Πάρτε αμέσως «υφεσιακά» (δηλαδή αναπτυξιακά) μέτρα

by ggeorgan

ΔΗΜΗΤΡΗΣ Α. ΙΩΑΝΝΟΥ*, ΧΡΗΣΤΟΣ Α. ΙΩΑΝΝΟΥ*

29 Μαρτίου 2015

Σύνδεσμος δημοσίευσης

Τ​ρόμο θα πρέπει να προκαλεί σε κάθε λογικό πολίτη η, δι’ επισήμων χειλέων διατυπωμένη διαβεβαίωση ότι, όποιο και αν είναι το δημοσιονομικό και το χρηματοδοτικό κενό, δεν πρόκειται να ληφθούν «υφεσιακά» μέτρα. Τρόμο διότι, ακόμη και εάν τα μέτρα περιστολής της δημόσιας δαπάνης ή μείωσης του δημοσιονομικού ελλείμματος είχαν πράγματι υφεσιακές επιπτώσεις (τις οποίες στις παρούσες συνθήκες της ελληνικής οικονομίας είναι βέβαιο ότι δεν θα έχουν), και πάλι δεν θα υπήρχε άλλη, καλύτερη επιλογή από αυτά.

Η εναλλακτική περίπτωση είναι απλά η πτώχευση και η κατακρήμνιση της ελληνικής οικονομίας. Δηλαδή, αναρωτιέται κανείς, το να χρεοκοπήσει το ελληνικό Δημόσιο, να καταρρεύσει το πιστωτικό σύστημα, να νεκρωθούν οι συναλλαγές και πιθανότατα να βρεθούμε στην ανάγκη να εισαγάγουμε νέο νόμισμα, με εκατοντάδες χιλιάδες νέους ανέργους και πρόβλημα επιβίωσης, είναι λιγότερο «υφεσιακό» από το να ληφθούν μέτρα που είτε θα εξορθολογίσουν τη δημόσια δαπάνη είτε θα αυξήσουν τα δημόσια έσοδα ώστε να εξαφανισθεί ένα θανάσιμα απειλητικό –υπό τις παρούσες πολιτικο-οικονομικο-διπλωματικές συνθήκες– δημοσιονομικό κενό 2, 5 ή 10 δισεκατομμυρίων ευρώ;

Με όλο τον σεβασμό στους τίτλους και στο κύρος των επαϊόντων, ο –υποτίθεται– κεϋνσιανής γενεαλογίας ισχυρισμός τους ότι η «λιτότητα» του Μνημονίου έφερε την κατάρρευση του ΑΕΠ που ονομάζουν «ύφεση», προϋποθέτει μία παράδοξη θεμελιώδη παραδοχή, που δεν φαίνεται ιδιαίτερα κεϋνσιανή: ότι η Ελλάδα θα έπρεπε, προκειμένου να μην «καταρρέει» το ΑΕΠ της, να προικοδοτείται ετησίως, σταθερά και αδιάλειπτα, με χαριστικές παροχές 40 έως 50 δισ. από τους εταίρους της!

Η κατά 200 δισ. ευρώ αύξηση του δημοσίου χρέους την περίοδο 2000-2010, που κατέληξε στη συνέχεια σε σωρευτική μείωση του ΑΕΠ κατά 60 δισ. ευρώ, δεν είναι συμβατή με καμία εκδοχή της κεϋνσιανής θεωρίας. Η κρίση επωάσθηκε την περίοδο αυτή, μέσω μιας διπλής διαδικασίας. Η πρώτη ήταν ότι η ελληνική κοινωνία, τελείως παραπλανημένη, θεωρούσε πως τα 20 με 30 δισ. ευρώ που ως δανεικά του δημόσιου και του ιδιωτικού τομέα εισέρρεαν κάθε χρόνο στο κύκλωμά της αποτελούσαν αληθινό εισόδημα. Διαμόρφωσε έτσι και τις ανάλογες δομές «πολυτελείας»: τον μεγαλύτερο, αναλογικά, κατασκευαστικό τομέα της Ευρώπης, τον μεγαλύτερο, αναλογικά, τομέα λιανικού εμπορίου στην Ευρώπη, όπου έβρισκες όλα τα καλά σε τιμές υψηλότερες της Γενεύης κ.λπ. Η δεύτερη ήταν ότι ο πακτωλός των δημοσίων δανεικών χρησιμοποιήθηκε επίσης για να διογκωθούν περαιτέρω οι ήδη προνομιακές παροχές στο πελατειακό κράτος, που είχε ιδρυθεί το 1949 και αναβαθμισθεί μετά το 1981.

Η κρίση εξαφάνισε πλήρως το πρώτο σκέλος της «ανορθογραφίας» της πρώτης ελληνικής δεκαετίας στο ευρώ, αυτό δηλαδή που αφορούσε τον ιδιωτικό τομέα, στέλνοντας στην ανεργία ένα εκατομμύριο ανθρώπους.

Εδώ και πέντε χρόνια, όμως, ο αγώνας γίνεται για το δεύτερο σκέλος. Διαφορετικές κυβερνήσεις, με διαφορετική επιχειρηματολογία η καθεμία, αρνούνται να κατεδαφίσουν το πελατειακό κράτος με τη μάταιη ψευδαίσθηση ότι μπορούν να ξεπεράσουν την κρίση, αφαιμάσσοντας και άλλο τον ιδιωτικό τομέα. Πρόκειται 
βεβαίως για μία φενάκη. Ακόμη και αν η χώρα χρεοκοπήσει, εισαγάγει ως νόμισμα τη δραχμή ή το γιεν, απαλλαγεί από το σύνολο του χρέους της ή ανακαλύψει πετρέλαιο, τίποτε δεν πρόκειται να αλλάξει εάν δεν κατεδαφιστεί το πελατειακό κράτος. Εάν δηλαδή δεν καταργηθούν οι πρόωρες συντάξεις 20ετίας, οι αμοιβές που είναι διπλάσιες στις ΔΕΚΟ σε σχέση με την ίδια εργασία στον ιδιωτικό τομέα, οι συντάξεις των «ευγενών» ταμείων που χρηματοδοτήθηκαν από το κοινωνικό σύνολο και είναι διπλάσιες από εκείνες των κοινών θνητών! Αυτό, άλλωστε, δεν είναι μόνο άμεση ανάγκη, αλλά, επίσης, επιταγή κοινωνικής δικαιοσύνης.

Ευτυχώς, ή δυστυχώς, υπάρχει σειρά μέτρων άμεσης απόδοσης τα οποία μπορούν να περιστείλουν τη δημόσια δαπάνη και να αυξήσουν τα δημόσια έσοδα, εκμηδενίζοντας έτσι το δημοσιονομικό κενό. Μέτρα τα οποία όχι μόνο δεν είναι «υφεσιακά», αλλά αντιθέτως είναι αναπτυξιακά. Διότι δεν μπορεί να είναι «υφεσιακή» η οικονομική πολιτική που αντιστρατεύεται τον παρασιτισμό και συμβάλλει στη διατήρηση ισορροπίας ανάμεσα στο εισοδηματικό επίπεδο και τις παραγωγικές δυνατότητες της χώρας. Ούτε βεβαίως θα ήταν «υφεσιακό» οποιοδήποτε μέτρο απέτρεπε τον υφέρποντα πανικό που επικρατεί στην κοινωνία και εμπέδωνε αισθήματα εμπιστοσύνης και ασφάλειας στους φορείς της παραγωγής και της οικονομίας.

Αλλά πιο σημαντικό ακόμη είναι κάτι άλλο: έστω και αν ζούσαμε στον φανταστικό κόσμο του δόκτωρος Pangloss και τα απαιτούμενα μέτρα ήταν πράγματι «υφεσιακά», και πάλι θα έπρεπε να αποφασισθούν και να εφαρμοσθούν, διότι μεγαλύτερη «ύφεση» από τη χρεοκοπία και την κατάρρευση της εθνικής οικονομίας δεν υπάρχει.

* Οι κ. Δημήτρης Α. Ιωάννου και Χρήστος Α. Ιωάννου είναι οικονομολόγοι.

Advertisements