνατή διαδικασία απομείωσης του χρέους μας περνά μέσα από την επίτευξη μίας συμφωνίας μαζί τους, αλλά και η επίτευξη της συμφωνίας, με τη σειρά της, περνάει μέσα από την υιοθέτηση μεταρρυθμίσεων που καταργούν τις «κόκκινες γραμμές» και περιορίζουν το πελατειακό κράτος μεν, μπορούν να προσδώσουν στην ελληνική οικονομία τροχιά εξωτερικής χρηματοδοτικής ισορροπίας, δε.

Ο τρίτος λογος για τον οποίον πρέπει οι ¨Ελληνες πολίτες να αναγκάσουν την κυβέρνηση να σβήσει τις «κόκκινες γραμμές» και να προχωρήσει στις μεταρρυθμίσεις που θα φέρουν τη συμφωνία, είναι ο πλέον σημαντικός: οι μεταρρυθμίσεις, που εμποδίζονται από τις «κόκκινες γραμμές», είναι μεταρρυθμίσεις κοινωνικής δικαιοσύνης και οικονομικής αποτελεσματικότητας, οι οποίες θα έπρεπε να υιοθετηθούν ακόμη και αν δεν υπήρχαν οι δανειστές, Ακόμη και αν η χώρα δεν αντιμετώπιζε το φάσμα της καταστροφής της. Είναι εκείνες οι μεταρρυθμίσεις που επειδή δεν έγιναν το 2000, η Ελλάδα οδηγήθηκε στην καταστροφή του 2010. Είναι μεταρρυθμίσεις που θα όφειλε να προωθήσει κάθε δημοκρατική, προοδευτική και πατριωτική κυβέρνηση. Οι «κόκκινες γραμμές», εμποδίζοντας τον ουσιαστικό κοινωνικό εκδημοκρατισμό της χώρας, δεν κάνουν τίποτε άλλο παρά να οριοθετούν την κοινωνική και οικονομική οπισθοδρόμηση που αντιπροσωπεύουν οι υπερασπιστές τους. Αυτό, άλλωστε, φαίνεται και από το γεγονός ότι χειρίζονται τις μεταρρυθμίσεις με την κλασική –σταλινική– μέθοδο της συκοφαντικής μετωνυμίας. Τη μεταρρύθμιση του συνταξιοδοτικού την ονομάζουν «μείωση συντάξεων», τον εξορθολογισμό της μισθοδοτικής δαπάνης στο ευρύτερο Δημόσιο τον ονομάζουν «μείωση των μισθών», την αποκρατικοποίηση την ονομάζουν «ιδιωτικοποίηση», και την απελευθέρωση της αγοράς εργασίας την ονομάζουν «απελευθέρωση των απολύσεων».

Η «μείωση των συντάξεων», δηλαδή η μεταρρύθμιση του ασφαλιστικού συτήματος, αποτελεί κατ’ απόλυτη προτεραιότητα την πιο άμεση ανάγκη στην προσπάθεια επιβίωσης του ελληνικού έθνους. Δεν μας χρειαζόταν καν να έρθουν οι «θεσμοί»(!) για να μας το πουν. Ακόμη και η κυβέρνηση, εξωραΐζοντας τα πράγματα στον έσχατο βαθμό όπως το συνηθίζει, παραδέχεται ότι η παρούσα κατάσταση δεν είναι βιώσιμη μετά από το 2017. Στην πραγματικότητα, βεβαίως, δεν ξέρουμε αν είναι βιώσιμη ούτε έως το τέλος του τρέχοντος έτους. Αρκεί να λάβει κανείς υπ’ όψιν του ότι οι πραγματικά αμειβόμενοι εργαζόμενοι –όρος που σήμερα είναι εντελώς διαφορετικός από τον απλό όρο «εργαζόμενος»– του ιδιωτικού τομέα, οι οποίοι ουσιαστικά συντηρούν το σύστημα με τις εισφορές τους, είναι πολύ λιγότεροι από τους συνταξιούχους. Την ίδια στιγμή που το συνταξιοδοτικό, ως συνέπεια της προχειρότητας και της αυθαιρεσίας δεκαετιών, είναι ένα πραγματικό χάος, όπου κυριαρχούν η αδικία και η ανισότητα, και όπου οι εργαζόμενοι και οι φορολογούμενοι, αλλά και οι συνταξιούχοι του ιδιωτικού τομέα, αφαιμάσσονται και αδικούνται κατάφωρα προκειμένου να εξυπηρετηθούν οι συνταξιούχοι των «ευγενών ταμείων», δηλαδή ένας από τους πιό ισχυρούς βραχίονες του πελατειακού κράτους. Και όπου, στους «ευγενείς κλάδους», οι πρόωρες συνταξιοδοτήσεις, με τα «πλασματικά χρόνια» υπηρεσίας, συνεχίζονται αδιάπτωτα. Με τις συντάξεις να απορροφούν το 17,5% του ΑΕΠ, το υψηλότερο ποσοστό στην ευρωζώνη. Το να αρνείται, συνεπώς, κάποιος να πάρει άμεσα μέτρα εξορθολογισμού του συστήματος, το οποίο αν καταρρεύσει θα συμπαρασύρει και όλη την εθνική οικονομία μαζί του, λέγοντας μάλιστα παραπλανητικά ότι αρνείται «να μειώσει συντάξεις», είναι εντελώς παράλογο, ακόμη και αν ο πραγματικός του στόχος είναι ο πλήρως αήθης στόχος να περισώσει τα προνόμια των μελών του πελατειακού κράτους. Στην κατάρρευση, όμως, θα χάσουν και αυτοί όχι μόνο τα προνόμιά τους αλλά και την σύνταξή τους καθ’ ολοκληρίαν. Είναι εξ ίσου παράλογο όσο θα ήταν αν ένας καρκινοπαθής με προχωρημένο θανατηφόρο καρκίνο αρνιόταν να υποστεί την εγχείρηση που θα του έσωζε την ζωή, λέγοντας ότι δεν θέλει να έχει, μετεγχειρητικά, ουλές στα απόκρυφα μέρη του σώματός του!

Η «μείωση των μισθών» είναι κάτι για το οποίο όλοι εμείς που δεν συμμετέχουμε στις συζητήσεις με τους δανειστές, δεν μπορούμε να ξέρουμε σε ποιό βαθμό αποτελούν ένα πραγματικό αίτημά τους, ή είναι ένα εφεύρημα της κυβέρνησης με σκοπό την παραπληροφόρηση. Ακομη όμως και αν οι δανειστές δεν έχουν θέσει τέτοιο ζήτημα, θα έπρεπε να το θέσουν οι εργαζόμενοι τόσο του ιδιωτικού, όσο και του δημόσιου τομέα. Όχι βέβαια με αυτόν τον οργουελιανό τίτλο αλλά ως «εξορθολογισμό της μισθολογικής πραγματικότητας του δημόσιου τομέα». Εξορθολογισμός ο οποίος είναι απαραίτητο να στηρίζεται στην μηδέποτε εφαρμοσθείσα στην Ελλάδα αρχή «ίσος μισθός για ίση εργασία και ίσα προσόντα».

Εφαρμοζόμενη, εν πρώτοις, στην σχέση μεταξύ μισθών ιδιωτικού και δημόσιου τομέα. Διότι η δημοσιοϋπαλληλία μπορεί να είναι, πράγματι, ένα «θεμέλιο του έθνους», στην περίπτωση βεβαίως που το έθνος νοείται ως πελατειακό κράτος, αλλά σε μία χώρα πάσχουσα και αιμάσσουσα οικονομικά, τον 21ο αιώνα, δεν υπάρχει καμμία δικαιολογία για να αμείβεται ο δημόσιος υπάλληλος, που μεταξύ άλλων απολαμβάνει και το προνόμιο της μονιμότητας, περισσότερο από όσο η ιδιωτική, δηλαδή η πραγματική οικονομία, της χώρας μπορεί να αμείψει τον ομόλογό του εργαζόμενο στον ιδιωτικό τομέα. Η προνομιακη αμοιβή του δημοσίου υπαλλήλου είναι και πηγή κοινωνικής διαφθοράς και αιτία οικονομικής δυσπραγίας και διαρθρωτικών στρεβλώσεων της εθνικής οικονομίας. Η αρχή της ίσης αμοιβής, όμως, πρέπει, ακόμη περισσότερο και επειγόντως, να εφαρμοσθεί και στο εσωτερικό του ίδιου του δημόσιου τομέα. Μετά από 5 έτη μειώσεων, περικοπών, «ρυθμίσεων» και «εξισώσεων των αμοιβών», η ανισότητα μεταξύ «απλών» υπαλλήλων και υπαλλήλων στους «πολιτικά ευαίσθητους» κλάδους συνεχίζεται ή και αυξάνεται, με το ενιαίο μισθολόγιο να μην εφαρμόζεται στις δημόσιες επιχειρήσεις ή στις ΔΕΚΟ, ή να καταστρατηγείται με τις γνωστές μεθόδους όπως, για παράδειγμα, των (εικονικών) υπερωριών των 1.400 ευρώ το μήνα! Μία τέτοια κατασπατάληση του δημοσίου πλούτου, αλλά και κακοποίηση του ανθρώπινου δυναμικού της χώρας, δεν μπορεί σε καμμία περίπτωση να είναι συμβατή με την προσπάθεια να αποφευχθεί η χρεοκοπία και η καταστροφή.

Η αποκρατικοποίηση, ή αλλιώς «ιδιωτικοποίηση», είναι ένα άλλο ζήτημα για το οποίο η συστηματική προπαγάνδα έχει καταφέρει να συσκοτίσει, ή ακόμη και να αντιστρέψει την εικόνα της πραγματικότητας, παραπλανώντας πλήρως την κοινή γνώμη. Οι εταιρειες κοινής ωφελείας, για παράδειγμα, ούτε πριν, ούτε και μετά την είσοδό τους στο χρηματιστήριο, ανήκαν ή ανήκουν στο «κράτος» ή στον «λαό». Στην πραγματικότητα οι εταιρείες αυτές, ανήκουν και λειτουργούν προς οφελος των, συνδικαλιστικών συντεχνιών οι οποίες και τις διοικούν από το παρασκήνιο εδώ και χρόνια. Αυτό έχει δύο δυσμενείς επιπτώσεις. Η πρώτη είναι ότι η προνομιακή μονοπωλιακή θέση που κατέχουν οι περισσότερες, επιτρέπει στους οιονεί ιδιοκτήτες τους, δηλαδή στις συνδικαλιστικές συντεχνίες, να καρπώνονται ένα σημαντικό μερίδιο του οικονομικού πλεονάσματος που δημιουργεί η ελληνική οικονομία-εις βάρος των απλών πολιτών φυσικά. Η δεύτερη είναι οτι, ακριβώς λόγω του συντεχνιακού χαρακτήρα της πραγματικής, και όχι τυπικής, ιδιοκτησίας τους, δεν έχουν την δυνατότητα να επενδύσουν, να εκσυχρονισθούν και να λειτουργήσουν με τον τρόπο που πρέπει: ως «ατμομηχανές» της ελληνικής οικονομίας και παράλληλα ως δημιουργοί «εξωτερικών οικονομιών κλίμακας». Ανάμεσα στους πολλούς λόγους που εξηγούν την καχεξία της ελληνικής οικονομίας, για παράδειγμα, είναι και το γεγονός ότι η χώρα δεν διαθέτει ένα επαρκές σιδηροδρομικό δίκτυο και σύστημα. Πως όμως να το αποκτούσε όταν στον αιωνίως «ελλειμματικό» ΟΣΕ, αίφνης, οι «διασυνδεδεμένοι» υπάλληλοι μίσθωναν για λογαριασμό τους ολόκληρες αμαξοστοιχίες σε ιδιώτες για να πραγματοποιούν «άτυπες» μεταφορές, με αποτέλεσμα μάλιστα κάποτε να ανατρέπονται οι αμαξοστοιχίες διότι τις είχαν φορτώσει με υπεράριθμα βαγόνια; (Πρόκειται για ένα παράδειγμα μεταξύ εκατοντάδων που θα μπορούσαν να αναφερθούν εδώ. Όλοι οι Έλληνες πολίτες ξέρουν από δέκα τουλάχιστον περιπτώσεις κρατικής υπερ-διαφθοράς ο καθένας-ακομη και οι οπαδοί του Σύριζα). Το φαινόμενο της υπερ-διαφθοράς, είναι ο τρόπος που γίνεται, έως και σήμερα η διαχείριση της υποτιθέμενης «δημόσιας ιδιοκτησίας» από τις συντεχνίες που την λυμαίνονται, συντεχνίες οι οποίες, φυσικά, βρίσκονται στην πρώτη γραμμή του αγώνα «για να μην περάσει το ξεπούλημα» και υπερασπίζονται με πάθος τις «κόκκινες γραμμές». Ο ελληνικός λαός και η χώρα, όμως, δεν έχουν τίποτε να κερδίσουν από αυτήν την συνεχιζόμενη λεηλάτηση του δημοσίου πλούτου που, με την ευλογία όλων των κομμάτων, λαμβάνει αδιάλειπτα χώρα εδώ και δεκαετίες. Η αποκρατικοποίηση της δημόσιας περιουσίας, με τρόπο διαφανή και όρθολογικό, και με στρατηγική η οποία θα αποτρέψει την αντικατάσταση των κρατικών μονοπωλίων από ιδιωτικά (σχετικά βλ. καιεδώ) είναι ένας πολιτικός στόχος και με φιλολαϊκό και με αναπτυξιακό περιεχόμενο. Η «κόκκινη γραμμή» που προσπαθεί να την εμποδίσει, μόνο σκοπό έχει την συνέχιση του σφετερισμού της δημόσιας περιουσίας από τις συνδικαλιστικές συντεχνίες του πελατειακού κράτους, εις βάρος του λαού και των μη προνομιούχων εργαζομένων.

Η απελευθέρωση των εργατικών σχέσεων, τέλος, είναι κάτι περισσότερο από την «απελευθέρωση των απολύσεων». Αυτό το «κάτι περισσότερο», μάλιστα, θα έπρεπε ήδη να το έχει επεξεργασθεί και προτείνει το κυβερνόν κόμμα, το οποίο διατείνεται πως, μεταξύ άλλων, είναι και κόμμα της εργατικής τάξης, ασχέτως βεβαίως του γεγονότος ότι, όπως παρατήρησε κάποιος, δεν έχει ούτε έναν χειρώνακτα εργάτη σε μία προβεβλημένη θέση. Αλλά, ας μείνουμε στην «απελευθέρωση των απολύσεων». Η οποία κατ’ αρχήν είναι μία υπαρκτή πραγματικότητα στην αγορά εργασίας της σημερινής Ελλάδας. Είτε διότι, πιεσμένος από την κρίση, μεγάλος αριθμός εργαζομένων απασχολείται σε συνθήκες «μαύρης» εργασίας όπου φυσικά δεν υφισταται κανένας περιορισμός ως προς την απόλυσή τους, είτε γιατί σε πολλές περιπτώσεις, μεταξύ ας πούμε του ενός εκατομμυρίου εργαζομένων που έχουν να πληρωθούν πάνω από δύο μήνες, ο εργοδότης δεν έχει κανένα λόγο να τους απολύσει αφού ενδεχομένως δεν πρόκειται να τους πληρώσει και ποτέ. Πέρα, όμως από την υποκρισία, ο περιορισμός στις απολύσεις, είναι στην πραγματικότητα ένα αντεργατικό μέτρο, που βλάπτει κυρίως τους άνεργους, τους οποίους δυσχεραίνει στο να βρουν απασχόληση, αλλά επίσης και τους ήδη εργαζόμενους αφού τους παρεμποδίζει ουσιαστικά από το να αναζητήσουν μία εργασία που τους ταιριάζει, ή τους διευκολύνει, ή τους αμείβει περισσότερο. Διότι, ο τερατώδης παραλογισμός όσων βάζουν «κόκκινη γραμμή» στις ελεύθερες απολύσεις, είναι πως θεωρούν πως ο κεφαλαιοκράτης οφελείται και κερδίζει όταν απολύει τους εργαζόμενους του σωρηδόν! Βεβαίως, στον πραγματικό κόσμο όλοι ξερουμε πως συμβαίνει το ακριβώς αντίθετο: ο επιχειρηματίας έχει τόσο μεγαλύτερο κέρδος, όσο περισσότερους εργαζόμενους απασχολεί.

Ο κάθε εργαζόμενος είναι συνδημιουργός του προϊόντος, του οικονομικού πλεονάσματος και του κέρδους της επιχείρησης. Οι επιχειρήσεις δεν μπορούν να υπάρξουν χωρίς τους εργαζόμενους. Το να βρεθεί, λοιπόν, μία επιχείρηση στην ανάγκη να απολύσει έναν, ή περισσότερους εργαζόμενους, σημαίνει ότι αντιμετωπίζει κάποιο πρόβλημα. Η δυνατότητά της να είναι ευέλικτη, και να προσαρμόζεται στην οικονομική συγκυρία με ταχύτητα, είναι μία από τις προϋποθέσεις της βιωσιμότητάς της, δηλαδή μία από τις προϋποθέσεις να μπορεί να δημιουργεί και να διατηρεί θέσεις εργασίας σε βάθος χρόνου. Στην Ελλάδα είναι πολύ συχνό το φαινόμενο επιχειρήσεων που λόγω της κρίσης αντιμετώπισαν σημαντική κάμψη της ζήτησης για τα προϊόντά τους, και επειδή δεν ήταν σε θέση να προσαρμόσουν ανάλογα το εργατικό τους δυναμικό, δηλαδή να απολύσουν κάποιους από τους εργαζόμενους τους, τελικά κατέληξαν στην χρεοκοπία, με αποτέλεσμα να χάσουν την δουλειά τους όλοι οι εργαζόμενοι σε αυτές.

Από όποια άποψη και αν το δει κανείς, η διαπίστωση είναι πως το κυριότερο πρόβλημα που δημιουργούν οι περιορισμοί στις απολύσεις είναι ότι αυξάνουν και ενισχύουν την ανεργία! Όσο πιό δύσκολο και δαπανηρό είναι για έναν εργοδότη να απολύσει έναν εργαζόμενο που δεν ανταποκρίνεται στις προσδοκίες του, ή που η οικονομική πραγματικότητα δεν του επιτρέπει πιά να διατηρεί στην επιχείρησή του, τόσο πιό διστακτικός θα είναι στο να προχωρήσει σε νέες προσλήψεις όταν ο κύκλος εργασιών του δείχνει να αυξάνεται. Αυτό είναι κάτι εμπειρικά διαπιστωμένο και επαληθευμένο από χιλιάδες μελέτες. Οι επιπτώσεις, δε, ξεπερνούν το απλό επίπεδο της απασχόλησης σε μία μενονωμένη επιχείρηση και επεκτείνονται στην μορφή και στην διάρθρωση της ίδιας της εθνικής οικονομίας. Στην Γαλλία, για παράδειγμα, που είναι μία χαρακτηριστική περίπτωση χώρας με «υψηλή προστασία» της εργασίας, όπου οι εργαζόμενοι σε επιχειρήσεις με προσωπικό περισσότερο από 50 άτομα απολαμβάνουν μεγαλύτερη «προστασία» από ότι σε επιχειρήσεις με λιγότερο από 50 άτομα, παρατηρείται μία τεράστια διαφορά στον αριθμό των επιχειρήσεων που έχουν ακριβώς 49 εργαζόμενους, οι οποίες είναι πάρα πολλές, σε σχέση με εκείνες που έχουν από 50 έως 100, που είναι πολύ λίγες. Αυτό όμως, το γεγονός δηλαδή ότι οι επιχειρήσεις δεν αναπτύσσονται «ελεύθερα» μέχρι να βρουν το «άριστο μέγεθος» τους, διότι δεσμεύονται από περιορισμούς που έχουν σχέση με την λεγόμενη «προστασία της εργασίας», είναι κάτι που έχει σημαντικές δυσμενείς επιπτώσεις στην μέση παραγωγικότητα της γαλλικής βιομηχανίας και κατά συνέπεια, πράγμα που είναι και το πιό σημαντικό, στην μακροχρόνια δημιουργία βιώσιμων θέσεων εργασίας.

Θα πρέπει δε να προσθέσει κανείς εδώ ότι πέραν του ότι η ελευθερία στην αγορά εργασίας μειώνει την ανεργία διότι θέτει σε ενέργεια έναν «ενάρετο κύκλο», όπου ο εργοδότης δεν διστάζει να προσλάβει νέους εργαζόμενους έστω και δοκιμαστικά και οι μισθοί των τελευταίων γίνονται «ενεργός ζήτηση» και αυξάνουν και άλλο τις θέσεις εργασίας και ούτω καθ’ εξής, ένα άλλο πλεονέκτημα που προκύπτει για τον εργαζόμενο είναι ότι αυτός δεν νοιώθει αλυσοδεμένος σε μια εργασία που ενδεχομένως δεν τον ικανοποιεί ή δεν καλύπτει πλήρως τις ανάγκες του. Σε μία «προστατευμένη» αγορά εργασίας όπου, γνωρίζοντας ότι είναι δύσκολο να βρει αλλού δουλειά διότι οι εργοδότες δεν προσλαμβάνουν εύκολα νέους εργάτες-υπαλλήλους, αναλογιζόμενοι την δυσκολία να τους απολύσουν, θα παραμείνει προσκολημένος στην θέση εργασίας που δεν τον ικανοποιεί γιατί αν την χάσει είναι πολύ πιθανόν να παραμείνει για πολύ χρόνο στην ανεργία. Αντιθέτως, σε μία «ελεύθερη» αγορά εργασίας, ο εργαζόμενος, διαθέτοντας μεγαλύτερη ελευθερία στην κινητικότητά του, θα είναι πολύ πιο εύκολο να αναζητήσει εκείνη την απασχόληση που θα τον ικανοποιεί περισσότερο. Η απελευθέρωση της αγοράς εργασίας είναι ένα βαθειά φιλεργατικό μέτρο, και όσοι βάζουν «κόκκινες γραμμές» για να την εμποδίσουν, στην πραγματικότητα βάζουν «κόκκινες γραμμές» στην χειραφέτηση και στην ευημερία των εργαζομένων και ευνοούν την αγορά εργασίας «δύο ταχυτήτων», με τους «εντός» και τους «εκτός», όπου όλο το βάρος των κρίσεων υφίστανται και επωμίζονται οι τελευταίοι, δηλαδή οι πραγματικοί προλετάριοι της εποχής μας.

Συνολικά, λοιπόν, οι τέσσερις «κόκκινες γραμμές» που έχει θέσει η κυβέρνηση του Σύριζα, αλλά και που σιωπηρά αποδέχεται η αντιπολίτευση, αντιπροσωπεύουν τις επιδιώξεις των δυνάμεων του κρατικού καπιταλισμού και του παρασιτισμού, και όχι του εργαζόμενου λαού. Είναι «κόκκινες γραμμές» που όχι μόνο αποτρέπουν την επίτευξη συμφωνίας με τους «δανειστές» η οποία θα αποτελούσε την σωτηρία της χώρας, αλλά και που έχουν σαν σκοπό να εμποδίσουν την χειραφέτηση και την απαλλαγή του ελληνικού λαού από την δεσποτεία και την εκμετάλευση του από το πελατειακό κράτος. Επειδή, λοιπόν, στόχος της κοινωνίας μας δεν μπορεί να είναι η επιστροφή ούτε στο 1950, ούτε στο 2009, αλλά ούτε και η «ολοκλήρωση της οικοδόμησης του κρατικού καπιταλισμού σε μία χώρα», ο ελληνικός λαός πρέπει να σβύσει από μπροστά του, οσο το δυνατόν πιό γρήγορα, τις «κόκκινες γραμμές» που έχει θέσει η κυβέρνηση φράζοντας του τον δρόμο προς την ευημερία και την πρόοδο.

Advertisements