Το πρόβλημα της οικονομίας είναι το ιδιωτικό και όχι το δημόσιο χρέος

by ggeorgan

των Δημήτρη  Α. Ιωάννου καὶ Χρήστου  Α. Ιωάννου

26 Ιανουαρίου 2015

Σύνδεσμος δημοσίευσης

Εάν σκορπίσεις σε ένα τραπέζι ανακατεμένα ρινίσματα χρυσού και σιδήρου και σε ύψος 20 εκατοστών κρατήσεις έναν ισχυρότατο μαγνήτη, το αποτέλεσμα θα είναι το εξής: τα ρινίσματα σιδήρου θα κολλήσουν αμέσως στον μαγνήτη, ενώ του χρυσού θα παραμείνουν αδρανή. Ακριβώς αυτό γινόταν και στην ελληνική οικονομία, παραμορφώνοντάς την, στην περίοδο 2000-2009. Ισχυρός μαγνήτης ήταν η διαρκής «υπερβάλλουσα ζήτηση», η οποία προερχόταν από τα διευρυνόμενα δημοσιονομικά ελλείμματα και τον ανεύθυνο, θηριώδη δανεισμό του Δημοσίου και διοχετευόταν στην οικονομία, επί τω σκοπώ της υποτιθέμενης «σύγκλισης». Ρινίσματα χρυσού ήταν τα προϊόντα που αποτελούν αντικείμενο του διεθνούς εμπορίου και η τιμή τους καθορίζεται διεθνώς (τα «διεθνώς εμπορεύσιμα»), μεταξύ των οποίων και όσα προέρχονται από το «τεχνολογικό σύνορο» της παραγωγής, από εκεί δηλαδή όπου δημιουργείται η πραγματική –και όχι λογιστική- ανάπτυξη του ανθρώπινου πλούτου.

Η αύξηση της ζήτησης στην Ελλάδα, απολύτως αμελητέα σε παγκόσμια κλίμακα, δεν επηρεάζει φυσικά καθόλου τα εν λόγω προϊόντα ως προς το επίπεδο της τιμής τους, αφήνοντάς την αναλλοίωτη (μαζί με τα περιθώρια κέρδους εκείνων που τα παράγουν εγχωρίως). Ρινίσματα σιδήρου, αντιθέτως, ήταν όλα όσα δεν ανταλλάσσονται διεθνώς αλλά παράγονται και καταναλώνονται μόνο εγχωρίως («διεθνώς μη εμπορεύσιμα»): υπηρεσίες, εισαγωγικό και λιανικό εμπόριο, οικοδομές, δημόσιος τομέας. Η συνεχής «υπερβάλλουσα ζήτηση» απογειώνει πάντα τις τιμές των αγαθών αυτών και κάνει όλο και πιο κερδοφόρα την προσφορά τους.

Σε όλη την περίοδο από το 2000, τουλάχιστον, ως το 2009, ο τρόπος λειτουργίας της ελληνικής οικονομίας μετασχημάτιζε τις σχετικές τιμές μεταξύ των δύο κατηγοριών αγαθών με τον συγκεκριμένο αυτόν -καταστροφικό- τρόπο, συρρικνώνοντας τις πραγματικές παραγωγικές δυνατότητες της χώρας. Λειτουργούσε, δηλαδή, σαν ένας μηχανισμός ο οποίος ήταν γεννήτορας προσκομμάτων για όποιον ήθελε να είναι παραγωγικός (στον τομέα των «διεθνώς εμπορευσίμων»), και διευκόλυνε τον πλουτισμό κυρίως όποιου δραστηριοποιούνταν στην εξυπηρέτηση της κατανάλωσης (στον τομέα των «διεθνώς μη εμπορευσίμων»).

Μία οικονομία συντίθεται από ένα σύνολο «αποθεμάτων» (γη, κεφάλαιο, εργατικό δυναμικό, διαρθρωμένα κατά κλάδους και τομείς και καταγεγραμμένα ως ενεργητικό και παθητικό), τα οποία δημιουργούν μία σειρά από «ροές» δηλαδή προσόδους, κέρδη και αμοιβές. Το ΑΕΠ μίας χώρας, δηλαδή το σύνολο των εισοδηματικών «ροών», είναι ένα άνυσμα το οποίο καθορίζεται από μία σειρά συντεταγμένων που
δεν είναι άλλες παρά τα «αποθέματα» της οικονομίας. Για κάποιο περίεργο λόγο οι πιστοί της σύγχρονης εγχώριας πολιτικο-οικονομικής θεολογίας βλέπουν και σχολιάζουν μόνο τις «ροές», χωρίς να ενδιαφέρονται καθόλου για τα «αποθέματα» που τις τροφοδοτούν. Όμως, ακριβώς επειδή οι «ροές», δηλαδή τα εισοδήματα, δημιουργούνται και προέρχονται από τα «αποθέματα», δηλαδή την λειτουργική διάρθρωση της οικονομίας, όταν αυτή συναντά προβλήματα συνοχής ή ασυμμετρίας τότε και οι «ροές», με την σειρά τους, διαταράσσονται ή και διακόπτονται. Η «ενεργός ζήτηση» δεν είναι παρά το σύνολο των «ροών» που απορρέει από την λειτουργία των «αποθεμάτων». Γιά ένα οικονομικό πρόβλημα που πηγάζει από τα «αποθέματα» η «αντικυκλική πολιτική» δεν είναι κατάλληλη• απαιτούνται «διαρθρωτικές» λύσεις με μετασχηματισμούς και μεταρρυθμίσεις που να αντιμετωπίζουν το δομικό-παραγωγικό πρόβλημα.

Το 2009 η διάρθρωση των «αποθεμάτων» της χώρας διαταράχτηκε σοβαρά από την εκδήλωση μίας σφοδρής ασυνέχειας στην δανειοληπτική της ικανότητα. Η ελληνική οικονομία, επενδύοντας τα δανεικά στην κατανάλωση (μέσω των «διεθνώς μη εμπορευσίμων»), δηλαδή ξαναστέλνοντας τα στο εξωτερικό για εισαγωγές κυρίως μη-κεφαλαιουχικών αγαθών, αντί να συσσωρεύει τα απαραίτητα «αποθέματα» με παραγωγικές επενδύσεις, δεν ήταν δυνατόν να δημιουργεί νέο εισόδημα για να εξυπηρετεί τα δάνεια. Όταν αυτό κατέστη εμφανές ο δανεισμός έφτασε στα όριά του και αντεστράφη, με αποτέλεσμα την δημιουργία μίας σειράς από δυσμενή φαινόμενα τα οποία οι περισσότεροι των εγχώριων σχολιαστών αντί να τα ερμηνεύουν και να τα αναλύουν, περιορίστηκαν στο να τα  δαιμονολογούν ή να προσπαθούν να τα αξιοποιήσουν δημοκοπικά και πολιτευτικά.

Το πιο σημαντικό από τα εν λόγω φαινόμενα ήταν η σταδιακή συρρίκνωση της χρηματικής «ρευστότητας» στην ελληνική οικονομία, η οποία προήλθε από την αντιστροφή της διαδικασίας που ελάμβανε χώρα στην προηγούμενη φάση, στο χρηματο-πιστωτικό επίπεδο. Κατά την προηγούμενη φάση της υποτιθέμενης «ανάπτυξης», η συνεχής αύξηση των αγοραίων τιμών των «διεθνώς μη εμπορευσίμων», (κυρίως των ακινήτων, αλλά όχι μόνο), συνέβαλε στο να δημιουργούνται αντίστοιχες εμπράγματες εγγυήσεις η λογιστική καταγραφή των οποίων στους τραπεζικούς ισολογισμούς κατέληγε στην συνεχή αύξηση της διοχετευόμενης στην οικονομία «ρευστότητας». Θα πρέπει όμως να γίνει κατανοητό εδώ ότι η μεγέθυνση αυτή του ΑΕΠ, και των αξιών των «αποθεμάτων», ήταν μόνο λογιστική και όχι πραγματική. Ήταν προϊόν της ανατίμησης της πραγματικής συναλλαγματικής ισοτιμίας του (ελληνικού) ευρώ, και όχι της διεύρυνσης της παραγωγικής βάσης, όπως πρέπει να συμβαίνει κανονικά. Η λογιστική αυτή διόγκωση του ενεργητικού της ελληνικής οικονομίας, μαζί με την διαστροφή των σχετικών τιμών της, δημιουργούσε μία κατάσταση που δεν ήταν βιώσιμη μεσοπρόθεσμα. Η συνακόλουθη κατάρρευση που άρχισε το 2008 και διήρκεσε μία πενταετία, μπορεί να μην ήταν επιθυμητή και ευχάριστη, ήταν όμως αναπόφευκτη  και, δυστυχώς, αναγκαία προκειμένου να επανισορροπήσει, προοπτικά, η ελληνική οικονομία. Οι πανταχόθεν εκφερόμενες αιτιάσεις προς την υποτιθέμενη «υφεσιακή λιτότητα» ως αιτία της κάμψεως του ΑΕΠ κατά 25% είναι δυστυχώς μία φαιδρότητα, ενδεικτική της αντίστοιχης με την οικονομική, ιδεολογικής και πολιτισμικής μας κρίσεως. Το σημερινό επίπεδο εισοδήματος είναι πολύ πιο κοντά στις πραγματικές παραγωγικές δυνατότητες της χώρας απ’ ότι ήταν το εισόδημα του 2008.

Όταν η διαπίστωση ότι η οικονομία κινείται στο κενό κατέστη κοινός τόπος, (Minsky moment), και οι τιμές άρχισαν να καταρρέουν, εμφανίσθηκε μία νέα σημαντική ασυμμετρία. Οι λογιστικές αξίες  με τις οποίες αντικρίζονταν στο ενεργητικό των τραπεζών τα περιουσιακά στοιχεία που είχαν αποκτηθεί από τα δάνεια που είχαν παρασχεθεί προς τον τομέα των «διεθνώς μη εμπορευσίμων», δεν είχαν πλέον καμμία σχέση με τις νέες αγοραίες αξίες τους και με το τεκμαρτό ή πραγματικό εισόδημα που αντιστοιχούσε σε αυτές. Έκτοτε τα δάνεια ή δεν μπορούν να εξυπηρετηθούν ή εξυπηρετούνται οριακά, συνθλίβοντας κάθε αναπτυξιακή δυνατότητα των οικονομικών μονάδων. Η κατάρρευση της «ρευστότητας» είναι προϊόν αυτής ακριβώς της ασυνέχειας στην χρηματο-πιστωτική λειτουργία (στην οποία μάλιστα το PSI δεν ήταν παρά μία πρόσθετη πτυχή), και της συνεπαγόμενης πλήρους ασυμμετρίας ανάμεσα στην πραγματική και στην χρηματική οικονομία της Ελλάδας.

Το ερώτημα που ανακύπτει, συνεπώς, εδώ είναι το εξής: αυτή η ασυμμετρία ανάμεσα σε πραγματικές τιμές της αγοράς και σε λογιστικές τιμές στους ισολογισμούς των τραπεζών (δηλαδή στις απαιτήσεις των τραπεζών), είναι συμβατή με μία επανεκκίνηση της ανάπτυξης στην ελληνική οικονομία; Και αν όχι, τότε οι διάφορες επιμέρους ρυθμίσεις, μεταξύ των οποίων η «ανακεφαλαιοποίηση» των τραπεζών αλλά και οι «διευκολύνσεις» για τους υπερήμερους χρεώστες, αρκούν για να αποκαταστήσουν την ισορροπία στο χρηματο-πιστωτικό κύκλωμα της ελληνικής οικονομίας; Δυστυχώς, όπως αποδεικνύεται και από την συνεχιζόμενη απουσία «ρευστότητας», η απάντηση στο εν λόγω ερώτημα είναι αρνητική• η λειτουργία του χρηματικού κυκλώματος δεν έχει αποκατασταθεί.

Και αυτό βρίσκεται σταθερά σε αντίθεση με τις εξελίξεις στην πραγματική οικονομία όπου, ως αποτέλεσμα της κρίσης, οι σχετικές τιμές έχουν σε μεγάλο βαθμό προσαρμοσθεί πλέον σε επίπεδα συμβατά με τις παραγωγικές δυνατότητες της χώρας.

Ένα χαρακτηριστικό στοιχείο του τρόπου που αντιμετωπίστηκε εξ αρχής η κρίση -εκτός από την αναλγησία έναντι των πληβείων και όσων δεν ανήκουν σε ισχυρές ομάδες συμφερόντων και σε ενώσεις πολιτικής πελατείας- είναι ο στρουθοκαμηλισμός, ή άλλως η ελπίδα ότι μπορεί κανείς να ξεπεράσει ένα πρόβλημα χωρίς να το λύσει, απλά «τσαλαβουτώντας στον βάλτο». Έτσι και το συγκεκριμένο ζήτημα της ρευστότητας, που σήμερα είναι το σημαντικότερο, αντιμετωπίζεται με οιονεί θρησκευτικό τρόπο, δηλαδή με την ελπίδα να ρυθμισθεί περίπου έτσι όπως ρυθμίσθηκε και εκείνο του εν Κανά γάμου. Αλλά τέτοιες λύσεις δεν εμφανίζονται πλέον στις πεζές ημέρες μας.

Συνεπώς απαιτείται μία άλλη, εξ ίσου  δραστική, ριζοσπαστική και ευφάνταστη, λύση. Όπως θα ήταν, για παράδειγμα, η απομείωση όλων των δανείων, κατ’ αναλογία προς τον βαθμό εξυπηρέτησής τους, και αυτό τόσο για λόγους δικαιοσύνης όσο και για λόγους οικονομικής αποτελεσματικότητας: περισσότερο να μειωθούν τα πλήρως εξυπηρετούμενα, λιγότερο –αλλά με διευκολύνσεις και επιμήκυνση- τα μη επαρκώς εξυπηρετούμενα, ενώ τα παντελώς μη εξυπηρετούμενα να ρευστοποιηθούν –με πλήρη διαγραφή του τυχόν υπολοίπου του χρέους που θα παραμείνει από την ρευστοποίηση- ώστε να ανακτηθεί και από αυτά ό,τι στοιχείο ενεργητικού είναι δυνατόν να ανακτηθεί προκειμένου να χρησιμοποιηθεί εκ νέου πιο παραγωγικά.

Φυσικά, μία παρόμοια ρύθμιση δεν θα ήταν προς όφελος των τραπεζών. Θα ήταν όμως προς όφελος της οικονομίας διότι θα επέτρεπε στα νοικοκυριά και στις επιχειρήσεις να ξεφύγουν από την αδράνεια και το αδιέξοδο που έχουν καταδικασθεί από την αναντιστοιχία των λογιστικών με τις πραγματικές αξίες των περιουσιακών τους στοιχείων και από την αναντιστοιχία του χρέους τους με τα έσοδά τους, δίνοντας εκ παραλλήλου την ευκαιρία στις πιο αποδοτικές μονάδες να επεκταθούν ενσωματώνοντας –και περισώζοντας έτσι από την πλήρη διάλυση- και τις λιγότερο ή καθόλου αποδοτικές.

Όσον αφορά τις τράπεζες, οι οποίες θα πληγούν σοβαρά από μία παρόμοια ρύθμιση, υπάρχει μία λύση: η νέα ελληνική κυβέρνηση, όποια και αν είναι, αντί να ασχολείται με κάτι που πραγματικά δεν έχει νόημα και εξυπηρετεί μόνο τις ανάγκες της δημαγωγικής πολιτευτικής αντιπαράθεσης, δηλαδή την ονομαστική απομείωση του δημοσίου χρέους, θα πρέπει να αφιερώσει τις δυνάμεις της στο να πείσει τους πιστωτές να συμμετάσχουν σε μία νέα, επαρκή, ικανοποιητική και γενναία ανακεφαλαιοποίησή τους (που μπορεί να απαιτήσει αισθητά περισσότερα από 11 δισεκατομμύρια ευρώ) ώστε να εξέλθουν από την κατάσταση της νεκροφάνειας που βρίσκονται σήμερα και να αρχίσουν να λειτουργούν και πάλι κανονικά, με υγιείς και ειλικρινείς ισολογισμούς, επιτελώντας την, νευραλγική για την οικονομία, αποστολή τους.

Μία τέτοια πρόταση εκ μέρους της κυβερνήσεως προς τους δανειστές θα της επέτρεπε, άλλωστε, να αποφύγει και τις ανώφελες τριβές μαζί τους για θέματα δημοκοπικά μεν πρωτεύουσας, ουσιαστικά δε δευτερεύουσας, σημασίας, όπως είναι η λήξη του Μνημονίου ή η ονομαστική απομείωση του δημοσίου χρέους. Ανώφελες τριβές που δημιουργώντας απρόσμενες επιπλοκές και μειώνοντας, από μία άλλη πλευρά, ακόμη περισσότερο την ρευστότητα στην ελληνική οικονομία, θα ήταν δυνατόν να την οδηγήσουν, αναίτια και αχρείαστα, στον «ξαφνικό θάνατό» της.

Η ελληνική οικονομία, μετά το PSI και όλες τις «διευκολύνσεις» που το ακολούθησαν, στην παρούσα φάση υποφέρει κυρίως από μία «κρίση ισολογισμού» (balance sheet recession) του ιδιωτικού τομέα, και για τον λόγο αυτό κεντρικό πρόβλημά της είναι το μέγεθος του ιδιωτικού, και όχι του δημοσίου, χρέους. Και σήμερα από αυτό εξαρτάται πρωταρχικώς η σταθεροποίησή της και η επανεκκίνησή της.

* Οι κ. Δημήτρης Α. Ιωάννου και Χρήστος Α. Ιωάννου είναι Οικονομολόγοι

Advertisements