“Δημοσιονομική υποτίμηση” αντί για αύξηση του κατώτατου μισθού

by ggeorgan

Των Δημήτρη Α. Ιωάννου & Χρήστου Α. Ιωάννου

27 Φεβρουαρίου 2015

Σύνδεσμος δημοσίευσης 1Σύνδεσμος δημοσίευσης 2

Τα 751 ευρώ ως κατώτατος μισθός είναι ένα καθαρά τυχαίο μέγεθος. Δεν αντιστοιχούσε στο σημείο ισορροπίας της αγοράς εργασίας για το 2011 και δεν αντιστοιχεί στο αντίστοιχο σημερινό, και τούτο διότι ο κατώτατος μισθός ούτε τότε διαμορφωνόταν, ούτε τώρα διαμορφώνεται, ελεύθερα λαμβάνοντας υπ΄όψιν την βιώσιμη παραγωγή και την αλληλεπίδραση της προσφοράς με την ζήτηση.

Επίσης, δεν αντιστοιχεί -όπως θα έπρεπε να συμβαίνει σε μία νομισματική ένωση- στις ανάγκες παρακολούθησης του μέσου πληθωρισμού της ευρωζώνης από το 2002 έως το 2011, γιατί αν αντιστοιχούσε θα έπρεπε να ήταν 577 ευρώ και όχι 751. Τέλος, δεν αντιστοιχεί ούτε καν στην λανθασμένη πολιτική της παρακολούθησης, για την ίδια περίοδο, του υψηλότερου -από τον μέσο ευρωζωνικό- ελληνικού πληθωρισμού, γιατί ακόμη και σε αυτήν την περίπτωση θα έπρεπε να είναι 659 ευρώ.

Αντιστοιχεί, αντιθέτως, σε μία παράλογη και καταστροφική συνολική οικονομική πολιτική, μέρος της οποίας κατέστησαν και οι «κοινωνικοί εταίροι» της περιόδου, η οποία στο εισοδηματικό της σκέλος επέλεγε να παρακολουθεί τον υπερβάλλοντα ελληνικό πληθωρισμό, καθιστώντας σταθερά την ελληνική παραγωγή μη ανταγωνιστική, αλλά με το επιπλέον στοιχείο ότι η αύξηση δινόταν σε δύο δόσεις, και όχι εκ των υστέρων, με αποτέλεσμα να υπερβαίνει απολογιστικά ακόμη και την εγχώρια αύξηση των τιμών. Επρόκειτο, δηλαδή, για μία ακατανόητα παράλογη πολιτική η οποία, χωρίς αμφιβολία, συνέβαλε τα μέγιστα στην περαιτέρω αποβιομηχανοποίηση και στην μετέπειτα έκρηξη της ανεργίας. (Για την εξέλιξη του κατώτατου μισθού στην περίοδο 2000-2011, καθώς και για τις εναλλακτικές υποθέσεις βλ. Δ. και Χ. Ιωάννου, «Μισθοί και εσωτερική υποτίμηση στην Ελλάδα», Foreign Affairs the Hellenic Edition, τεύχος 21, Δεκέμβριος 2013-Ιανουάριος 2014, διαθέσιμο ηλεκτρονικά στο: https://www.scribd.com/doc/255890899).

Είναι, συνεπώς, παράλογο να θεωρείται ο κατώτατος μισθός των 751 ευρώ ως ένας στόχος της εισοδηματικής πολιτικής στην τρέχουσα περίοδο. Η άμεση, η σχετικά σύντομη επιβολή του, μη λαμβάνοντας υπ’ όψιν την κατάσταση και τις εξελίξεις της πραγματικής οικονομίας, θα αποτελούσε μία πράξη χωρίς καμμία οικονομική λογική. Το πιθανότερο αποτέλεσμά της θα ήταν νέες αυξητικές πιέσεις στην ανεργία ή/και παρώθηση για ακόμη μεγαλύτερη προσφυγή στην «μαύρη» και αδήλωτη εργασία. Αποτελέσματα με βάση τα οποία δεν θα ήταν δυνατόν να το χαρακτηρίσει κανείς φιλεργατικό μέτρο.

Βεβαίως, η, ελέω Μνημονίου, βιαίως επιβληθείσα μείωση του κατώτατου μισθού από τα 751 στα 586 ευρώ έχει απαξιωθεί ευρέως στην κοινή γνώμη, από την κατά κόρον επαναλαμβανόμενη άποψη ότι δεν είχε θετικό αποτέλεσμα ούτε όσον αφορά τις εξαγωγές, που δεν αυξήθηκαν, ούτε όσον αφορά την ανεργία, που δεν μειώθηκε. Πλην όμως αυτό το επιχείρημα παραμένει αληθοφανές μόνο όσο δεν θέτει κανείς το εναλλακτικό ερώτημα σε τι επίπεδο θα βρισκόταν σήμερα η εγχώρια παραγωγή, οι εξαγωγές και η ανεργία εάν οι αμοιβές της εργασίας, εν αις και ο κατώτατος μισθός, είχαν παραμείνει στα δεδομένα του 2010. Τα μεγέθη τους θα ήταν αυτά που είναι σήμερα ή θα είχαν επιδεινωθεί καταστροφικά; Είναι προφανές ότι ισχύει το δεύτερο και προς την ίδια αυτήν δυσμενή κατεύθυνση, κατά πάσαν πιθανότητα, θα επενεργούσε και η άμεση επανακαθιέρωση του έντονα συμβολικού, αλλά χωρίς οικονομική λογική, κατώτατου μισθού των 751 ευρώ.

Με δεδομένο ότι το κεντρικό πρόβλημα της οικονομίας και της κοινωνίας είναι, και θα παραμείνει για πολλά ακόμη χρόνια η μαζική ανεργία, ως έλλειμμα παραγωγικής απασχόλησης, τα άμεσα μέτρα οικονομικής πολιτικής θα πρέπει να συμβάλουν στην μείωσή της και όχι στην διόγκωσή της. Αντί της αύξησης του κατώτατου μισθού, λοιπόν, οι οικονομικές αρχές και οι «κοινωνικοί εταίροι» θα πρέπει να λάβουν υπ’ όψιν τους την παρούσα αντιπληθωριστική οικονομική συγκυρία για να εισαγάγουν το μέτρο της «δημοσιονομικής υποτίμησης» προκειμένου να ενισχύσουν την ανταγωνιστικότητα της εγχώριας παραγωγής και την απασχόληση αλλά να υποστηρίξουν και την σταθερότητα των τιμών.

Η «δημοσιονομική υποτίμηση», αντί της αύξησης του κατώτατου μισθού, συνίσταται στην συνδυασμένη μείωση των μη μισθολογικών επιβαρύνσεων επί του κόστους εργασίας, και των κρατήσεων επί της αμοιβής της εργασίας, γνωστών και ως “φορολογικής σφήνας”, με την παράλληλη αύξηση του αφορολόγητου της μισθωτής εργασίας αλλά και του ΦΠΑ, ώστε να μην μειωθούν τα κρατικά έσοδα. Πρόκειται για μία ρύθμιση η οποία αυξάνοντας και το περιθώριο κέρδους, καθιστά την εγχώριο παραγωγή πιο ανταγωνιστική έναντι της ξένης, με συνεπαγόμενο αποτέλεσμα την αύξηση της ζήτησης εργατικών χεριών και την μείωση της ανεργίας, επιτρέποντας ταυτόχρονα και την αύξηση στο συνολικό εισόδημα των εργαζομένων.

Το συγκεκριμένο μέτρο πολιτικής, ενδεικνυόμενο για οικονομίες που δεν διαθέτουν το «εργαλείο» της υποτίμησης της εξωτερικής ισοτιμίας του νομίσματός τους, έχει επανειλημμένα προταθεί, από ξένους, κυρίως, αναλυτές, ήδη από την πρώτη στιγμή της εκδήλωσης της ελληνικής κρίσης, πλην όμως δεν υιοθετήθηκε διότι έχει -συνήθως- δύο αρνητικές παρενέργειες: πρώτον, ενισχύει τον πληθωρισμό και, δεύτερον, μειώνει, σε πρώτη φάση, το πραγματικό εισόδημα όσων εργαζομένων έχουν ήδη δουλειά.

Στην παρούσα αντιπληθωριστική συγκυρία όμως της ελληνικής οικονομίας (σημειωτέον, αντιπληθωρισμός παρατηρείται ήδη για 23 μήνες – σχεδόν 2 έτη, και τους τελευταίους μήνες – Δεκέμβριο 2014 και Ιανουάριο 2015- έχει επιταχυνθεί στο 2,6-2,8%) όχι μόνο οι δύο αυτές παρενέργειες δεν είναι δυνατόν να εκδηλωθούν αλλά, αντιθέτως, η «δημοσιονομική υποτίμηση» μπορεί να λειτουργήσει και ως εργαλείο για την αντιρρόπηση του σοβαρού ελλοχεύοντος κινδύνου, που είναι ο αρνητικός πληθωρισμός (αντιπληθωρισμός) ο οποίος εάν παραμείνει και ενισχυθεί, διογκώνοντας το πραγματικό βάρος των δανειακών υποχρεώσεων επιχειρήσεων και νοικοκυριών, απειλεί να οδηγήσει σε μία αντιπληθωριστική καθοδική σπείρα το σύνολο της οικονομίας.

Ο πληθωρισμός (και ο αντιπληθωρισμός) είναι ένα σύνθετο φαινόμενο το οποίο καθορίζεται τόσο από παράγοντες κόστους, όσο και από παράγοντες ζήτησης. Στην συγκεκριμένη οικονομική συγκυρία που βρίσκεται σήμερα η Ελλάδα η εφαρμογή μίας πολιτικής «δημοσιονομικής υποτίμησης» θα επιδρούσε είτε αμέσως, είτε εμμέσως, και στις δύο πλευρές, δηλαδή τόσο στην προσφορά όσο και στην ζήτηση, προς την κατεύθυνση της ανακοπής της πτώσεως των τιμών η οποία εάν αφηνόταν ανεξέλεγκτη θα μπορούσε να είναι καταστροφική.

Στις τρέχουσες συνθήκες στις 210 χιλιάδες επιχειρήσεις του ιδιωτικού τομέα που τώρα απασχολούν λιγότερους από 1,6 εκατομμύριο εργαζόμενους (εκ των οποίων το 1/5 απασχολείται λιγότερες από 20 ώρες εβδομαδιαίως), και, κυρίως, σε εκείνες που παράγουν και εξάγουν, αντί της ονομαστικής αύξησης του κατώτατου μισθού (που αφορά περί το 8% των ανωτέρω εργαζομένων) προέχει η με έμφαση στην απασχόληση αύξηση της συνολικής μισθολογικής δαπάνης (μισθοί Χ απασχολούμενοι). Και οι μισθοί να ακολουθούν την παραγωγή και την παραγωγικότητά τους.

Η «δημοσιονομική υποτίμηση» αυξάνοντας από την μία πλευρά το επίπεδο απασχόλησης των παραγωγικών συντελεστών, και συμβάλλοντας, από την άλλη, να διατηρηθεί σταθερό το επίπεδο των ονομαστικών τιμών, θα αποτελούσε στην παρούσα συγκυρία την κατάλληλη επιλογή οικονομικής πολιτικής.

Αλλά και από την σκοπιά της κοινωνικής πολιτικής θα αποτελούσε την κατάλληλη επιλογή διότι η απλή αύξηση του ονομαστικού κατώτατου μισθού δεν ισοδυναμεί και κάθε άλλο παρά οδηγεί αυτόματα και εξ ορισμού στην αύξηση της συνολικής μισθολογικής δαπάνης στην επίσημη οικονομία.

*Οι κ.κ. Δημήτρης Α. Ιωάννου και Χρήστος Α. Ιωάννου είναι Οικονομολόγοι.

Advertisements