Γιατί η Ελλάδα του 2014 είναι πιο φτωχή από αυτή του 2001;

by ggeorgan

των Δημήτρη Α. Ιωάννου και Χρήστου Α. Ιωάννου

22 Σεπτεμβρίου 2014

Σύνδεσμος δημοσίευσης

Γιατί η Ελλάδα του 2014 είναι πιο φτωχή, και απείρως πιο δυστυχισμένη, από την Ελλάδα του 2001; Απάντηση σε αυτό το ερώτημα δίνει η μελέτη μας «Λιτότητα, λαϊκισμός και ανάπτυξη: Η παρανόηση περί “ανάπτυξης” και “λιτότητας”» που δημοσιεύεται στο τρέχον τεύχος (Αύγουστου – Σεπτέμβριου 2014) του Foreign Affairs, The Hellenic Edition. Τα κυριότερα σημεία της ανάλυσης παρατίθενται στην συνέχεια.

Το 2013 το ΑΕΠ της Ελλάδας, μετρώμενο σε σταθερές τιμές του 2005, ήταν περίπου 160 δισεκατομμύρια ευρώ. Δηλαδή κατά τι λιγότερο από το ΑΕΠ του 2001 το οποίο, πάλι σε σταθερές τιμές του 2005, έχει μετρηθεί στα 165 δισεκατομμύρια ευρώ. Με άλλα λόγια σήμερα η Ελλάδα είναι, σε πραγματικούς όρους, φτωχότερη, σε σχέση με 13 έτη νωρίτερα, παρά το γεγονός ότι τα 8 τουλάχιστον από αυτά έχουν καταγραφεί ως έτη «ανάπτυξης» και μάλιστα υψηλής!

Αλλά υπάρχει και κάτι άλλο που διαφοροποιεί δραματικά τις δύο χρονικές στιγμές μεταξύ τους: το ποσοστό ανεργίας. Ενώ, λοιπόν, το 2001 το ποσοστό ανεργίας βρίσκονταν στο 10,5%, το 2013 είχε αναρριχηθεί στο 27%.

Αυτό το προφανές παράδοξο οδηγεί, αναπότρεπτα, στο ερώτημα πώς είναι δυνατόν με το ίδιο επίπεδο πραγματικού εισοδήματος να παρατηρείται τόσο μεγάλη διαφορά στην απασχόληση. Διαφορά που αντιστοιχεί σε ένα περίπου εκατομμύριο ανθρώπων οι οποίοι θέλουν να εργασθούν, αλλά δεν μπορούν.

Η απάντηση που έχει επικρατήσει, όχι μόνο στην κοινή γνώμη αλλά και στο διάλογο μεταξύ οικονομολόγων, είναι μια απάντηση που στηρίζεται κυρίως σε διάφορους «κοινούς τόπους» και σε «παραδεδεγμένες αλήθειες», κυριότερη των οποίων είναι η αξιωματική πεποίθηση, οικονομολόγων και μη, ότι, η κρίση είναι αποτέλεσμα κάποιας συγκεκριμένης πολιτικής επιλογής να εφαρμοσθούν οικονομικές πολιτικές «λιτότητας» οι οποίες καταλήγουν σε οικονομική στασιμότητα και καχεξία.

Κυρίαρχη ερμηνεία για το φαινόμενο της οικονομικής κάμψης, ή στασιμότητας γενικότερα, είναι εκείνη που στηρίζεται στο νοηματικό δίπολο «ανάπτυξη-λιτότητα», οι δύο πλευρές του οποίου νοούνται ως αλληλοαποκλειόμενες και αντίδρομες.

Στο κυρίαρχο ιδεολογικά αυτό σχήμα ερμηνείας η «ενεργός ζήτηση», εάν αρθεί στο βέλτιστο επίπεδο, μπορεί να θεωρείται ως ισοδύναμη έννοια με την «ανάπτυξη», εφ’ όσον, προφανώς η δεύτερη προκύπτει αυτομάτως και αβίαστα από την πρώτη. Αντίθετα, η «λιτότητα» δηλαδή η σκοπίμως διατηρούμενη σε χαμηλά επίπεδα «ενεργός ζήτηση», εφ’ όσον έχει ως αποτέλεσμα την οικονομική στασιμότητα μπορεί, επίσης, να θεωρηθεί ως ισοδύναμη με αυτήν. Είναι, δηλαδή, η λιτότητα μία «μετωνυμία» της οικονομικής στασιμότητας.

Επιβεβαιώνεται, όμως, η άποψη αυτή από τα πραγματικά δεδομένα;

Η σύγκριση της Ελλάδας του 2001 με την Ελλάδα του 2013, πάντως, και η προσπάθεια να ερμηνευθεί το παράδοξο πως και γιατί -αφού η χώρα και στις δύο χρονικές στιγμές είχε περίπου το ίδιο πραγματικό ΑΕΠ- η ανεργία διέφερε τόσο δραματικά, δεν επιβεβαιώνουν την ισχύ του ερμηνευτικού σχήματος του δίπολου «ανάπτυξη-λιτότητα» και της σημασίας την οποία υποτίθεται ότι έχει ή «ενεργός ζήτηση».

Το 2001, με ΑΕΠ 165 δισεκατομμυρίων ευρώ (σε σταθερές τιμές του 2005 πάντοτε), η συνολική τελική κατανάλωση του ιδιωτικού και του δημόσιου τομέα μαζί, έφθανε στα 146 δισεκατομμύρια ευρώ, αντιστοιχούσε δηλαδή στο 88% της «ενεργού ζητήσεως» ή του ΑΕΠ. Το 2013, με ΑΕΠ 160 δισεκατομμυρίων ευρώ (σε σταθερές τιμές του 2005), η συνολική τελική κατανάλωση του ιδιωτικού και του δημόσιου τομέα έφθανε τα 140 δισεκατομμύρια, δηλαδή και πάλι στο 88% της συνολικής «ενεργού ζητήσεως» και του ΑΕΠ.

Το ίδιο ουσιαστικά επίπεδο «ενεργού ζητήσεως» με την ίδια ποσοστιαία συμμετοχή της τελικής κατανάλωσης σε δύο διαφορετικές χρονικές στιγμές έχει δύο εντελώς διαφορετικά αποτελέσματα όσον αφορά την χρησιμοποίηση των παραγωγικών συντελεστών της οικονομίας.

Πώς άραγε θα μπορούσε να εξηγηθεί αυτό το παράδοξο;

Στην Ελλάδα του 2000-2009 παρουσιάστηκε το μοναδικό, ίσως, παγκοσμίως, φαινόμενο να εξειδικευτεί μία εθνική οικονομία στην κατανάλωση εισαγομένων με χρηματοδότηση από δανεικά! Και με βάση αυτό να θεωρεί ότι «αναπτύσσεται» και ότι «συγκλίνει» με τα επίπεδα εισοδήματος της ευρωζώνης!

Πεποίθηση που δεν έχει ακόμη διαγραφεί από την σκέψη της μεγάλης πλειοψηφίας των κάθε είδους περί τα οικονομικά δημοσιολογούντων, δεδομένου πως είτε θεωρούν ότι η «ύφεση» που έφερε το Μνημόνιο θα μπορούσε να είχε αποφευχθεί με μία πιο «ήπια πολιτική», είτε πως η περίοδος της πενίας τελειώνει πλέον και η χώρα θα γυρίσει σύντομα στο επίπεδο ΑΕΠ των 230 δισεκατομμυρίων ευρώ που είχε «πετύχει» το 2008. Μόνο που δεν έχουν αντιληφθεί ότι το ΑΕΠ αυτό δεν αντιστοιχούσε στην παραγωγική της δυνατότητα, δηλαδή στο δυναμικό του τομέα των «διεθνώς εμπορευσίμων», αλλά στην τότε δανειοληπτική ικανότητά της, μέσα στον παραισθητικό παροξυσμό της εποχής, που απλά διόγκωνε προσωρινά τα εισοδήματα και τις λογιστικές τιμές των «διεθνώς μη εμπορευσίμων».

Αυτή όμως η κατηγορία εμπορευμάτων, στην πραγματικότητα, δεν αντλεί την πραγματική της αξία από τίποτε άλλο παρά μόνο από την παραγωγική ικανότητα της χώρας, στην οποία παραγωγική ικανότητα πολύ λίγο, και μόνο εμμέσως συμμετέχει. Το πραγματικό δυνητικό ΑΕΠ της Ελλάδας βρίσκεται πολύ πιο κοντά στα σημερινά 180 δισεκατομμύρια, παρά στα 230 του 2009.

Η «ανάπτυξη» που παρατηρήθηκε στην περίοδο 2000-2009 στην Ελλάδα στηριγμένη στην «επεκτατική δημοσιονομική πολιτική» ήταν απλώς μία οφθαλμαπάτη, μία ψευδαίσθηση στην οποία όμως πολλοί συνεχίζουν να ζουν ακόμη και σήμερα. Στην πραγματικότητα όχι μόνο δεν υπήρξε ανάπτυξη αλλά εκείνο που υπήρξε ήταν καταστροφή κοινωνικού πλούτου και παραγωγικού δυναμικού.

Πρόκειται για μία τραγική ιστορία που επαναλήφθηκε πολλές φορές στην –διατελούσα υπό την υπνωτική σχεδόν επήρεια του διαζευχτικού ιδεολογήματος «ανάπτυξη-λιτότητα»- μεταπολιτευτική Ελλάδα, χωρίς η προηγούμενη –κακή- εμπειρία να αποτελεί και μάθημα για την επόμενη.

Η μακροοικονομική πολιτική προκειμένου να υποστηρίζει την ευσταθή αναπτυξιακή πορεία, πρέπει να συμβάλει, κυρίως στο να παραμένει μεσο-μακροχρόνια, το εξωτερικό ισοζύγιο ισοσκελισμένο (ή ελαφρά πλεονασματικό) ή πάλι, πράγμα που είναι το ίδιο, να διατηρείται η σχέση «διεθνώς εμπορευσίμων» προς «διεθνώς μη εμπορεύσιμα» σε εκείνο το επίπεδο που οι συντελεστές της παραγωγής θα παρωθούνται σταθερά να απασχολούνται στον κλάδο των πρώτων, στον βαθμό τουλάχιστον που κάτι τέτοιο είναι απαραίτητο για να υπάρξει ανάπτυξη.

Η «έκχυση» αυξημένης ζήτησης μέσω αύξησης της δημόσιας δαπάνης σε μία «μικρή ανοιχτή οικονομία», δεν μπορεί να αυξήσει, σε πρώτη φάση, τις ονομαστικές τιμές, άρα και το περιθώριο κέρδους, των «διεθνώς εμπορευσίμων» γιατί αυτό καθορίζεται σε διεθνές επίπεδο. Με δεδομένο όμως ότι τα «διεθνώς μη εμπορεύσιμα», με την σειρά τους, δεν μπορούν να αυξήσουν την προσφορά τους βραχυχρόνια, οι παραγωγοί τους βλέπουν -με χαρά- τις τιμές τους, άρα και το περιθώριο κέρδος τους, να αυξάνεται. Το αποτέλεσμα είναι, μεσοχρόνια, (που κάτι παρόμοιο καθίσταται δυνατόν), να μετακινούνται πόροι από τον διεθνώς ανταγωνιστικό τομέα στον μη ανταγωνιστικό εγχώριο για να επωφεληθούν από τις υψηλότερες αποδόσεις που εμφανίζονται εκεί.

Συνεπώς το αποτέλεσμα της αναπτυξιακής -υποτίθεται- επεκτατικής πολιτικής με αύξηση της δημόσιας δαπάνης είναι, αύξηση του ελλείμματος στο εξωτερικό εμπόριο, διόγκωση του δημόσιου χρέους (και ενδεχομένως και του εξωτερικού χρέους, εάν η «επέκταση» επιχειρήθηκε με εξωτερικό δανεισμό), και το κυριότερο, μεταφορά πόρων από τα «διεθνώς εμπορεύσιμα» στα «διεθνώς μη εμπορεύσιμα», κάτι που από αναπτυξιακή άποψη είναι μία πλήρης καταστροφή εάν αιτία του δεν είναι η αύξηση του επιπέδου παραγωγικότητας, αλλά η τεχνητή αλλαγή στην ζήτηση και στους «όρους εμπορίου» μεταξύ των δύο τομέων.

Υπό το φως των ανωτέρω μπορεί κανείς εύκολα να εκτιμήσει ποια ήταν τα αίτια της καταστροφής του 2010. Η τραγική αποτυχία της ελληνικής οικονομίας, βεβαίως, είχε τις ρίζες της στην ακολουθούμενη, ήδη από το 1949 οικονομική πολιτική. Δεν θα έφθανε, όμως, ποτέ στην χρεοκοπία εάν, μέσα στις συνθήκες της πρώτης περιόδου της ΟΝΕ, δεν παραβιάζονταν, με τόσο ανόητο τρόπο, όλοι οι όροι ευστάθειας της αναπτυξιακής ισορροπίας.

Βέβαια, προς την ίδια κατεύθυνση συνέβαλε και ο γενικός παραλογισμός που παρατηρήθηκε διεθνώς -δηλαδή η ευήθεια των δανειστών που δάνειζαν την Ελλάδα με επιτόκια Γερμανίας- και προξένησε την κρίση σε όλη την Νότια Ευρώπη και σε όλη την ευρωζώνη.

Παρ’ ότι λοιπόν η κρίση στην Ελλάδα είναι διαφορετική από την Πορτογαλία ή την Ιρλανδία διότι –στην χώρα μας- πρόκειται για μία εκτεταμένη διαρθρωτική κατάρρευση η οποία δεν επιδέχεται επιδιορθώσεις αλλά απαιτεί συνολική ανοικοδόμηση της οικονομίας, ο μηχανισμός με τον οποίον εκδηλώθηκε σε όλες τις χώρες του Νότου δεν διαφέρει και πολύ. Όταν ο υπερδανεισμός δεν μπορούσε πλέον να συνεχισθεί, η ψευδώνυμη «ανάπτυξη» που είχε δημιουργήσει κατέρρευσε μαζί του.

Η Ελλάδα ζούσε παραβιάζοντας τους όρους αναπτυξιακής ισορροπίας τουλάχιστον από το 1960. Πλην όμως, πότε οι υπάρχουσες ασφαλιστικές δικλείδες του εθνικού νομίσματος, πότε διάφορες θετικές εξωτερικές περιστάσεις, βοήθησαν να κρατηθεί, τουλάχιστον ως την είσοδο στην ευρωζώνη, μακριά από την καταστροφή. Στην περίοδο 2000-2009, όμως, η παραβίαση -ή μάλλον ο βιασμός- των όρων ισορροπίας ήταν τεραστίων διαστάσεων, και η δυσμενής κατάληξη αναπόφευκτη.

Ως συνέπεια των τελείως ακατάλληλων πολιτικών στο δημοσιονομικό και στο νομισματικό επίπεδο, και της «υπερτίμησης» της πραγματικής συναλλαγματικής ισοτιμίας, η κρίσιμη σχέση «διεθνώς εμπορευσίμων»-«διεθνώς μη εμπορευσίμων» εκτροχιάσθηκε πλήρως. Η «υπερβάλλουσα ζήτηση» (δηλαδή η ανεξέλεγκτη «τόνωση της ενεργού ζητήσεως»), εκτόξευσε στα ύψη τις τιμές της δεύτερης κατηγορίας, η οποία διογκώθηκε στην ελληνική οικονομία σε ακραίο βαθμό, ενώ αντίθετα τα «διεθνώς εμπορεύσιμα» συνέχισαν να συρρικνώνονται όσον αφορά την εγχώριο παραγωγή, και να πληθαίνουν όσον αφορά την εισαγωγή τους, εξακοντίζοντας το ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών, και μαζί του και το εξωτερικό χρέος, σε δυσθεώρητα ύψη.

Δημιουργήθηκε μία ανισόρροπή οικονομία όπου η παραγωγική βάση ήταν ισχνότατη και η παραγωγική υπερδομή υπερμεγέθης, και υπέρβαρη. Τελείως φυσιολογικά, μόλις ήρθε η αναπόφευκτη διακοπή της εισροής των πόρων και τα δανεικά αποσύρθηκαν από την κυκλοφορία, η παράταιρη αυτή οικονομία κατέρρευσε-όπως και ήταν φυσικό. Κυρίως δε κατέρρευσε η κακοήθης υπερπλασία των «διεθνώς μη εμπορευσίμων» που δεν αντιστοιχούσε ουδόλως στην παραγωγική βάση της οικονομίας, και έτσι εξηγείται το παράδοξο της συντριπτικής διαφοράς στην ανεργία μεταξύ 2001 και 2013 ενώ η «ενεργός ζήτηση» είναι ουσιαστικά η ίδια. Στο μεσολαβήσαν διάστημα μεγάλο μέρος του εργατικού δυναμικού είχε μεταφερθεί στον («εντάσεως εργασίας») τομέα των «διεθνώς μη εμπορευσίμων» και ειδικά στο μέρος του εκείνο που δημιουργήθηκε και επιβίωνε μέσω της «μόχλευσης» των δανεικών.

Δεδομένων των ανωτέρω, είναι σαφές ότι (ιδιαίτερα για μία μικρή ανοικτή οικονομία όπως η ελληνική), η λελογισμένη δημοσιονομική (αλλά και νομισματική) πολιτική, η οποία μεριμνά ώστε η ενεργός ζήτηση να μην διαστρέφει το άνυσμα των σχετικών τιμών, να μην δημιουργεί θνησιγενείς κλαδικές υπερπλασίες, να μην διαστρεβλώνει τις σχέσεις των «διεθνώς εμπορευσίμων» με τα «διεθνώς μη εμπορεύσιμα» αγαθά και υπηρεσίες καταρρακώνοντας έτσι την ανταγωνιστικότητα, και γενικά να μην διαταράσσει τους μακροχρόνιους όρους αναπτυξιακής ισορροπίας, είναι η επιβεβλημένη πολιτική που ουσιαστικά δημιουργεί τους όρους της ανάπτυξης και ευνοεί την σταθερότητά της.

Επειδή όμως αυτή η λελογισμένη δημοσιονομική (ή γενικότερα, οικονομική, εάν συνοδεύεται και από τις κατά περίπτωσιν επιβαλλόμενες διαρθρωτικές παρεμβάσεις) πολιτική, είναι η ίδια που από τον πολιτευτικό λόγο περιγράφεται ως «λιτότητα», είναι σαφές ότι στην πραγματικότητα, και εις πείσμα της επικρατούσας πεποίθησης, η «λιτότητα» δεν είναι το αντίθετο της ανάπτυξης αλλά, στις πλείστες των περιπτώσεων, η βασική προϋπόθεσή της. Η Ελλάδα του 2014 είναι πιο φτωχή, και απείρως πιο δυστυχισμένη, από την Ελλάδα του 2001 ακριβώς διότι αγνοούσε την βασική αυτή αλήθεια.

*Οι κ.κ. Δημήτρης Α. Ιωάννου  και Χρήστος  Α. Ιωάννου είναι οικονομολόγοι

Advertisements