Μετά την κατάρρευση, ο δραστικός μετασχηματισμός

by ggeorgan

Διάλογος για τα δομικά χαρακτηριστικά της ελληνικής οικονομίας

Δημήτρης  Α. Ιωάννου

Παρασκευή, 16 Μαΐου 2014

Σύνδεσμος δημοσίευσης

Το εξωτερικό χρέος της Ελλάδας σήμερα -δημόσιο και ιδιωτικό- ξεπερνά τα 400 δισ. ευρώ. Το ποσό αυτό αποκρυσταλλώνει τη διαφορά όσων προϊόντων παρήγαγε η Ελλάδα από όσα προϊόντα κατανάλωσε σε όλη τη μεταπολεμική περίοδο.

Το πραγματικό ΑΕΠ βρίσκεται πιο κοντά στα σημερινά 180 δισ. παρά στα 230 δισ. του 2009, εκτιμά ο οικονομολόγος Δημήτρης Ιωάννου, ο οποίος σε συνέντευξη στο naftemporiki.gr (2ο μέρος) μιλά για μία διαρθρωτική κατάρρευση η οποία έχει δρομολογήσει έναν δραστικό δομικό μετασχηματισμό του παραγωγικού και οικονομικού ιστού της χώρας.

Είπε στο naftemporiki.gr

  • Το εξωτερικό χρέος της Ελλάδας σήμερα -δημόσιο και ιδιωτικό- ξεπερνά τα 400 δισ. ευρώ. Το ποσό αυτό αποκρυσταλλώνει τη διαφορά όσων προϊόντων παρήγαγε η Ελλάδα από όσα προϊόντα κατανάλωσε σε όλη τη μεταπολεμική περίοδο.
  • Χωρίς την κοινωνική κατανόηση και συναίνεση, θα εφαρμόζονται μόνο προγράμματα «εξαναγκαστικής θεραπείας», όπως το Μνημόνιο, και αυτά με περιορισμένη επιτυχία.
  • Για να εξυπηρετεί η Ελλάδα το χρέος της, δεν μπορεί να χρησιμοποιεί ευρώ τα οποία κυκλοφορούν και ανακυκλώνονται στην ελληνική αγορά -ειδάλλως σε λίγα χρόνια η οικονομία θα είχε αποστραγγισθεί πλήρως από νομισματική κυκλοφορία- αλλά πρέπει αντιθέτως να χρησιμοποιεί ευρώ που εισάγονται από το εξωτερικό στο πλαίσιο των εμπορικών συναλλαγών.
  • Η γενικότερη φιλοσοφία που βρισκόταν πίσω από την πολιτική δανεισμού των ελληνικών κυβερνήσεων, η οποία οδήγησε τελικά στη χρεοκοπία, ήταν ότι το χρέος μπορεί να ανακυκλώνεται εσαεί και παράλληλα να μειώνεται η σχετική σημασία του λόγω της ανάπτυξης της οικονομίας.
  • Τα εισοδήματα του τομέα των «διεθνώς εμπορευσίμων» της ελληνικής οικονομίας σήμερα δεν ξεπερνούν τα 40 δισ. ευρώ, δηλαδή το 10% του εξωτερικού χρέους της χώρας.
  • Η Great Depression και η Great Recession ήταν προϊόντα λανθασμένης νομισματικής πολιτικής. Τα «αναπτυξιακά» θαύματα της σύγχρονης οικονομικής θεωρίας (π.χ. Κίνα) στηρίχθηκαν σε ένα τεχνηέντως υποτιμημένο νόμισμα.
  • Οι μισθολογικές αυξήσεις που δεν αντιστοιχούν σε ανάλογες αυξήσεις της παραγωγικότητας διώχνουν στο εξωτερικό θέσεις εργασίας του τομέα των «διεθνώς εμπορευσίμων».
  • Για όσους παρακολουθούν με προσήλωση και πίστη τον Brad Delong και τον Paul Krugman, θα πρέπει κανείς να υπενθυμίσει ότι, σε αντίθεση με την Ελλάδα, οι ΗΠΑ δεν είναι «μικρή ανοικτή οικονομία» και δεν αντιμετωπίζουν δεδομένους εξωτερικούς όρους εμπορίου.
  • Η «βελτίωση της ανταγωνιστικότητας» δεν μπόρεσε να αυξήσει τις εξαγωγές ή το ΑΕΠ, όπως έγινε στην Πορτογαλία, την Ισπανία και την Ιρλανδία. Αυτό οφείλεται, μεταξύ άλλων, σε σειρά αιτίων που δεν συναντώνται στις χώρες αυτές, ενώ συναντώνται στην Ελλάδα.
  • Η διαρθρωτική κατάρρευση της οικονομίας έχει προκαλέσει «σύγχυση προσανατολισμού» στην επιχειρηματική τάξη της Ελλάδας. Ενώ έγινε σαφές ότι οι παλαιοί προσοδοφόροι κλάδοι έχουν πλέον καταστεί απρόσφοροι, δεν είναι σαφές ποιοι είναι οι νέοι κλάδοι στους οποίους θα επεκταθεί η ελληνική οικονομία προκειμένου να αναπτυχθεί.
  • Το γεγονός ότι μεγάλο μέρος της ελληνικής επιχειρηματικότητας ήταν επί δεκαετίες υπότροφη του δημόσιου τομέα ή βρισκόταν στην αναζήτηση της εύκολης «αρπαχτής» στη χώρα των ευκαιριών γρήγορου και εύκολου πλουτισμού, όπως ήταν η Ελλάδα, στέρησε τη δυνατότητα απόκτησης γνώσεων και δεξιοτήτων που διαθέτει η επιχειρηματικότητα άλλων χωρών.
  • Ένα μεγάλο μέρος του προϊόντος που αναλογούσε στις αμοιβές της εργασίας και του επενδεδυμένου στην παραγωγή κεφαλαίου το καρπωνόταν το επενδεδυμένο στον χρηματοπιστωτικό τομέα κεφάλαιο, παρ’ ότι δεν είχε ανάλογα ουσιαστική συνεισφορά στην οικονομία και παρά το ότι η λειτουργία του ήταν περισσότερο παρασιτική.
  • Αποτελεί ένδειξη ηθικής ευθύνης και επαγγελματικής ευσυνειδησίας, τόσο για έναν οργανισμό όσο και για έναν άνθρωπο, να αξιολογεί αναδρομικά τις πράξεις του και να αναγνωρίζει το σφάλμα που θεωρεί ότι τον βαρύνει. Αυτό όμως δεν αλλάζει καθόλου την αστοχία και την ανεπάρκεια του ΔΝΤ να αντιληφθεί τι πραγματικά συνέβη στην Ελλάδα.
  • Η επίκληση των «πολλαπλασιαστών» είναι άστοχη θεωρητικά, αποτυχημένη μεθοδολογικά και αποπροσανατολιστική πολιτικά, γιατί έδωσε -για παράδειγμα- αφορμή για έναν ακόμη γύρο ανέξοδου και παραπλανητικού «αντιμνημονιακού» λόγου.
  • Η ελληνική κρίση είναι τέτοια που η βαθύτερη και επισταμένη μελέτη της θα μπορούσε να προσφέρει σημαντικά στην εμβάθυνση και στον εμπλουτισμό της οικονομικής θεωρίας.


Σε συνέντευξη στο naftemporiki.gr, o επικεφαλής οικονομολόγος της Deutsche Bank για την Ευρωζώνη Mark Wall εξέφρασε την άποψη: «θα περίμενε κανείς το μέγεθος της βελτίωσης της ανταγωνιστικότητας να είχε μια πιο θετική επίδραση στην ελληνική οικονομία». Ποια είναι η δική σας εκτίμηση;

Η κυρίαρχη ακαδημαϊκά και πλειοψηφούσα θεωρητικά προσέγγιση των οικονομικών προβλημάτων έχει αποτύχει να συλλάβει την ουσία και να ερμηνεύσει την παρούσα διεθνή οικονομική κρίση, της οποίας η Ελλάδα αποτελεί μία υβριδική εκδοχή, όπου εκκεντρικές ιδιομορφίες που δεν συναντώνται σε καμία άλλη εθνική περίπτωση συνυπάρχουν με πολύ χαρακτηριστικά -«οικουμενικά» θα έλεγε κανείς- στοιχεία τα οποία εκφράζουν με τον πιο αντιπροσωπευτικό τρόπο τον χαρακτήρα της παγκόσμιας κρίσης.Η κυριαρχούσα, ακαδημαϊκή αντίληψη θεωρεί ότι η οικονομία λειτουργεί ως ένα σύνολο συναρτήσεων οι οποίες είναι «συνεχείς» σε κάθε σημείο τους και, ως εκ τούτου, είναι δυνατόν, εκτιμώντας την ποσοστιαία αλλαγή μίας μεταβλητής της να υπολογίσουμε με σχετική ασφάλεια και ακρίβεια και τις αλλαγές των υπολοίπων. Στο νοητικό αυτό πλαίσιο οι διακυμάνσεις, και οι αναταράξεις, της οικονομικής δραστηριότητας προκύπτουν ως αποτέλεσμα της αλληλεπίδρασης της κίνησης των μεταβλητών και του γεγονότος ότι κάποιες εξ αυτών, όπως οι ονομαστικοί μισθοί, παρουσιάζουν «ακαμψίες» στην κίνησή τους προς τα κάτω. Έστω και έτσι, όμως, οι μεταβολές του επιπέδου οικονομικής δραστηριότητας θεωρούνται προβλέψιμες και μετρήσιμες. (Παράδειγμα και η προσδοκία του κ. Mark Wall: «το μέγεθος της βελτίωσης της ανταγωνιστικότητας να είχε μια πιο θετική επίδραση στην ελληνική οικονομία»). Παρά δε το ότι στη χώρα μας ακόμη και σήμερα η κεϋνσιανή πρόταση θεωρείται «επαναστατική», είναι γεγονός ότι η συγκεκριμένη ακαδημαϊκή ορθοδοξία, την οποία δεν μπόρεσε να ανατρέψει καμία μονεταριστική ή νεοκλασική «αντεπανάσταση» των τελευταίων δεκαετιών, έλκει την καταγωγή της κατ’ ευθείαν από την κεϋνσιανή θεωρία και από τη θεμελιώδη υπόθεση της «Γενικής Θεωρίας» ότι το κεφάλαιο μπορεί να γίνεται αντιληπτό ως ομοιογενές (και ως εκ τούτου η σχέση του με την εργασία και το προϊόν μπορεί να περιγραφεί με μία «συνεχή συνάρτηση»).

Η κυρίαρχη ακαδημαϊκά οικονομική θεωρία δεν μπορεί και δεν πρέπει, βεβαίως, να θεωρηθεί ως «λανθασμένη». Πράγματι, επιτρέπει, στις πλείστες  των περιπτώσεων, να γίνουν, κατά προσέγγισιν βεβαίως, εύστοχες και επιτυχείς εκτιμήσεις για την κατεύθυνση και για το σχετικό μέγεθος των διακυμάνσεων της πραγματικής οικονομίας. Αυτό οφείλεται στο γεγονός ότι, συνήθως, οι ταλαντώσεις της οικονομικής δραστηριότητας περιορίζονται σε σχετικά μικρό εύρος εξ αιτίας των ισχυρών ροπών συνοχής που ενυπάρχουν στα οικονομικά συστήματα, ροπές τις οποίες ο Κέυνς περιγράφει πολύ καθαρά στη «Γενική Θεωρία». Για τα κεϋνσιανής έμπνευσης, λοιπόν, κυρίαρχα ακαδημαϊκά υποδείγματα οι μεταβολές του επιπέδου του εισοδήματος, και ως εκ τούτου και της ανεργίας, λαμβάνουν χώρα μέσα σε συνθήκες δομικής σταθερότητας των οικονομιών.

Η πρόσφατη όμως κρίση, που ξεκίνησε το 2008-2009 από τις ΗΠΑ και επεκτάθηκε σε ολόκληρο τον κόσμο, έδειξε ότι τα πράγματα δεν είναι πάντοτε έτσι. Τα σύνθετα οικονομικά υποδείγματα που μέχρις εκείνη τη στιγμή είχαν αποδείξει ότι, τουλάχιστον αν μην τι άλλο, παρακολουθούσαν σχετικά αποτελεσματικά τις εξελίξεις στην πραγματική οικονομία, δεν μπόρεσαν στην περίπτωση αυτή ουδέ κατ’ ελάχιστον να συλλάβουν και να προβλέψουν την επερχόμενη κατάρρευση. Γιατί; Για δύο λόγους. Πρώτον, γιατί αποδείχθηκε ότι η οικονομία δεν είναι, πάντα, ένα σύστημα συνεχών μεταβλητών στο οποίο η μετάβαση από το ένα επίπεδο δραστηριότητας στο άλλο γίνεται με σχετικά ομαλό τρόπο. Αντιθέτως φάνηκε καθαρά ότι όταν οι παράμετροι κάποιων μεταβλητών διαφοροποιηθούν δραστικά αποκαλύπτονται «ασυνέχειες» στη δομή της οικονομίας, δηλαδή επέρχονται μεταβολές οι οποίες δεν είναι «γραμμικές» και η έντασή τους δεν έχει σχέση με τα όσα συνέβαιναν υπό «κανονικές» συνθήκες. Στο επίπεδο αυτό αποδείχθηκε, ή αποκαλύφθηκε, και η δομική ετερογένεια του κεφαλαίου (δηλαδή των υπαρχόντων κεφαλαιακών αγαθών). Μία σημαντική μεταβολή στην πιστοδοτική ικανότητα των τραπεζών έδειξε να έχει εξαιρετικά ασύμμετρα αποτελέσματα επί των διαφόρων κλάδων της οικονομίας, με άλλους μεν να καταρρέουν ολοσχερώς και πέραν πάσης προσδοκίας, και άλλους να πλήττονται λιγότερο. Οι αλλαγές που επήλθαν, στις ΗΠΑ, στη Μεγάλη Βρετανία και στην Ευρωζώνη, δεν ήταν συγκυριακές αλλαγές προσωρινού χαρακτήρα, όπως αυτές που συμβαίνουν στο «κεϋνσιανό σύμπαν», αλλά διαρθρωτικές αλλαγές μόνιμου χαρακτήρα. Μόνιμου, φυσικά, όχι με την έννοια ότι δημιουργούν μία νέα αναλλοίωτη πραγματικότητα  που θα διαρκέσει στο διηνεκές αλλά με την έννοια ότι η προηγούμενη κατάσταση «δυναμικής ισορροπίας», εντός των ορίων της οποίας διακυμαίνονταν οι οικονομικές μεταβλητές, έχει ξεπερασθεί οριστικά και η οικονομία, πλέον, βρίσκεται στη διαδικασία αναζήτησης μίας νέας μακροχρόνιας κατάστασης «δυναμικής ισορροπίας» με ένα νέο «κέντρο βάρους».

Ο δεύτερος λόγος για τον οποίον τα χρησιμοποιούμενα οικονομικά υποδείγματα δεν κατάφεραν να συλλάβουν την επερχόμενη κρίση ήταν ότι, ως συνέπεια των προηγουμένων, δεν περιελάμβαναν τη χρηματοπιστωτική διάσταση. Η απεικόνιση-αναπαράσταση μίας οικονομίας που θεωρείται πως λειτουργεί χωρίς ρήξεις και χάσματα, είναι φυσικό να εκλαμβάνει ως δεδομένο ότι κάθε στοιχείο ενεργητικού, ασχέτως της μεταβολής της τιμής του, είναι δυνατόν ανά πάσα στιγμή να ρευστοποιηθεί, δηλαδή να γίνει αντικείμενο αγοραπωλησίας στην επικρατούσα τιμή της αγοράς. (Αυτός είναι, άλλωστε, και ο τρόπος με τον οποίο η οικονομία επανισορροπεί και διατηρεί τη δομική ευστάθειά της μέσα στον χρόνο: με τις μεταπτώσεις της προσφοράς και της ζήτησης μέσω των συνεχών μετασχηματισμών των ονομαστικών αλλά και των σχετικών τιμών). Μόνο που η κρίση του 2008-2009 κονιορτοποίησε και αυτήν την πεποίθηση της κατεστημένης θεωρίας, διότι ήταν μία κρίση η οποία εκδηλώθηκε με ιδιαίτερη δριμύτητα ακριβώς επειδή, από κάποια στιγμή και μετά, δεν ήταν δυνατόν να λάβει χώρα η εν λόγω διαδικασία που εθεωρείτο δεδομένη: στοιχεία ενεργητικού κάθε είδους, αλλά κυρίως επενδυτικοί τίτλοι, που μέχρις εκείνη τη στιγμή γίνονταν ανάρπαστοι και οι τιμές τους συνεχώς αυξάνονταν, αίφνης δεν έβρισκαν αγοραστή παρά το γεγονός ότι οι τιμές στις οποίες προσφέρονταν άρχισαν, εν όψει της ελλείψεως αγοραστών, να καταρρέουν με ρυθμό χιονοστιβάδας. Επειδή δε οι τίτλοι αυτοί αντικρίζονταν στα χαρτοφυλάκια των κατόχων τους με αντίστοιχα στοιχεία παθητικού, που δεν μπορούσαν πλέον να εξυπηρετηθούν, αποτέλεσμα ήταν η έναρξη μίας τόσο έντονης κρίσης του χρηματοπιστωτικού συστήματος των ΗΠΑ αρχικά, και του υπόλοιπου κόσμου στην συνέχεια, που ο μόνος λόγος για τον οποίον δεν έφθασαν έως την πλήρη καταστροφή ήταν οι “κοσμογονικών” διαστάσεων παρεμβάσεις των Κεντρικών Τραπεζών και των κυβερνήσεων.

Ποιος είναι ο λόγος όμως για τον οποίο η οικονομία μπορεί να βρεθεί σε συνθήκες «διαρθρωτικής» κρίσης στην οποία αναδεικνύονται οι ασυνέχειες των δομών της και προκύπτουν ρήγματα στη λειτουργία της; Η απάντηση είναι προφανής: κάτι τέτοιο μπορεί να προέλθει από τη συσσώρευση «εντάσεων» και ανισορροπιών στη διάρκεια μίας μακράς περιόδου κατά την οποία η οικονομική πολιτική αποτυγχάνει σε τρία επίπεδα, δηλαδή αποτυγχάνει να συναρθρώσει κατά τον σωστό τρόπο τις εξελίξεις α) στο επίπεδο της παραγωγικότητας της οικονομίας με τη ζήτηση β) στο επίπεδο της κατανομής του εισοδήματος μεταξύ των παραγωγικών συντελεστών και γ) στο επίπεδο της κατανομής του προϊόντος μεταξύ επένδυσης και κατανάλωσης, δηλαδή μεταξύ του παρόντος και του μέλλοντος. Δηλαδή:

Α. Η σχέση της παραγωγικότητας με τη ζήτηση. Η Great Depression του 1930 προκλήθηκε ακριβώς διότι η δογματική οικονομική πολιτική της εποχής, πνευματικά αγκυλωμένη στην παράλογη εμμονή στον «κανόνα χρυσού» στην δεκαετία του 1920, συρρίκνωνε σταδιακά την νομισματική κυκλοφορία, πίεζε τις τιμές προς τα κάτω και δημιουργούσε σοβαρές επιβαρύνσεις στα χρέη (τα οποία παρά τις μειώσεις των τιμών και εισοδημάτων παρέμεναν σε ένα σταθερό ονομαστικό επίπεδο). Η Great Recession του 2008, επίσης, οφείλεται στο γεγονός ότι στη διάρκεια πολλών χρόνων, δηλαδή τουλάχιστον από το 1995 έως το 2008, μία οικονομική πολιτική, που στηριζόταν στην προσπάθεια διατήρησης του επιπέδου δραστηριότητας της οικονομίας στο επιθυμητό επίπεδο με κύριο εργαλείο της επιτόκια σταθερά χαμηλότερα από το «φυσικό επιτόκιο», δημιούργησε μία σειρά από χρηματοπιστωτικές υπερπλασίες («φούσκες») αλλά και παραισθήσεις ως προς το ποιο είναι το πραγματικό επίπεδο εισοδήματος της κοινωνίας. Μοιραίο ήταν να ανατραπούν κάποια στιγμή αμφότερες, όπως συνέβη τελικά το 2008, απειλώντας την οικονομία με συνολική κατάρρευση. Και στις δύο περιπτώσεις η επώαση της κρίσης προήλθε από το γεγονός ότι η οικονομική πολιτική δημιούργησε στους φορείς της οικονομίας μία παραθλασμένη εικόνα για την σχέση μεταξύ της παραγωγικότητας της οικονομίας και των αναμενόμενων εισοδημάτων τους. Το 1930 η προσδοκία του εισοδήματος ήταν κατώτερη από την δυνητική παραγωγικότητα της οικονομίας διότι η στενότητα της χρηματικής κυκλοφορίας δυσχέραινε την ομαλή λειτουργία του οικονομικού κυκλώματος με αποτέλεσμα η ζήτηση να μην μπορεί να απορροφήσει την (δυνητική) παραγωγή. Αντιθέτως, το 2000, η προσδοκία του εισοδήματος, διογκωμένη από τις υπερπλασίες και τις κερδοσκοπικές ανατιμήσεις που τροφοδοτούσε η απορύθμιση των πιστωτικών αγορών, σε συνδυασμό με τα χαμηλά επιτόκια που παρείχε η FED, ήταν δυσανάλογα υψηλότερη από το πραγματικό προϊόν που μπορούσε να δημιουργήσει το παραγωγικό δυναμικό της οικονομίας. Δηλαδή, στην περίπτωση αυτή, σε αντίθεση με το 1920, ήταν η προσφορά που δεν μπορούσε να ανταποκριθεί στην δυνητική ζήτηση και να υποστηρίξει το εικαζόμενο επίπεδο πλούτου της αμερικανικής οικονομίας.

Β. Η στρεβλή σχέση μεταξύ των αμοιβών των συντελεστών της παραγωγής. Και στις δύο περιπτώσεις, και το 1930 και το 2000, οι αμοιβές της εργασίας και του επενδεδυμένου στην παραγωγή κεφαλαίου υπολείπονταν της οριακής τους παραγωγικότητας διότι, μέσα από τον μηχανισμό της διαμόρφωσης των τιμών, εξ αιτίας φυσικά των στρεβλώσεων που προξενούσε η λανθασμένη οικονομική πολιτική, ένα μεγάλο μέρος του προϊόντος που τους αναλογούσε το καρπωνόταν το επενδεδυμένο στον χρηματοπιστωτικό τομέα κεφάλαιο, παρ’ ότι δεν είχε ανάλογα ουσιαστική συνεισφορά στην οικονομία και παρά το ότι η λειτουργία του ήταν περισσότερο παρασιτική. Ο ακριβής τρόπος με τον οποίον συνέβαιναν τα παραπάνω ήταν διαφορετικός στις δύο περιπτώσεις, αλλά αυτό έχει μικρή σημασία. Στην δεκαετία του 1920 η σταθερή  πτώση των τιμών και η συνεπαγόμενη διόγκωση σε πραγματικούς όρους των χρεωστικών οφειλών (Fisher’s deflationary spiral) μετέφερε σταθερά, όλο και περισσότερο κοινωνικό πλούτο στα χέρια των κεφαλαιούχων, οι οποίοι μην έχοντας προοπτική να το επενδύσουν ξανά στην πραγματική οικονομία το τοποθετούσαν σε χρηματιστηριακούς τίτλους δημιουργώντας την παράλογη άνοδο των τιμών που οδήγησε στην καταστροφή του 1929. Στην περίοδο 1995-2008, αντιθέτως, το ποσοστό του κοινωνικού προϊόντος που «συνελάμβανε» ο χρηματο-πιστωτικός τομέας αυξήθηκε κατακόρυφα λόγω της «απορρύθμισης» του χρηματοπιστωτικού τομέα σε συνδυασμό με την εξαιρετικά επεκτατική νομισματική πολιτική (…στις ΗΠΑ. Στη χώρα αυτή το ποσοστό του ΑΕΠ που αντιστοιχούσε στον χρηματοπιστωτικό τομέα αυξήθηκε από 2% περίπου το 1970, στο 9% το 2008, χωρίς αυτή η αύξηση των εισοδημάτων να συσχετίζεται με κάποια αντίστοιχη συμβολή του τομέα στην αύξηση της παραγωγικότητας της οικονομίας).

Γ. Η στρεβλή σχέση μεταξύ κατανάλωσης και επένδυσης. Στη δεκαετία του 1920 η οφειλόμενη στην περιοριστική νομισματική πολιτική του «κανόνα χρυσού» ασθενική ζήτηση, (δηλαδή ζήτηση δυσανάλογα μικρή σε σχέση με τις παραγωγικές ικανότητες της οικονομίας), περιόρισε ανάλογα και την επένδυση και έστρεψε τα κεφάλαια είτε στην χρηματιστηριακή κερδοσκοπία, είτε στην αποθησαύριση με τα γνωστά καταστρεπτικά αποτελέσματα. Στη δεκαετία του 2000, η εξαιρετικά επεκτατική -τη φορά αυτή- νομισματική πολιτική του FED στις ΗΠΑ, παρώθησε την κατανάλωση σε υπερβολικά ύψη (πάνω από 65% του ΑΕΠ) και εκμηδένισε την αποταμίευση, ενώ παράλληλα οδήγησε τα κεφάλαια στην χρηματοπιστωτική κερδοσκοπία και στην κερδοσκοπία των ακινήτων, με τα γνωστά, επίσης, καταστροφικά αποτελέσματα.

Αυτοί ήταν οι παράγοντες ανισορροπίας και στις δύο μεγάλες δομικές κρίσεις της παγκόσμιας οικονομίας. Το κοινό χαρακτηριστικό και στις δύο είναι πρώτον, ότι επωάσθηκαν σε μία μακρά διάρκεια εξ αιτίας μίας λανθασμένης οικονομικής πολιτικής -κυρίως νομισματικής αλλά όχι μόνο- και, δεύτερον, ότι η εκδήλωσή τους ήταν και αυτή μακροχρόνια και είχε ως αποτέλεσμα ότι μετά την αποδρομή τους η οικονομία είχε/θα έχει υποστεί βαθείς δομικούς μετασχηματισμούς. Πιστεύω ότι η σημερινή ελληνική κρίση είναι αυτού του τύπου, σε τόσο μεγάλο βαθμό μάλιστα ώστε η βαθύτερη και επισταμένη μελέτη της θα μπορούσε να προσφέρει σημαντικά στην εμβάθυνση και στον εμπλουτισμό της οικονομικής θεωρίας.

Η ιατρική επιστήμη μέχρι σήμερα έχει ταυτοποιήσει περίπου 10.000 είδη ασθένειας που μπορούν να πλήξουν τον ανθρώπινο οργανισμό. Η επικρατούσα ακαδημαϊκή οικονομική θεωρία υστερεί σημαντικά έναντι της ιατρικής κατά το ότι μέχρι στιγμής φαίνεται να έχει ταυτοποιήσει ένα μόνο είδος κρίσης, το οποίο μπορεί να πλήξει την οικονομία, και αυτό είναι το είδος της κρίσης που ερμηνεύεται με βάση την κεϋνσιανή ανάλυση, (η οποία ουσιαστικά υπάρχει σαν λογικός πυρήνας και σε αντι-κεϋνσιανές θεωρίες όπως οι «ορθολογικές προσδοκίες» και ο «πραγματικός επιχειρηματικός κύκλος»). Στην πιο απλοποιημένη μορφή της η λογική αυτή βλέπει την οικονομία σαν μία συνεχή συνάρτηση όπου μία εξωγενής μεταβλητή επιδρά επί μίας ενδογενούς δίνοντας συγκεκριμένο αποτέλεσμα. Αυτό όμως περιορίζει απελπιστικά την εμβέλεια της κατεστημένης ακαδημαϊκής θεωρίας (η οποία, άλλωστε, είναι υπεύθυνη και για τα τραγικά λάθη οικονομικής πολιτικής που οδήγησαν στη σημερινή κρίση) όταν βρίσκεται αντιμέτωπη με κρίσεις που το χαρακτηριστικό τους είναι η «ασυνέχεια» των λειτουργιών και η «ρήξη» των δομών. Στην περίπτωση αυτή, όταν δηλαδή ο «ακαδημαϊκός» οικονομολόγος προσπαθεί «να βρει την απάντηση» επιχειρώντας να «παραγωγίσει τη συνάρτηση», γιατί έτσι έχει μάθει να κάνει, συμπεριφέρεται περίπου όπως ο καλός εκείνος άνθρωπος στην παλιά ασπρόμαυρη ελληνική κωμωδία που η τύχη του τον έφερε να υποδυθεί τον γιατρό χωρίς να είναι, και σε κάθε ερώτηση για θεραπευτική αγωγή που του γινόταν, ό,τι σύμπτωμα και να αφορούσε, είχε να δώσει μία και μοναδική απάντηση: «Έμπλαστρο»! (Έτσι καθόλου τυχαία, στη σημερινή συγκυρία της ελληνικής οικονομίας, η πλειοψηφία  των εμβαπτισμένων στα νάματα της κεϋνσιανής φιλοσοφίας οικονομολογούντων, εκ δεξιών ή εξ αριστερών αδιακρίτως, ορμωμένων, έχει να δώσει και αυτή μία, αντίστοιχη του «εμπλάστρου», συνταγή γενικής χρήσεως δια πάσαν νόσον: «τόνωση της ζήτησης»).

Χαρακτηριστική περίπτωση παρόμοιας ερμηνευτικής αστοχίας υπήρξε η γνωστή «αίτηση συγνώμης» εκ μέρους του ΔΝΤ σχετικά με την εκτίμηση «της πραγματικής τιμής των πολλαπλασιαστών». Βεβαίως, θα πρέπει πρώτα να πει κανείς ότι αποτελεί τεράστιο βήμα προόδου για τον οργανισμό η εγκατάλειψη της ακραίας ψευδοφιλελεύθερης ιδεολογίας του των περασμένων περιόδων και η προσχώρησή του σε έναν μετριοπαθή νεοκεϋνσιανισμό. Επίσης, να σημειώσει ότι αποτελεί ένδειξη ηθικής ευθύνης και επαγγελματικής ευσυνειδησίας, τόσο για έναν οργανισμό όσο και για έναν άνθρωπο, το να αξιολογεί αναδρομικά τις πράξεις του και να αναγνωρίζει το σφάλμα που θεωρεί ότι τον βαρύνει. (Κάτι παντελώς άγνωστο -παρεμπιπτόντως- για τα εγχώρια πνευματικά ήθη και έθιμα). Αυτό όμως δεν αλλάζει καθόλου την αστοχία και την ανεπάρκεια του ΔΝΤ να αντιληφθεί τι πραγματικά συνέβη στην Ελλάδα. Αντιμετωπίζοντας το επίπεδο του εισοδήματος, ακόμη και το 2011-2012, ως μία εξαρτημένη μεταβλητή καθοριζόμενη, κυρίως, από την ανεξάρτητη μεταβλητή της δημόσιας δαπάνης, και τον «πολλαπλασιαστή» ως την παράγωγο της σχέσεως αυτής, είναι προφανές ότι δεν αντιλαμβάνεται τις διαρθρωτικές αλλαγές που ελάμβαναν χώρα την στιγμή εκείνη στην ελληνική οικονομία, με την μορφή δομικής και λειτουργικής ασυνέχειας. (Κατακρημνίζονταν κατά κυριολεξία ολόκληροι κλάδοι χωρίς να υπάρχει περίπτωση να ξαναδημιουργηθούν στο μέλλον). Στις συνθήκες αυτές, αφ’ ενός μεν, με βάση τουλάχιστον τους κανόνες της πρακτικής αριθμητικής και τους νόμους της φυσικής και της μηχανικής δεν θα μπορούσε να υπάρξει μία διαφορετική, πιο «επεκτατική» δημοσιονομική πολιτική, διότι κανείς δεν θα δάνειζε περισσότερα χρήματα στην Ελλάδα γνωρίζοντας εκ των προτέρων ότι δεν πρόκειται να του επιστραφούν ποτέ. Αφ’ ετέρου δε, ακόμη και αν υπήρχαν πόροι για μία πιο «γενναιόδωρη» δανειδότηση της Ελλάδας, η διάθεσή τους δεν θα είχε τα θεωρητικά (“γραμμικά”) αποτελέσματα που οι πολέμιοι της «πολιτικής της λιτότητας» ισχυρίζονται πως θα είχε, διότι η συμπεριφορά της οικονομίας θα ήταν τελείως διαφορετική από τη θεωρητικά υποτιθέμενη: δεδομένου ότι μία πιο «επεκτατική» δημοσιονομική πολιτική θα αποτελούσε σαφές μήνυμα, ακόμη και για τον πλέον οικονομολογικά αδαή, ότι η πλήρης χρεοκοπία είναι επί θύραις, όχι μόνο δεν θα αύξανε το εισόδημα (για την ακρίβεια δεν θα επιβράδυνε την μείωσή του), αλλά αντιθέτως θα το μείωνε ταχύτερα και καταστροφικά (θα επιτάχυνε εκθετικά την μείωσή του) διότι θα δημιουργούσε πλειοψηφικές κινήσεις πανικού και «φυγής» από την οικονομική δραστηριότητα. Αυτό θα συνέβαινε διότι, όταν η οικονομία βρίσκεται σε κατάσταση διαρθρωτικής ανισορροπίας και «ασυνέχειας», η συμπεριφορά των οικονομικών υποκειμένων διαφοροποιείται ριζικά και ως εκ τούτου οι παράμετροι των μεταβλητών (της μέσης και οριακής ροπής για κατανάλωση και αποταμίευση στην συγκεκριμένη περίπτωση, αφού αυτές καθορίζουν και το μέγεθος του «πολλαπλασιαστή») δεν είναι δυνατόν να εκτιμηθούν με αξιοπιστία και σε κάθε περίπτωση θα τείνουν να αποκλίνουν ριζικά από το «σύνηθες». Συνεπώς σε στιγμές «ασυνέχειας» της οικονομικής δραστηριότητας, όπως αυτή που διήλθε η Ελλάδα στα τρία προηγούμενα χρόνια, η επίκληση αναλυτικών εργαλείων που αντιστοιχούν σε συνθήκες «συνέχειας», δηλαδή ομαλής λειτουργίας της οικονομίας, (όπως οι «πολλαπλασιαστές») είναι άστοχη θεωρητικά, αποτυχημένη μεθοδολογικά και αποπροσανατολιστική πολιτικά. (Γιατί έδωσε, για παράδειγμα, αφορμή για έναν ακόμη γύρο ανέξοδου και παραπλανητικού «αντιμνημονιακού» λόγου).

Τα ίδια που ισχύουν για το ΔΝΤ ισχύουν και για την, προφανώς καλόπιστη, παρατήρηση ότι «θα περίμενε κανείς η βελτίωση της ανταγωνιστικότητας να έχει μία πιο θετική επίδραση στην οικονομία». Πρόκειται και πάλι για την κλασική «οφθαλμαπάτη» όσων βλέπουν τις οικονομικές εξελίξεις πάντοτε ως ένα σύνολο σχετικά ομαλών μεταβολών και εξελίξεων που προκύπτουν από τις αλληλεπιδράσεις αμοιβαία εξαρτημένων μεταβλητών (μίας συνεχούς συνάρτησης). Και επίσης το λάθος όσων βλέπουν μόνο αυτό  που υπάρχει και όχι αυτό που θα μπορούσε να υπάρχει. Η απάντηση, λοιπόν, είναι ότι «η βελτίωση της ανταγωνιστικότητας», νοούμενη σαν μείωση του «κόστους ανά μονάδα προϊόντος» που προήλθε από τη μείωση των μισθών και ημερομισθίων (συμπεριλαμβανομένων και των αμοιβών των δημοσίων υπαλλήλων φυσικά) είχε καταπληκτικά θετικά αποτελέσματα επί της ελληνικής οικονομίας. Διότι ήταν ο κυριότερος παράγοντας -κυριότερος ακόμη και από τις μυστικές πτήσεις με τις οποίες μεταφέρονταν ρευστότητα στις ελληνικές τράπεζες από την ΕΚΤ για να μην καταρρεύσει το ελληνικό πιστωτικό σύστημα- που συνετέλεσε στο να μην χρεοκοπήσει η ελληνική οικονομία, γεγονός που θα είχε ως αποτέλεσμα η ανεργία να φθάσει στο 80% και η χώρα μας να γνωρίσει καταστάσεις ανθρωποφαγίας.

Φυσικά, η «βελτίωση της ανταγωνιστικότητας» δεν μπόρεσε να αυξήσει τις εξαγωγές ή να αυξήσει το ΑΕΠ, όπως έγινε στην Πορτογαλία, την Ισπανία και την Ιρλανδία. Αυτό όμως οφείλεται, μεταξύ άλλων, και σε σειρά αιτίων που δεν συναντώνται στις χώρες αυτές, ενώ συναντώνται στην Ελλάδα. Η κλαδική κατάρρευση ήταν εδώ πολύ πιο σημαντική. Σειρά επιχειρήσεων είχε διακόψει τελείως τη λειτουργία της και είναι πολύ δυσκολότερο για μία επιχείρηση να ξαναρχίσει την λειτουργία της επωφελούμενη, απλά και μόνο, από κάποιες θετικές εξελίξεις που αφορούν τις δαπάνες μισθοδοσίας (που άλλωστε δεν είναι ο πλέον σημαντικός παράγοντας για την επιβίωσή της), ενώ αντίθετα θα ήταν ευκολότερο εάν απλά είχε μειώσει τον κύκλο εργασιών της να τον αυξήσει ξανά. Η «βελτίωση της ανταγωνιστικότητας», επίσης, δεν είναι ικανή να θεραπεύσει όλα τα δεινά που προκαλούνται από την πιστωτική ασφυξία που δημιουργεί για τις επιχειρήσεις το ψυχομαχητό του πιστωτικού συστήματος. Επίσης, κάτι πολύ σημαντικό που σπανίως αναφέρεται και σχεδόν αγνοούν οι εκ του εξωτερικού κρίνοντες είναι η “σύγχυση προσανατολισμού” που έχει δημιουργήσει η διαρθρωτική κατάρρευση της οικονομίας στην επιχειρηματική τάξη της χώρας-αν υπάρχει τέτοια τέλος πάντων: ενώ έγινε σαφές ότι οι παλαιοί προσοδοφόροι κλάδοι έχουν πλέον καταστεί απρόσφοροι, δεν είναι σαφές ποιοι είναι οι νέοι κλάδοι στους οποίους θα επεκταθεί η ελληνική οικονομία προκειμένου να αναπτυχθεί. Αλλά ακόμη και αν κάποιοι από τους προσφερόμενους κλάδους έχουν ήδη φανεί, αυτό δεν σημαίνει ότι η ελληνική «επιχειρηματικότητα» έχει δυνατότητες να επεκταθεί προς τα εκεί. Τόσες δεκαετίες ως υπότροφη του δημόσιου τομέα, ή στην αναζήτηση της εύκολης αρπαχτής στην χώρα των ευκαιριών γρήγορου και εύκολου πλουτισμού, που ήταν η Ελλάδα, της στέρησαν την δυνατότητα να αποκτήσει τις γνώσεις και τις δεξιότητες που διαθέτει η επιχειρηματικότητα άλλων χωρών όπου και εκεί, παρ’ όλ’ αυτά, επικρατεί η οικονομία της αγοράς. Όλα τα παραπάνω, πάντως, αποτελούν σοβαρούς λόγους για τους οποίους η «βελτίωση της ανταγωνιστικότητας», νοούμενη ως μείωση του κόστους ανά μονάδα προϊόντος, δεν μπορεί να μεταφρασθεί «γραμμικά» και σε συνολική βελτίωση της κατάστασης της ελληνικής οικονομίας.

Οι οικονομικές εξελίξεις των τεσσάρων τελευταίων χρόνων στην Ελλάδα, κρινόμενες όχι με τα, ακατάλληλα για την περίπτωση, κριτήρια της ακαδημαϊκής οικονομικής θεωρίας αλλά με κριτήριο ότι επήλθε μια διαρθρωτική κατάρρευση η οποία δρομολόγησε έναν δραστικό δομικό μετασχηματισμό του παραγωγικού και οικονομικού ιστού της χώρας και, επίσης, τροποποίησε σημαντικά (και με «στοχαστικό» τρόπο) την συμπεριφορά των οικονομικών υποκειμένων της, πρέπει να εκτιμηθούν ως θετικές. Όχι φυσικά διότι είναι καλό που η ελληνική κοινωνία σπαράσσεται και υποφέρει σήμερα με 28% ανεργία αλλά για τον απλό και πολύ σημαντικό λόγο ότι απέφυγε μία εφιαλτική καταστροφή προς την οποία την οδηγούσαν οι εσωτερικές ανισορροπίες που είχαν διαμορφωθεί στην προηγούμενη περίοδο, καταστροφή σε σύγκριση με την οποία η σημερινή πραγματικότητα είναι χίλιες φορές προτιμότερη.

Έχετε μιλήσει για την ανάγκη ευθυγράμμισης των εισοδημάτων του οικονομικά ενεργού πληθυσμού με την παραγωγικότητά του. Πώς «μετριέται» αυτή η σχέση και σε ποιον βαθμό επιτυγχάνεται σήμερα αυτός ο στόχος; Στο ίδιο πλαίσιο, από βιοποριστική άποψη, θα λέγατε ότι η Ελλάδα συγκαταλέγεται πλέον στο κλαμπ των ευρωπαϊκών ή για παράδειγμα των βαλκανικών χωρών;

Το εξωτερικό χρέος της Ελλάδας σήμερα -του δημόσιου και του ιδιωτικού τομέα μαζί- ξεπερνάει τα 400 δισεκατομμύρια ευρώ. Το ποσό αυτό αποτελεί την αποκρυστάλλωση της διαφοράς όσων προϊόντων παρήγαγε η Ελλάδα με όσα προϊόντα κατανάλωσε σε όλη την μεταπολεμική περίοδο. Εάν δεν υπήρχε η αναγκαστική γενναιοδωρία των εταίρων μας, που μας παρέχουν προνομιακό επιτόκιο για το μεγαλύτερο μέρος του δημοσίου χρέους μας που διακρατούν (και το οποίο δημόσιο χρέος είναι το πιο σημαντικό τμήμα του εξωτερικού μας χρέους) η εξυπηρέτησή του και μόνο -όχι η αποπληρωμή του- με ένα «ευνοϊκό» επιτόκιο του ύψους του 4,5% θα απαιτούσε ετήσιες δόσεις 18 δισεκατομμυρίων, δηλαδή του 10% του ελληνικού ΑΕΠ -18 δισεκατομμυρίων που πρέπει να γίνει κατανοητό, δεν θα επιστρέφουν για να «ανακυκλώνονται» στην ελληνική οικονομία αλλά θα εξέρχονται από αυτήν και θα χάνονται για πάντα. Πρόκειται για μία τεράστια επιβάρυνση, την οποία στην πραγματικότητα καμία οικονομία δεν θα άντεχε να υποστεί. Είναι μία επιβάρυνση, όμως, την οποία η παρούσα γενεά αλλά και οι προηγούμενες όχι απλά μερίμνησαν αλλά αγωνίστηκαν στους δρόμους για να δημιουργήσουν και να μεταβιβάσουν, ως εθνική παρακαταθήκη, στις επερχόμενες γενεές. Χωρίς καν να τις υποχρεώσει προς τούτο, να τις παρασύρει ή να τις εξαπατήσει κάποιος επίβουλος ξένος.

Για να εξυπηρετεί το χρέος η Ελλάδα δεν μπορεί να χρησιμοποιεί ευρώ τα οποία κυκλοφορούν και ανακυκλώνονται στην ελληνική αγορά διότι, αν συνέβαινε κάτι παρόμοιο, σε λίγα χρόνια η ελληνική οικονομία θα είχε αποστραγγισθεί πλήρως από νομισματική κυκλοφορία. Πρέπει, αντιθέτως, να χρησιμοποιήσει ευρώ που εισάγονται από το εξωτερικό στο πλαίσιο των εμπορικών συναλλαγών της με ξένες χώρες. (Εάν εθνικό νόμισμα ήταν η δραχμή θα λέγαμε ότι η χώρα, προκειμένου να εξυπηρετεί το εξωτερικό χρέος της, χρειάζεται συνάλλαγμα που μόνο μέσω του εξωτερικού εμπορίου μπορεί να εξασφαλίσει). Τα απαιτούμενα για την εξυπηρέτηση του εξωτερικού χρέους όμως ευρώ, δεν μπορούν να προέλθουν από κάθε κλάδο και τομέα της ελληνικής οικονομίας διότι οι περισσότεροι εξ αυτών δεν συναλλάσσονται με το εξωτερικό. Μπορούν να προέλθουν μόνο από τον ευρύτερο τομέα των «διεθνώς εμπορευσίμων» αγαθών και υπηρεσιών, δηλαδή από εκείνον τον τομέα που κατευθύνει το προϊόν που παράγει είτε στις εξωτερικές αγορές, είτε σε εκείνες τις εσωτερικές αγορές όπου για να βρει αγοραστές πρέπει να ανταγωνιστεί, αποτελεσματικά, ομοειδή προϊόντα που εισάγονται, ή είναι δυνατόν να εισαχθούν, από το εξωτερικό. Τα εισοδήματα του τομέως των «διεθνώς εμπορευσίμων» της ελληνικής οικονομίας, σήμερα, δεν ξεπερνούν τα 40 δισεκατομμύρια ευρώ. Δηλαδή είναι το 10% του εξωτερικού χρέους της χώρας. Εάν η Ελλάδα επιθυμούσε, (ή εξαναγκαζόταν), να αποπληρώσει το εξωτερικό της χρέος στον συντομότερο δυνατό χρόνο, και ως διευκόλυνση της παρεχόταν (ή εξασφάλιζε) μηδενικό επιτόκιο, τότε θα έπρεπε επί μία δεκαετία να διαθέτει για την αποπληρωμή όλο το εισόδημα του τομέως των «διεθνώς εμπορευσίμων». Αυτό βεβαίως θα σήμαινε ότι για την ίδια περίοδο η ελληνική οικονομία δεν θα εισήγαγε απολύτως τίποτε. Επίσης ότι δεν θα επένδυε απολύτως τίποτε. Ότι -στην καλύτερη περίπτωση, που μάλλον όμως θα ήταν ανέφικτο να επιτευχθεί- θα κατανάλωνε ό,τι καταναλώνει σήμερα μειωμένο κατά τα 40 δισεκατομμύρια ευρώ. Καθώς και ότι, για όση περίοδο διαρκούσε η αποπληρωμή του εξωτερικού χρέους, δεν θα υπήρχε η παραμικρή αύξηση στις αποδοχές οιουδήποτε εργαζομένου είτε στον ίδιο τον τομέα των «διεθνώς εμπορευσίμων» είτε στον συμπληρωματικό τομέα των «διεθνώς μη εμπορευσίμων» αγαθών και υπηρεσιών.

Μπορούν να συμβούν όλα τα παραπάνω στην πραγματική ζωή: Φυσικά όχι διότι οι «δευτερογενείς» επιπτώσεις θα ήταν τόσο μεγάλες (οι «πολλαπλασιαστές» θα ήταν τεράστιοι για να θυμηθούμε ένα προσφιλές θέμα των αντιμνημονιακών και του αγαπημένου τους ΔΝΤ) ώστε κάθε οικονομική λειτουργία στη χώρα θα απονεκρωνόταν. Ας παραμείνουμε, όμως, στο θεωρητικό παράδειγμα όπου ο ελληνικός λαός δεν θα εξοντωνόταν από την πείνα αλλά, απλά, η οικονομία θα περιερχόταν σε πλήρη ακινητοποίηση έως ότου να αποπληρωθεί το εξωτερικό χρέος. Για ποιον λόγο θα συνέβαινε κάτι τέτοιο; Η απάντηση είναι πως θα συνέβαινε διότι ο τομέας των «διεθνώς εμπορευσίμων», εκτός του ότι μας παρέχει τρόφιμα, φάρμακα και καύσιμα, επιτελεί και τις εξής νευραλγικότατες λειτουργίες:

– επιτρέπει στην κοινωνία να γίνεται πλουσιότερη και να προάγει την ευημερία της αυξάνοντας το κατά κεφαλήν εισόδημα της. Αυτό συμβαίνει για τον απλό λόγο ότι στην οικονομία  τομέας «εντάσεως κεφαλαίου» είναι ο τομέας των «διεθνώς εμπορευσίμων» αγαθών και υπηρεσιών. (Αντίστροφα, τομέας «εντάσεως εργασίας» είναι αυτός των «διεθνώς μη εμπορευσίμων»). Με ελαχιστότατες εξαιρέσεις, όλες οι τεχνολογικές καινοτομίες που αυξάνουν την παραγωγικότητα  ενσωματώνονται σε κεφαλαιουχικά αγαθά που προορίζονται για την παραγωγή «διεθνώς εμπορευσίμων».

-παρέχει στην οικονομία το πλεόνασμα που χρειάζεται να επενδυθεί για να υπάρχει ανάπτυξη. Στον τομέα των «διεθνώς μη εμπορευσίμων» δεν υπάρχει πλεονασματικό προϊόν διότι οι «εκροές» του είτε καταναλώνονται την στιγμή που παράγονται (υπηρεσίες «παλαιού τύπου») χωρίς να είναι δυνατόν να αποθεματοποιηθούν, είτε χαρακτηρίζονται από το στοιχείο του πεπερασμένου, όπως συμβαίνει με τη γη. Αντίθετα, το προϊόν του τομέα των «διεθνώς εμπορευσίμων»: α) αποθεματοποιείται και β) προϊόντος του χρόνου και προϊούσης της τεχνολογικής προόδου, παράγεται με τη χρήση όλο και λιγότερο εισροών. Και για τους δύο λόγους η κατά κεφαλήν παραγωγή του τομέως, μετρούμενη ως φυσικό προϊόν, είναι αυξητική, σε αντίθεση με την κατά κεφαλήν παραγωγή του τομέως των «διεθνώς μη εμπορευσίμων» η οποία είναι στάσιμη.

-επιτρέπει στην εθνική οικονομία να εξασφαλίσει, μέσω του εξωτερικού εμπορίου, προϊόντα απαραίτητα για την ευημερία των κατοίκων της χώρας, τα οποία όμως, για διάφορους λόγους δεν είναι δυνατόν να παραχθούν εντός των συνόρων της. Προφανές; Όχι πάντα, διότι υπάρχει η εξής δοξασία: η επίτευξη των απαραιτήτων από το εξωτερικό μπορεί να προέλθει και με τη βοήθεια εξωτερικού δανεισμού! Άποψη που λησμονεί φυσικά ότι και τα δανεικά πρέπει να αποπληρωθούν και αυτό πάλι απαιτεί τη βοήθεια των παραγομένων από τη χώρα «διεθνώς εμπορευσίμων». Όμως η δοξασία έχει και άλλον αναβαθμό, που είναι η παραβολή της «παλίρροιας που σηκώνει εξ ίσου όλες τις βάρκες»: το χρέος μπορεί να ανακυκλώνεται εσαεί, και παράλληλα να μειώνεται η σχετική σημασία του λόγω της ανάπτυξης της οικονομίας. Ήταν ακριβώς η γενικότερη φιλοσοφία που βρισκόταν πίσω από την πολιτική δανεισμού των ελληνικών κυβερνήσεων που οδήγησε τελικά στην χρεοκοπία. (Ή, για να χρησιμοποιήσουμε και την παραβολή με τις βάρκες και τις φουσκοθαλασσιές, ο λόγος που «την κάτσαμε τη βάρκα»).

-διαχέει τα ευεργετήματα της αυξανόμενης στην πορεία του χρόνου παραγωγικότητάς του σε όλη την κοινωνία, δηλαδή σε εκείνους που εργάζονται στους κλάδους του τομέα των «διεθνώς μη εμπορευσίμων» όπου η μέση παραγωγικότητα παραμένει (σχεδόν) στάσιμη στην πορεία του χρόνου. Αυτό συμβαίνει διότι ο τομέας των «διεθνώς μη εμπορευσίμων» προσφέρει αγαθά που η ζήτησή τους χαρακτηρίζεται από υψηλή ελαστικότητα ως προς το επίπεδο του εισοδήματος. Καθώς η αυξημένη παραγωγικότητα ικανοποιεί όλο και περισσότερο τις ανάγκες για «διεθνώς εμπορεύσιμα», η ζήτηση για «διεθνώς μη εμπορεύσιμα» παραμένει σταθερή ή αυξάνεται. Δεδομένης της χαμηλής παραγωγικότητας στον κλάδο των τελευταίων, εξ αιτίας της «εντάσεως εργασίας» στη διαδικασία παραγωγής τους και δεδομένης της λειτουργίας της «εξίσωσης των αμοιβών των συντελεστών της παραγωγής» σε όλους τους κλάδους, η σχετική τιμή τους προς τα «διεθνώς εμπορεύσιμα» όλο και αυξάνεται. Συνέπεια αυτού είναι ότι όσο η παραγωγικότητα στον κλάδο των «διεθνώς εμπορευσίμων» αυξάνεται, τόσο το ποσοστό τους στο ΑΕΠ μειώνεται. Ένα υποθετικό παράδειγμα μπορεί να το δείξει αυτό καλύτερα. Σε μια φανταστική εξαιρετικά προηγμένη μικρή χώρα, στα μέσα του 21ου αιώνα, η τεχνολογία και η επιστήμη έχουν δημιουργήσει ένα παραγωγικό αντίστοιχο του «κέρατος της Αμάλθειας». Με έναν μόνο χειριστή το σχετικό μηχάνημα είναι σε θέση να δημιουργήσει όλα τα «διεθνώς εμπορεύσιμα» προϊόντα που η κοινωνία επιθυμεί να καταναλώσει. Συνεπώς, το υπόλοιπο εργατικό δυναμικό της, δηλαδή όλοι οι άλλοι πλην ενός, θα ασχοληθούν στον τομέα των «διεθνώς μη εμπορευσίμων» προσφέροντας εκείνα τα προϊόντα και υπηρεσίες που το «κέρας της Αμάλθειας» δεν μπορεί να δημιουργήσει όπως κατοικίες με θέα στην θάλασσα, διδασκαλία μαθητών, εκπαίδευση σκύλων, διακόσμηση οικιών, οργάνωση δημοσίων σχέσεων, καθαρισμό κοινόχρηστων οδών, οργάνωση και διοίκηση ΠΑΕ και ΚΑΕ αναξιοπαθούντων, ιατρικές φροντίδες, παραγωγή και διανομή ηλεκτρικής ενέργειας και οτιδήποτε άλλο μπορεί να φανταστεί κανείς. Στην οικονομία αυτή τα ποσοστά στο ΑΕΠ, αλλά και οι σχετικές τιμές των «διεθνώς εμπορευσίμων» και των «διεθνώς μη εμπορευσίμων» θα είναι 0,000…..1% προς 99,999…….9%. Το ποσοστό των «διεθνώς εμπορευσίμων» θα τείνει στο μηδέν για τον απλό λόγο ότι η ύπαρξη του «κέρατος της Αμάλθειας» θα επιτρέπει να ασχοληθεί με την παραγωγή τους μόνο ένας εργαζόμενος. Δοθέντος δε ότι η δημιουργία του τεχνολογικού αυτού επιτεύγματος θα οφείλεται συνολικά στο υψηλό επίπεδο επιστημονικών γνώσεων της κοινωνίας, ο ένας αυτός χειριστής θα μπορεί να είναι οποιοσδήποτε, και δεν θα μπορεί να διεκδικήσει υψηλότερη αμοιβή από τους υπόλοιπους εργαζόμενους, ακόμη και όσους πιθανόν εργάζονται στην συλλογή απορριμμάτων, μία σαφώς «διεθνώς μη εμπορεύσιμη δραστηριότητα», διότι σε αυτήν την περίπτωση πολύ εύκολα θα μπορούσε να αντικατασταθεί με κάποιον άλλον. Συνεπώς όσο υψηλότερη είναι η μέση παραγωγικότητα σε μία οικονομία, τόσο μικρότερο ποσοστό του ΑΕΠ της καλύπτεται από τα «διεθνώς εμπορεύσιμα».

-ο λόγος που καθορίζεται από τις σχετικές τιμές «διεθνώς εμπορευσίμων» και «διεθνώς μη εμπορευσίμων» είναι η πραγματική εξωτερική συναλλαγματική ισοτιμία της εθνικής οικονομίας και η αύξησή (μείωσή) του, επιφέρει την υποτίμηση (ανατίμηση) της νομισματικής ισοτιμίας και επιδρά βελτιωτικά (επιδεινωτικά) στο ισοζύγιο εξωτερικών συναλλαγών. Αυτό, ισχύει κυρίως για «μικρές ανοικτές οικονομίες» όπως η Ελλάδα που είναι «λήπτρια τιμών» όσον αφορά τα «διεθνώς εμπορεύσιμα» διότι η συνεισφορά της στις μεταβολές της συνολικής διεθνούς ζήτησης για τα τελευταία, από την οποία ζήτηση καθορίζεται και η ενιαία διεθνής τιμή τους, είναι ανεπαίσθητη. Ερμηνεύεται δε ως εξής: εάν, για παράδειγμα, η εξωτερική συναλλαγματική ισοτιμία μίας «μικρής ανοιχτής οικονομίας», η οποία λειτουργεί με συνθήκες κυμαινόμενης συναλλαγματικής ισοτιμίας, υποτιμηθεί για έναν λόγο που δεν έχει σχέση με τους όρους παραγωγής, όπως, φερ’ ειπείν, μία υποθετική φυγή κεφαλαίων στο εξωτερικό, το αποτέλεσμα θα είναι ότι θα απαιτούνται πλέον περισσότερες μονάδες “διεθνώς μη εμπορευσίμων” για να αγοράσουν τις ίδιες μονάδες “διεθνώς εμπορευσίμων” που αγόραζαν και πριν. Η σημαία αυτής της αλλαγής είναι πολυσήμαντη διότι, εκτός από τις επιπτώσεις που θα έχει στο εμπορικό ισοζύγιο, αλλά και στη δομή της ζήτησης, η οποία όπως είναι φυσικό θα προσπαθήσει να υποκαταστήσει τα πιο ακριβά προϊόντα με πιο «φθηνά», εάν και όπου, αυτό είναι δυνατόν, θα υπάρξουν και σημαντικές επιπτώσεις στη δομή της παραγωγής διότι, οι εγχώριοι παραγωγοί «διεθνώς εμπορευσίμων» θα δουν το περιθώριο κέρδους τους να αυξάνεται, και αυτό θα τους παρωθήσει στην αύξηση της προσφοράς τους, ενώ οι παραγωγοί «διεθνώς μη εμπορευσίμων», αντιθέτως, θα δουν το περιθώριο κέρδους τους να μειώνεται και αν η «υποκατάσταση της ζήτησης» δεν είναι τόσο μεγάλη, και η ζήτηση για τα προϊόντά τους δεν αυξηθεί σημαντικά, τότε θα έχουν και αυτοί ισχυρά κίνητρα να μεταφέρουν μέρος των πόρων που απασχολούν στην παραγωγή «διεθνώς εμπορευσίμων». Είναι γνωστό, άλλωστε, στη σύγχρονη οικονομική θεωρία ότι μεγάλα «αναπτυξιακά» θαύματα, ειδικά χωρών που βρίσκονταν χαμηλά στον παγκόσμιο καταμερισμό εργασίας, και ήθελαν να «ανεβούν κατηγορία», όπως, για παράδειγμα, η Κίνα, στηρίχθηκαν, αρχικά, σε ένα τεχνηέντως υποτιμημένο νόμισμα, γεγονός που αποτέλεσε ίσως τον πιο σημαντικό παράγοντα που διευκόλυνε την «επιτυχία» τους. Αντίθετα, φυσικά, λειτουργεί μία «υπερτίμηση» του εθνικού νομίσματος. (Μία σταδιακή και ομαλή, ανατίμηση του νομίσματος είναι διαφορετικό πράγμα: οφείλεται στην άνοδο της παραγωγικότητας στον τομέα των «διεθνώς εμπορευσίμων» και στη λειτουργία του μηχανισμού της αγοράς που διαχέει τα ωφελήματα εξ αυτού σε όλη την κοινωνία. Αντίθετα «υπερτίμηση» θεωρούμε την άνοδο της πραγματικής συναλλαγματικής οικονομίας όταν αυτό δεν είναι αποτέλεσμα της αύξησης της παραγωγικότητας αλλά άλλων, εξωγενών προς την παραγωγή, παραγόντων όπως η είσοδος κερδοσκοπικών κεφαλαίων, ή «έγχυση» στην οικονομία κεφαλαίων που προήλθαν από υπερβολικό εξωτερικό δανεισμό κλπ). Στην περίπτωση της «υπερτίμησης» τα «διεθνώς εμπορεύσιμα» γίνονται πιο φθηνά, και τα «διεθνώς μη εμπορεύσιμα» πιο ακριβά. Η εγχώρια παραγωγή των πρώτων καθίσταται εν μέρει ασύμφορη διότι το περιθώριο κέρδους μειώνεται με δεδομένη την ενιαία διεθνή τιμή τους, ενώ των δευτέρων πιο αποδοτική. Η συμπεριφορά της ζήτησης όμως στην περίπτωση αυτή δεν είναι «συμμετρική»: στρέφεται προς τα πιο φθηνά «διεθνώς εμπορεύσιμα» που όμως είναι όλο και πιο πολύ εισαγόμενα από το εξωτερικό, διότι η εγχώρια παραγωγή τους, εφ’ όσον έχει καταστεί λιγότερο αποδοτική έχει μειωθεί. Παράλληλα το εισόδημα που «περισσεύει» από τη μικρότερη δαπάνη για «διεθνώς εμπορεύσιμα» στρέφεται προς τα «διεθνώς μη εμπορεύσιμα», είτε για λόγους «συμπληρωματικότητας» (γιατί δηλαδή, για παράδειγμα, μαζί με τα εισαγόμενα ανθεί και το εισαγωγικό εμπόριο), είτε για λόγους «υποκατάστασης», αυξάνοντας, επί παραδείγματι, την ζήτηση για κατοικίες. (Θα πρέπει εδώ να τονιστεί ότι η αναφορά σε καθεστώς κυμαινόμενης συναλλαγματικής ισοτιμίας γίνεται μόνο για λόγους ευκολίας. Υποτίμηση ή «υπερτίμηση» είναι, κάλλιστα, δυνατή και σε καθεστώς σταθερής συναλλαγματικής ισοτιμίας και αφορά την «πραγματική συναλλαγματική ισοτιμία» η οποία συναρτάται κυρίως με το «κόστος παραγωγής ανά μονάδα προϊόντος» που προσδιορίζει τις σχετικές τιμές τόσο με το εξωτερικό όσο και στο εσωτερικό).

Εύκολα παρατηρεί κανείς ότι, παρά τα όσα έχουν γραφεί και ειπωθεί για την ελληνική κρίση και χρεοκοπία, παρά τις κατάρες και τους ολοφυρμούς, παρά τις καταγγελίες για συνωμοσίες και προδοσίες, παρά τις αναφορές στη διαφθορά και στον κρατισμό, κανείς δεν έχει παρουσιάσει ένα «λειτουργικό υπόδειγμα», δηλαδή ένα «σύστημα ανεξάρτητων και εξαρτημένων μεταβλητών» που να εξηγεί πώς και γιατί η ελληνική οικονομία, σε μία ορισμένη στιγμή, οδηγήθηκε στη χρεοκοπία και στην κατάρρευση. Στην καλύτερη περίπτωση, οι πιο φιλόδοξες προτάσεις ερμηνείας δεν είναι παρά ποσοτικές περιγραφές των εξελίξεων, σε συνδυασμό με προσπάθειες πολιτικής χειραγώγησης των ακροατών ή αναγνωστών τους, (Στις χειρότερες περιπτώσεις, δε, είναι είτε συνομωσιολογικά παραληρήματα είτε ψευδο-ηθικολογικοί δικανικοί ανθρώπων που προφανώς αγνοούν ότι η ελληνική κοινωνία ήταν διεφθαρμένη και κρατιστική επίσης και το 1960, και το 1980 και το 2000-αλλά δεν χρεοκόπησε τότε. Χρεοκόπησε το 2010, και αυτό είναι που απαιτεί μία αντικειμενική ερμηνεία, η οποία θα λαμβάνει υπ’ όψιν της τα πραγματικά γεγονότα αντί απλά να εξωτερικεύει τα προσωπικά ή πολιτικά απωθημένα του καθενός).

Η προηγηθείσα περιγραφή των ιδιοτήτων των “διεθνώς εμπορευσίμων” και των “διεθνώς μη εμπορευσίμων”, και του πώς οι μεταξύ τους σχέσεις επιδρούν στην ανάπτυξη μίας “μικρής ανοιχτής οικονομίας”, επιτρέπουν την καταγραφή των όρων και των προϋποθέσεων μίας ισόρροπης αναπτυξιακής διαδικασίας. Συγκρίνοντας τους με τις εξελίξεις της ελληνικής περιπτώσεως, και εντοπίζοντας τα σημεία στα οποία αυτή απέκλινε από την “ατραπό” της ευσταθούς ισορροπίας οδηγείται κανείς με ακρίβεια στην κατανόηση του πού βρίσκονται οι αιτίες της εθνικής μας αποτυχίας.

Ο θεμελιώδης “όρος αναπτυξιακής ισορροπίας” σχετίζεται με το επίπεδο της συναλλαγματικής ισοτιμίας, δηλαδή την σχετική τιμή των “διεθνώς εμπορευσίμων” με τα “διεθνώς μη εμπορεύσιμα”. Μία, σε μεσο-μακροπρόθεσμη βάση, υπερτιμημένη ισοτιμία είναι ο πλέον ισχυρός ανασχετικός παράγοντας για την ανάπτυξη. Η πιο σημαντική ένδειξη της “υπερτίμησης” είναι ένα μακροχρόνια ελλειμματικό ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών και ένα σταθερά αυξανόμενο εξωτερικό χρέος. Βεβαίως, μία “αναπτυσσόμενη” οικονομία, στην πρώτη φάση της αναπτυξιακής της πορείας, είναι λογικό να δημιουργεί εξωτερικό χρέος και έλλειμμα, διότι χρειάζεται να δανεισθεί για να επενδύσει σε κεφαλαιουχικό εξοπλισμό. Αυτά όμως δεν μπορεί παρά να είναι παροδικά. Εάν η επένδυση στην πρώτη φάση της ανάπτυξης είναι αποδοτική, τότε το εξωτερικό δάνειο θα αποπληρωθεί ενώ η παραγωγή θα υποκαταστήσει τις εισαγωγές, ή θα δημιουργήσει ισάξιες εξαγωγές καταργώντας το έλλειμμα του εξωτερικού ισοζυγίου. Αντίθετα, εάν το έλλειμμα παραμένει επί μακρόν, και το χρέος αυξάνεται, δύο πράγματα μπορεί να συμβαίνουν: είτε η επένδυση δεν είναι αποδοτική, είτε τα δάνεια δεν χρησιμοποιούνται για παραγωγική επένδυση αλλά για κατανάλωση. Το δεύτερο αυτό, φυσικά, ισοδυναμεί με αυτοχειριασμό που πραγματοποιείται σε δόσεις, προκειμένου να υπάρξει ένα πιο εγγυημένο αποτέλεσμα. Πολύ συχνά, όμως, ο εν λόγω αυτοχειριασμός λαμβάνει χώρα ενδεδυμένος με τον μανδύα της “αναπτυξιακής πολιτικής”. Αίφνης, στην Ελλάδα όπου, κατά παγκόσμια αποκλειστικότητα και πρωτοτυπία, ο “κεϋνσιανισμός” αντιμετωπίζεται ως μία θεωρητική πρόταση “αναπτυξιακής πολιτικής” (και όχι μία μέθοδος αντικυκλικής πολιτικής), η προσφυγή στον εξωτερικό δανεισμό για ενίσχυση της κατανάλωσης έχει επανειλημμένα παρουσιασθεί ως “αναπτυξιακό εργαλείο” (και μάλιστα, όχι μόνο μία φορά: ενώ τα αποτελέσματα είναι πάντα με εκτυφλωτικό τρόπο “αντιαναπτυξιακά”, το επιχείρημα πάντα επανέρχεται, διότι ικανοποιεί τους βραχυπρόθεσμους ψηφοθηρικούς σχεδιασμούς των παροδικών πολιτικών ηγεσιών αλλά και τον σε μικρή απόσταση ευρισκόμενο ορίζοντα των ψηφοφόρων τους, καθώς και την βραχεία ιστορική- συλλογική τους μνήμη).

Η μακροοικονομική πολιτική, συνεπώς, προκειμένου να υποστηρίζει την ευσταθή αναπτυξιακή πορεία, πρέπει να συμβάλει, κυρίως στο να παραμένει μεσο-μακροχρόνια, το εξωτερικό ισοζύγιο ισοσκελισμένο (ή ελαφρά πλεονασματικό) ή πάλι, πράγμα που είναι το ίδιο, να διατηρείται η σχέση “διεθνώς εμπορευσίμων” προς “διεθνώς μη εμπορεύσιμα” σε εκείνο το επίπεδο που οι συντελεστές της παραγωγής θα παρωθούνται σταθερά να απασχολούνται στους πρώτους, στον βαθμό τουλάχιστον που κάτι τέτοιο είναι απαραίτητο για να υπάρξει ανάπτυξη. Η “έκχυση” αυξημένης ζήτησης μέσω αύξησης της δημόσιας δαπάνης σε μία “μικρή ανοιχτή οικονομία”, δεν μπορεί να αυξήσει, σε πρώτη φάση, τις ονομαστικές τιμές, άρα και το περιθώριο κέρδους, των “διεθνώς εμπορευσίμων” γιατί αυτό καθορίζεται σε διεθνές επίπεδο. Με δεδομένο όμως ότι τα “διεθνώς μη εμπορεύσιμα”, με τη σειρά τους, δεν μπορούν να αυξήσουν την προσφορά τους βραχυχρόνια, οι παραγωγοί τους βλέπουν -με χαρά- τις τιμές τους, άρα και το περιθώριο κέρδος τους, να αυξάνεται. Το αποτέλεσμα είναι, μεσοχρόνια, (που κάτι παρόμοιο καθίσταται δυνατόν), να μετακινούνται πόροι από τον διεθνώς ανταγωνιστικό τομέα στον μη ανταγωνιστικό εγχώριο για να επωφεληθούν από τις υψηλότερες αποδόσεις που εμφανίζονται εκεί. Συνεπώς το αποτέλεσμα της αναπτυξιακής -υποτίθεται- επεκτατικής πολιτικής με αύξηση της δημόσιας δαπάνης είναι, αύξηση του  ελλείμματος στο εξωτερικό εμπόριο, διόγκωση του δημόσιου χρέους (και ενδεχομένως και του εξωτερικού χρέους, εάν η “επέκταση” επιχειρήθηκε με εξωτερικό δανεισμό), και το κυριότερο, μεταφορά πόρων από τα “διεθνώς εμπορεύσιμα” στα “διεθνώς μη εμπορεύσιμα”, κάτι που από αναπτυξιακή άποψη είναι μία πλήρης καταστροφή εάν αιτία του δεν είναι η αύξηση του επιπέδου παραγωγικότητας, αλλά η τεχνητή αλλαγή στην ζήτηση και στους “όρους εμπορίου” μεταξύ των δύο τομέων. Πρόκειται για μία τραγική ιστορία που επαναλήφθηκε πολλές φορές στη μεταπολιτευτική Ελλάδα, χωρίς η προηγούμενη να αποτελεί και μάθημα για την επόμενη. Άλλωστε, προτείνεται και σήμερα, πανταχόθεν θα έλεγε κανείς, ως η “συνταγή” για την υπέρβαση της κρίσης! Όποιος, βεβαίως, τηρεί αποστάσεις από τον παραλογισμό πρέπει να κρατήσει ως συμπέρασμα ότι, για μία “μικρή ανοικτή οικονομία”, η ουδέτερη δημοσιονομική πολιτική αποτελεί όρο της αναπτυξιακής ισορροπίας της, πράγμα που συνεπάγεται ως επί το πλείστον ισοσκελισμένους προϋπολογισμούς (και πλεονασματικούς σε περιπτώσεις που η οικονομία βρίσκεται σε κατάσταση “υπερθέρμανσης” ωθούμενη σε αυτό από εξωγενείς παράγοντες). Ούτε η “ύφεση”, ούτε η αναπτυξιακή στασιμότητα οικονομιών σαν την Ελλάδα “θεραπεύονται” με ελλειμματικούς προϋπολογισμούς. Για όσους δε παρακολουθούν με προσήλωση και πίστη τον Brad Delong και τον Paul Krugman θα πρέπει κανείς να υπενθυμίσει ότι, σε αντίθεση με την Ελλάδα, οι ΗΠΑ δεν είναι “μικρή ανοικτή οικονομία” και δεν αντιμετωπίζουν δεδομένους εξωτερικούς όρους εμπορίου.

Άλλος όρος αναπτυξιακής ισορροπίας αφορά τη νομισματική πολιτική. Είναι παράδοξο, ίσως, το ότι ελάχιστα έως καθόλου έχει συζητηθεί ο λόγος για τον οποίον η ελληνική οικονομία δεν έχει “οικονομικούς κύκλους”, όπως αυτούς που περιγράφουν τα, αντιγεγραμμένα από ξένα πρωτότυπα, διδακτικά εγχειρίδια μακροοικονομίας. Η εξήγηση είναι, βεβαίως, ότι, στη μεταπολεμική περίοδο, αντί “οικονομικών κύκλων” η ελληνική οικονομία είχε κάποιους “μακροχρόνιους κύκλους” που σχετίζονταν με τους συνεχόμενους διαρθρωτικούς μετασχηματισμούς που υφίστατο, και που υπερκαθόριζαν τις όποιες, ισχνές, “κυκλικές διακυμάνσεις” της. Στο περιβάλλον αυτό η “νομισματική πολιτική”, σε καμία περίοδο δεν λειτούργησε αυτόνομα. Υπηρέτησε ως πιστή θεραπαινίδα, όλους τους επίκαιρους στόχους, και συρμούς, της οικονομικής πολιτικής όπως η “νομισματική σταθερότητα”, η “ελεγχόμενη διολίσθηση” ή η “επίτευξη των κριτηρίων του Μάαστριχτ”, ώσπου τελικά καταργήθηκε οριστικά με την παράδοση της σχετικής αρμοδιότητας στην ΕΚΤ. Στο μεγαλύτερο μέρος της περιόδου, άλλωστε, τα περιθώρια της λειτουργίας της ήταν ιδιαίτερα περιορισμένα από διοικητικούς ελέγχους, απαγορεύσεις, ποσοστώσεις κλπ. Όμως ποιος πρέπει να είναι ο ρόλος της νομισματικής πολιτικής; Η απάντηση, κατ’ αρχήν, είναι ότι μία “μικρή ανοικτή οικονομία” δεν κινδυνεύει ποτέ πραγματικά από “έλλειψη ζήτησης”, διότι, όσον αφορά τα “διεθνώς εμπορεύσιμα” υπάρχει πάντοτε η αχανής παγκόσμια αγορά για να απορροφήσει τυχόν αύξηση της παραγωγής τους. Κινδυνεύει, όμως, από τυχόν πληθωριστικές πιέσεις. Συνεπώς, όρος αναπτυξιακής ισορροπίας ως προς την νομισματική πολιτική είναι να διατηρεί αυτή σταθερό το επίπεδο των τιμών, δηλαδή σταθερή την επιθυμητή σχέση “διεθνώς εμπορευσίμων” και “διεθνώς μη εμπορευσίμων”. Ο στόχος αυτός ελάχιστα εξυπηρετήθηκε στην Ελλάδα στην μεταπολεμική περίοδο, ακόμη και την εποχή του σχεδόν μηδενικού πληθωρισμού, λόγω των ατελείωτων στρεβλώσεων που επικρατούσαν στην αγορά, ενώ σήμερα αποτελεί μία καθαρά θεωρητική αναφορά. Η νομισματική πολιτική, πλέον, σε πολύ μεγάλο βαθμό, είναι ένας εξωγενής, απροσδιόριστος παράγοντας εφ’ όσον αποτελεί ευθύνη της ΕΚΤ. (Και αυτό είναι, και δεν θα πάψει, ένα πραγματικό πρόβλημα για την ελληνική οικονομία).

Υπό το φως των ανωτέρω μπορεί κανείς εύκολα να εκτιμήσει ποια ήταν τα αίτια της καταστροφής του 2010. Η τραγική αποτυχία της ελληνικής οικονομίας, βεβαίως, είχε τις ρίζες της στην ακολουθούμενη, ήδη από το 1949 οικονομική πολιτική. Δεν θα έφθανε, όμως, ποτέ στην χρεοκοπία εάν, μέσα στις συνθήκες της πρώτης περιόδου της ΟΝΕ, δεν παραβιάζονταν, με τόσο ανόητο τρόπο, όλοι οι “όροι διατήρησης της αναπτυξιακής ισορροπίας”. Βέβαια, προς την ίδια κατεύθυνση συνέβαλε και ο γενικός παραλογισμός που παρατηρήθηκε διεθνώς -δηλαδή η ευήθεια των δανειστών που δάνειζαν την Ελλάδα με επιτόκια Γερμανίας- και προξένησε την κρίση σε όλη τη Νότια Ευρώπη και σε όλη την ευρωζώνη. Πλην όμως η κρίση στην Ελλάδα είναι διαφορετική από την Πορτογαλία ή την Ιρλανδία διότι πρόκειται για μία συνολική διαρθρωτική κατάρρευση η οποία δεν επιδέχεται επιδιορθώσεις αλλά απαιτεί συνολική ανοικοδόμηση της οικονομίας.

Η ευσταθής αναπτυξιακή πορεία εξελίσσεται ως εξής: η αύξηση της παραγωγικότητας στον τομέα των “διεθνώς εμπορευσίμων” οδηγεί στην αύξηση των εισοδημάτων και της απασχόλησης στον τομέα των “διεθνώς μη εμπορευσίμων”. Στην ελληνική περίπτωση, μετά από το 2002, παρατηρήθηκαν τα εξής: η ελληνική δημοσιονομική πολιτική η οποία δεν ήταν ουδέτερη, όπως όφειλε, αλλά ακραία και ανεύθυνα ελλειμματική, -επωφελούμενη από το γεγονός ότι οι διεθνείς αγορές δάνειζαν αφειδώς με χαμηλότατα επιτόκια διότι, ανοήτως, θεωρούσαν ότι μία οικονομία της ευρωζώνης δεν κινδυνεύει με χρεοκοπία- πλημμύριζε με “υπερβάλλουσα ζήτηση” την ελληνική οικονομία. (Ο κεϋνσιανισμός ως αναπτυξιακή πολιτική!). Ο τρόπος που γινόταν αυτό είναι γνωστός: με τα δανεικά προσλαμβάνονταν δημόσιοι υπάλληλοι, χωρίς αντικείμενο εργασίας, και στην συνέχεια, μαζί με τους ήδη υπηρετούντες, ελάμβαναν αύξηση για να συγκλίνουν τα ελληνικά εισοδήματα με την Ευρώπη! Παράλληλα γίνονταν και δημόσια έργα μεγάλης πνοής! (Ένα αποτέλεσμα όλων αυτών, η πολιτική σημασία του οποίου δεν έχει επαρκώς εκτιμηθεί, ήταν ότι ο μέσος πολίτης θεωρούσε πως τα εισοδήματά που απολάμβανε οφείλονταν στο επίπεδο ανάπτυξης που είχε επιτύχει η χώρα ως συνέπεια της εισόδου της στην ευρωζώνη! Συνεπώς, σήμερα, που τα εισοδήματά του περιορίζονται εκ νέου, θεωρεί ότι κάποιος του τα αφαιρεί δολίως, κλέβοντας αυτόν και την χώρα. Και αυτό δημιουργεί ανάλογες συλλογικές συμπεριφορές και πολιτικές ροπές).

Η νομισματική πολιτική, με τη σειρά της, δεν ήταν ουδέτερη ούτε και αυτή, διότι συνέβαλε στην διατήρηση του πληθωρισμού στην Ελλάδα σε επίπεδο υψηλότερο από των άλλων χωρών της ευρωζώνης-η Ελλάδα, είχε σωρευτικά, για την περίοδο 1999-2009 τον υψηλότερο πληθωρισμό, ακολουθούμενη, καθόλου τυχαία, από την Πορτογαλία, την Ισπανία, την Ιρλανδία και την Ιταλία. Ο υψηλός πληθωρισμός οφειλόταν σε δύο λόγους: στην εγκληματική δημοσιονομική πολιτική των τεραστίων ελλειμμάτων, αλλά και στη νομισματική πολιτική η οποία ενώ θα έπρεπε να δρα αντίρροπα προς την δημοσιονομική, αντιθέτως δρούσε ομόρροπα επαυξάνοντας τα δυσμενή της αποτελέσματα. Βεβαίως, αυτή η “αστοχία” δεν ήταν ευθύνη των ελληνικών νομισματικών αρχών, διότι η αρμοδιότητα της νομισματικής πολιτικής είχε πλέον περιέλθει στην ΕΚΤ, και στο σημείο αυτό εκδηλωνόταν η “αχίλλειος πτέρνα” της ευρωζώνης: η πολιτική της ΕΚΤ αφορά την Ευρωζώνη σαν σύνολο και προκύπτει από τους “μέσους όρους” που διαμορφώνονται στα μακρομεγέθη της. Στη διαμόρφωση των μέσων όρων αυτών η στάθμιση της Ελλάδας, ή της Πορτογαλίας, είναι πολύ μικρότερη από εκείνη της Γερμανίας και της Γαλλίας. Δηλαδή η νομισματική πολιτική που “επιβάλλεται” στην Ελλάδα μέσα στην Ευρωζώνη δεν αντιστοιχεί, αναγκαία, στις ανάγκες της οικονομικής της συγκυρίας (του “επιχειρηματικού κύκλου” της). Κάλλιστα μπορεί να είναι, -και στην συγκεκριμένη περίπτωση πράγματι ήταν-, στον αντίποδα των αναγκών της. Θεωρητικά, δεδομένου ότι η Ελλάδα υφίστατο τις επιπτώσεις και τις παρενέργειες μίας εξαιρετικά επεκτατικής δημοσιονομικής πολιτικής, μία ανεξάρτητη ελληνική κεντρική τράπεζα θα προσπαθούσε να τις αντισταθμίσει εφαρμόζοντας μία περιοριστική νομισματική πολιτική. Κάτι παρόμοιο δεν συνέβη όμως με την ΕΚΤ της οποίας η πολιτική, επικεντρωμένη στις ανάγκες του κύκλου των μεγάλων ευρωπαϊκών χωρών, απλά έριχνε “λάδι στην φωτιά” για την ελληνική, (αλλά και την ισπανική, και την πορτογαλική) οικονομία, με τα πολύ χαμηλά ονομαστικά επιτόκια της, τα οποία, σε συνδυασμό με τον υψηλό ελληνικό πληθωρισμό, κατέληγαν σε πραγματική βάση να είναι αρνητικά και έτσι να ενισχύουν περαιτέρω την “υπερβάλλουσα ζήτηση” αντί να την μειώνουν. Μία ακατάλληλη νομισματική πολιτική, όμως, είναι πολύ σημαντική για την πορεία της οικονομίας: φθάνει να θυμηθεί κανείς ότι και η Great Depression και η Great Recession ήταν προϊόντα λανθασμένης νομισματικής πολιτικής. Ο συνδυασμός της δε με μία εξ ίσου λανθασμένη δημοσιονομική πολιτική (αλλά και με μία αντίστοιχα λανθασμένη εισοδηματική πολιτική, η οποία «μοίραζε» μισθολογικές αυξήσεις που δεν αντιστοιχούσαν σε ανάλογες αυξήσεις της παραγωγικότητας και έτσι έδιωχνε στο εξωτερικό θέσεις εργασίας του τομέα των “διεθνώς εμπορευσίμων”) ήταν η απόλυτη συνταγή για την καταστροφή. Η οποία και δεν άργησε να έρθει.

Φυσικά, η Ελλάδα ζούσε παραβιάζοντας τους όρους αναπτυξιακής ισορροπίας τουλάχιστον από το 1960. Πλην όμως, πότε οι υπάρχουσες ασφαλιστικές δικλείδες του εθνικού νομίσματος, πότε διάφορες θετικές εξωτερικές περιστάσεις, βοήθησαν να κρατηθεί, τουλάχιστον ως την είσοδο στην ευρωζώνη, μακριά από την καταστροφή. Στην περίοδο 2002-2009, όμως, η παραβίαση -ή μάλλον ο βιασμός- των όρων ισορροπίας ήταν τεραστίων διαστάσεων, και η δυσμενής κατάληξη αναπόφευκτη. Ως συνέπεια των τελείως ακατάλληλων πολιτικών στο δημοσιονομικό και στο νομισματικό επίπεδο, και της “υπερτίμησης” της πραγματικής συναλλαγματικής ισοτιμίας, η κρίσιμη σχέση “διεθνώς εμπορευσίμων”-”διεθνώς μη εμπορευσίμων” εκτροχιάσθηκε πλήρως. Η “υπερβάλλουσα ζήτηση” εκτόξευσε στα ύψη τις τιμές της δεύτερης κατηγορίας, η οποία διογκώθηκε στην ελληνική οικονομία σε ακραίο βαθμό, ενώ αντίθετα τα “διεθνώς εμπορεύσιμα” συνέχισαν να συρρικνώνονται όσον αφορά την εγχώριο παραγωγή, και να πληθαίνουν όσον αφορά την εισαγωγή τους, εξακοντίζοντας το ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών, και μαζί του και το εξωτερικό χρέος, σε δυσθεώρητα ύψη. Παρουσιάστηκε το μοναδικό, ίσως, παγκοσμίως, φαινόμενο να εξειδικευτεί μία εθνική οικονομία στην κατανάλωση εισαγομένων με χρηματοδότηση από δανεικά! Και με βάση αυτό να θεωρεί ότι “αναπτύσσεται” και ότι “συγκλίνει” με τα επίπεδα εισοδήματος της ευρωζώνης! Πεποίθηση που δεν έχει ακόμη διαγραφεί από την σκέψη της μεγάλης πλειοψηφίας των κάθε είδους περί τα οικονομικά δημοσιολογούντων, δεδομένου πως είτε θεωρούν ότι η “κάμψη” που έφερε το Μνημόνιο θα μπορούσε να είχε αποφευχθεί με μία πιο ήπια πολιτική, είτε πως η περίοδος της πενίας τελειώνει πλέον και η χώρα θα γυρίσει σύντομα στο επίπεδο ΑΕΠ των 230 δισεκατομμυρίων ευρώ που είχε “πετύχει” το 2008. Μόνο που δεν έχουν αντιληφθεί ότι το ΑΕΠ αυτό δεν αντιστοιχούσε στην παραγωγική της δυνατότητα, δηλαδή στο δυναμικό του τομέα των “διεθνώς εμπορευσίμων”, αλλά στην τότε δανειοληπτική ικανότητά της, μέσα στον παραισθητικό παροξυσμό της εποχής, που απλά διόγκωνε προσωρινά τα εισοδήματα και τις αξίες των “διεθνώς μη εμπορευσίμων”. Αυτή όμως η κατηγορία εμπορευμάτων, στην πραγματικότητα, δεν αντλεί την πραγματική της αξία από τίποτε άλλο παρά μόνο από την παραγωγική ικανότητα της χώρας, στην οποία παραγωγική ικανότητα πολύ λίγο, και μόνο εμμέσως συμμετέχει. Το πραγματικό δυνητικό ΑΕΠ της Ελλάδας βρίσκεται πολύ πιο κοντά στα σημερινά 180 δισεκατομμύρια, παρά στα 230 του 2009. Και μακάρι να μην αποδειχθεί ότι βρίσκεται και ακόμη χαμηλότερα.

Η αιτία της “αποτυχίας” της Ελλάδας στην οικονομική της πορεία, συνεπώς, ιδιαίτερα από την είσοδο στην Ευρωζώνη και στη συνέχεια, εντοπίζεται στο γεγονός ότι δεν ακολουθήθηκε το “μονοπάτι της αναπτυξιακής ευστάθειας”, το οποίο χαρακτηρίζεται από το ότι πρώτα βελτιώνονται η παραγωγικότητα, και τα εισοδήματα στον τομέα των “διεθνώς εμπορευσίμων” και μόνο στην συνέχεια, μέσω των λειτουργιών της αγοράς, και ιδιαίτερα του μηχανισμού της “εξίσωσης των αμοιβών των συντελεστών παραγωγής”, ο πλούτος που αυτό έχει δημιουργήσει, μεταφέρεται, μέσω της αλλαγής των σχετικών τιμών, που καθιστούν τα “διεθνώς μη εμπορεύσιμα” ακριβότερα, και στους υπόλοιπους κλάδους της οικονομίας. Αυτό, όμως, που συνέβη στην Ελλάδα ήταν διαφορετικό, εμβαλωματικό και ανώμαλο: η παραγωγικότητα στον τομέα των “διεθνώς εμπορευσίμων” δεν βελτιώθηκε, (παρά μόνο ελάχιστα, και σε κάθε περίπτωση λιγότερο από την αδικαιολόγητη αύξηση των αμοιβών, η οποία οδήγησε σε τραγική κάμψη της διεθνούς ανταγωνιστικότητάς του). Εν τούτοις οι σχετικές τιμές των “διεθνώς μη εμπορευσίμων” αυξήθηκαν αυτοτελώς, λόγω της εισόδου στην οικονομία τεράστιου όγκου χρηματικών και της υπερβάλλουσας ζήτησης που προκάλεσαν. Δημιουργήθηκε μία τερατόμορφη οικονομία όπου η παραγωγική βάση ήταν ισχνότατη και η παραγωγική υπερδομή υπερμεγέθης, και υπέρβαρη. Τελείως φυσιολογικά, μόλις ήρθε η αναπόφευκτη διακοπή της εισροής των πόρων και τα δανεικά αποσύρθηκαν από την κυκλοφορία, η παράταιρη αυτή οικονομία κατέρρευσε-όπως και ήταν φυσικό. Τα 400 δισεκατομμύρια εξωτερικού χρέους που (μετά και από το PSΙ και την “επιμήκυνση”) άφησε πίσω της, αποτελούν την πλέον αδιάψευστη μαρτυρία ότι ένας ισχνός τομέας “διεθνώς εμπορευσίμων” δεν μπορεί να υποστηρίξει ένα ακραία υπερδιογκωμένο τομέα “διεθνώς μη εμπορευσίμων” και για τον λόγο αυτό, είτε το θέλουμε εμείς, είτε όχι, ένα οικοδόμημα χτίζεται πάντα ξεκινώντας από τα θεμέλια και όχι από το υπερώο. Ως εκ τούτου το νόημα της σημερινής κρίσης είναι ότι η οικονομία επιστρέφει στις αναπόφευκτες αναλογίες της, δηλαδή -ας ελπίσουμε- στα 180 δισεκατομμύρια ευρώ, όπου θα καταναλώνει ότι περίπου “δικαιούται” με κριτήριο το τι παράγει-όπως συμβαίνει παντού αλλού στον κόσμο. Όσοι δεν έχουν καταλάβει απολύτως τίποτε για το τι ακριβώς συμβαίνει, ή όσοι δεν ενδιαφέρονται να καταλάβουν αλλά απλά δημαγωγούν, μιλούν για μία “ύφεση”, υπονοώντας ότι η οικονομία με μία “άλλη πολιτική” μπορεί γρήγορα να επιστρέψει στα 230 δισεκατομμύρια, και ίσως να πάει και ψηλότερα. Εκείνοι που θέλουν να ξέρουν την πραγματικότητα, αντίθετα, οφείλουν να αντιληφθούν ότι το “επίπεδο ισορροπίας” της οικονομίας είναι αυτό που ζούμε σήμερα καθώς και ότι πρέπει να ξεκινήσουμε την προσπάθειά μας για ανάταξη της χώρας στηριγμένοι μόνο σε όσα έχουμε, αλλά στηρίζοντας τα σε σωστότερες βάσεις, που σημαίνει ότι θα πρέπει κατ’ αρχήν να τα μοιράσουμε μεταξύ μας πιο δίκαια-και γι’ αυτό πιο αποτελεσματικά.

Είναι δυνατό να εφαρμοστεί στην πράξη ένα επίπονο οικονομικό πρόγραμμα περικοπών και μεταρρυθμίσεων χωρίς την προηγούμενη διασφάλιση πολιτικής και κοινωνικής συναίνεσης; Υπό αυτήν την έννοια, πώς αξιολογείτε σήμερα τη συνειδητοποίηση προς αυτήν την κατεύθυνση των εμπλεκόμενων πολιτικών – οικονομικών – κοινωνικών ομάδων και κατ’ επέκταση τον βαθμό ουσιαστικής εφαρμογής της οικονομικής πολιτικής την οποία αποφάσισαν οι εταίροι και δανειστές, καλώς ή κακώς, για εμάς χωρίς εμάς;

Εάν η κοινωνία δεν καταλαβαίνει ή δεν θέλει να καταλάβει τίποτα, τότε δεν είναι δυνατόν να εφαρμοσθεί κανένα μεταρρυθμιστικό πρόγραμμα ανάταξης της οικονομίας. Μόνο προγράμματα “εξαναγκαστικής θεραπείας, όπως το Μνημόνιο, και αυτά με περιορισμένη επιτυχία. Εξηγούμαι. Πρόσφατα έπεσε στα χέρια μου μια μονογραφία σχετικά με την νομισματική πολιτική της Σουηδίας όταν η χώρα το 1931 εγκατέλειψε τον “κανόνα χρυσού”. Όπως είναι γνωστό, το 1931, μέσα στις συνθήκες της Great Depression, πολλές χώρες εγκατέλειψαν τον “κανόνα χρυσού” που τους δημιουργούσε τα σοβαρά προβλήματα στα οποία αναφέρθηκα σε προηγούμενη απάντησή μου. (Δυστυχώς, πάντως, μεταξύ αυτών δεν ήταν η Ελλάδα, στην οποία η κυβέρνηση Βενιζέλου, ακολουθώντας μία οδό που τη θεωρούσε “πραγματιστική”, επέμεινε στην παραμονή στον “κανόνα χρυσού” για έναν ακόμη χρόνο, δηλαδή μέχρι τη χρεοκοπία του 1932, χρεοκοπία η οποία σηματοδότησε την οριστική αποτυχία του βενιζελικού εκσυγχρονιστικού εγχειρήματος, αποτυχία που ακόμη και σήμερα την πληρώνουμε πολύ ακριβά).

Σε αντίθεση με τις υπόλοιπες χώρες, όμως, η Σουηδία δεν περιορίστηκε στο να αποδεσμεύσει την κορώνα από τον χρυσό, αλλά πειραματίστηκε και με νέες αντιλήψεις οικονομικής πολιτικής, εφαρμόζοντας με απόλυτη επιτυχία αυτό που αργότερα ονομάστηκε “price level targeting”. Με δεδομένο μάλιστα ότι η γενικευμένη υιοθέτηση  της συγκεκριμένης πολιτικής από διάφορες Κεντρικής Τράπεζες ανά τον κόσμο ουσιαστικά έλαβε χώρα στις δεκαετίες του 1980 και του 1990, αυτό που μπορεί να πει απλά κανείς είναι ότι η Σουηδία, στο συγκεκριμένο θέμα, ήταν 50 χρόνια μπροστά. Εκείνο που έχει όμως ιδιαίτερη σημασία, και συνδέεται άμεσα με την ερώτηση, είναι ο δημόσιος διάλογος που έλαβε χώρα και ουσιαστικά έπεισε την κοινή γνώμη να δεχθεί τις απαιτούμενες μεταρρυθμίσεις. Στον διάλογο αυτό συμμετείχαν όλοι οι μεγάλοι Σουηδοί οικονομολόγοι της εποχής, οι συνεχιστές της σχολής του Knut Wicksell, όπως ο Cassel, ο Heckscher, ο Ohlin, ή ο Myrdal. Στον διάλογο, αν το πιστεύετε, δεν υπήρξαν κατηγορίες για “πράκτορες του εχθρού” που θέλουν να “υφαρπάσουν για ένα κομμάτι ψωμί τον χρυσό της Σουηδίας”, κλπ. Παρά το γεγονός ότι οι οικονομολόγοι ήταν στρατευμένοι στα δύο μεγάλα κόμματα της εποχής, οι απόψεις που εξέφραζαν δεν είχαν την παραμικρή σχέση με την κομματική τους ένταξη αλλά καθορίζονταν αποκλειστικά από τις επιστημονικές τους απόψεις και πεποιθήσεις. Οικονομολόγοι από το ίδιο κόμμα μπορεί να διαφωνούσαν μεταξύ τους και να συμφωνούσαν με συναδέλφους τους από το αντίπαλο. Με ειλικρίνεια, και αυτοκριτική διάθεση, προσπαθούσαν να βγάζουν συμπεράσματα κάθε φορά που ένας κύκλος εμπειριών ολοκληρωνόταν, χωρίς κομματικές εμπάθειες και σκοπιμότητες. Και στο τέλος, παρά το ότι όπως παρατήρησε και ο μεγάλος Gynnar Murdal, “ο άνθρωπος του δρόμου” δεν είχε καταλάβει και πολλά πράγματα από νομισματική θεωρία, η κοινή γνώμη της χώρας -κάτι πιo σύνθετο από τον άνθρωπο του δρόμου- είχε καταλάβει και είχε ακολουθήσει σε ένα από τα πλέον επιτυχημένα εγχειρήματα οικονομικής πολιτικής στην ιστορία του κεφαλαιοκρατικού κόσμου.

Ποια ακριβώς είναι αυτή η “κοινή γνώμη” που αφορά τα οικονομικά θέματα, και από τι συντίθεται; Στην κορυφή της βρίσκονται φυσικά οι “ειδικοί”, δηλαδή οι οικονομολόγοι που οφείλουν να ξέρουν και να παρουσιάζουν τα δεδομένα με αντικειμενικότητα και επιστημονική αμεροληψία. Στην μέση βρίσκονται οι κυρίως διαμορφωτές της κοινής γνώμης (επί το πλείστον δημοσιογράφοι και πολιτικοί) οι οποίοι δεν γνωρίζουν όσα οι οικονομολόγοι, πλην όμως διαθέτουν, ή οφείλουν να διαθέτουν, την κριτική και διανοητική επάρκεια να αντιπαραθέτουν τα πορίσματα των ειδικών με τα δεδομένα του πραγματικού κόσμου. Και στη βάση της πυραμίδας είναι το ευρύ κοινό, το οποίο δεν πρόκειται ποτέ να καταλάβει τι ακριβώς είναι τα spreads και πώς διαμορφώνονται, και το οποίο έχει μεν την τάση να ερμηνεύει και να αντιδρά με το θυμικό, αποζητά όμως και την καθοδήγηση και την ενημέρωση, όντας, σε τελική ανάλυση, ο κρίσιμος αναβαθμός στην όλη διαδικασία.

Πώς λειτουργούν όλοι αυτοί, στην Ελλάδα, στην περίοδο κρίσης που διανύουμε. Κατ’ αρχήν οι ειδικοί. Όσοι είναι σοβαροί και όσοι γνωρίζουν βασικές πράξεις αριθμητικής, ή σιωπούν ή παραμένουν “διακριτικά” χαμηλόφωνοι, προφανώς φοβούμενοι για πολλά. Στο προσκήνιο, με πλήρη προπέτεια, βρίσκονται οι εκπρόσωποι της (δια)κομματικής χαμέρπειας και της καιροσκοπικής χυδαιότητας. Άλλοι μας διαβεβαίωναν το 2008, ότι η οικονομία της Ελλάδας είναι “θωρακισμένη” και οι ξένοι μας ζηλεύουν, άλλοι το 2009 ότι “λεφτά υπάρχουν”, άλλοι το 2010 ότι το 2011 θα βγαίναμε ξανά στις αγορές, άλλοι το 2011 ότι η χώρα βυθιζόταν γιατί η τριμερής δεν ήξερε να διακρίνει το “δομικό” από το “κυκλικό” έλλειμμα, άλλοι το 2012 ότι η “ύφεση” και η ανεργία θα τερματισθούν με ένα νόμο και ένα άρθρο και ούτω καθ’ εξής. Στη μέση της πυραμίδας, πάλι, βρίσκονται οι πολιτικοί, οι οποίοι ενώ από την μία εξηγούν ότι τα λάθη του παρελθόντος δεν θα επαναληφθούν, από την άλλη δεν κάνουν ποτέ τον κόπο να εξηγήσουν ρητά ποια, τέλος πάντων, ήταν αυτά τα λάθη, ώστε να αντιληφθούμε και εμείς τι εννοούν “λάθος” και τι διακρίνει τη συμπεριφορά τους στο παρόν από εκείνη του παρελθόντος. Βρίσκονται επίσης και οι δημοσιογράφοι, οι οποίοι δεν αισθάνθηκαν ποτέ, για παράδειγμα, την ανάγκη  να εγκαλέσουν εκείνον ο οποίος το 2013 κατηγορούσε όσους το 2010 δεν απομείωσαν μονομερώς το χρέος, ενώ ο ίδιος αυτός άνθρωπος (κομματικός εκπρόσωπος), το 2010 όχι μόνο δεν υποστήριζε την απομείωση του χρέους αλλά αντιθέτως διερρήγνυε τα ιμάτιά του για την προσφυγή στην εξωτερική βοήθεια και καλούσε τη χώρα να συνεχίσει αδιάπτωτη την πορεία της στηριζόμενη αποκλειστικά στον βραχυχρόνια δανεισμό με έντοκα γραμμάτια του Δημοσίου! Ή δεν μπαίνουν ποτέ στον κόπο (οι δημοσιογράφοι) να ρωτήσουν την απόλυτη οικονομική αυθεντία που τους τιμά με την παρουσία της ποια διεθνής συνωμοσία εξυφάνθηκε ώστε οι επανειλημμένες προβλέψεις της για επικείμενη κατάρρευση της ευρωζώνης να διαψευσθούν. Και φυσικά δεν ρωτούν ποτέ την επίσης σπουδαία κεϋνσιανή αυθεντία με την οποία συνομιλούν, πού θα βρεθούν τα λεφτά και ποιος θα τα δώσει, ώστε να υπάρξει “τόνωση της ζήτησης”, η οποία, ως γνωστόν, είναι η λύση για όλα τα προβλήματα.

Το επικατάρατο Μνημόνιο (όχι βέβαια όσον αφορά την εφαρμογή του από τις ελληνικές κυβερνήσεις, αλλά ως προς τη γενική σύλληψή του) κατακεραυνώθηκε με θυμό και παρρησία από χιλιάδες διακεκριμένους οικονομολόγους, δημοσιογράφους, πολιτικούς, καλλιτέχνες, κληρικούς και σχεδιαστές μόδας. Εν τούτοις, πράγμα που είναι πλήρως αποκαλυπτικό της μέσης διανοητικής στάθμης της κοινωνίας μας, παρά τις τόσες κατάρες δεν βρέθηκε ούτε ένας -μα ούτε ένας- να παρουσιάσει μία εναλλακτική πρόταση, με πέντε-δέκα βασικούς αριθμούς τέλος πάντων, για το τι ακριβώς έπρεπε να γίνει το 2009, αφού αυτό που έγινε ήταν τόσο κακό και απαράδεκτο. Εφ’ όσον λοιπόν τέτοια είναι τα ερεθίσματα που παίρνει από τους “ειδικούς” αλλά και από τους ηγήτορες της κοινής γνώμης, τι άλλο θα μπορούσαμε να περιμένουμε από αυτόν που ο Gunnar Myrdal αποκαλούσε “ο απλός άνθρωπος του δρόμου”. Γαλουχημένος παιδιόθεν με τέτοιες και παρόμοιες αντιλήψεις, και δοθέντος ότι μέχρι το 2009 αποδεδειγμένα υπήρχε “πολύ χρήμα” ενώ μετά από την έλευση της τριμερούς το χρήμα χάθηκε από την αγορά ως δια μαγείας, είναι απολύτως πεπεισμένος ότι “μας τα πήρανε”, καθώς και ότι πρέπει να διαδηλώσουμε και να απεργήσουμε (αλλά και να φοροδιαφύγουμε) μήπως και καταφέρουμε και τα πάρουμε πίσω.

Συνεπώς, με δεδομένο ότι η ελληνική κοινωνία, με όλους τους μηχανισμούς πρόσληψης του εξωτερικού κόσμου που διαθέτει, διατηρεί αυτήν την εντελώς ιδιόρρυθμη σχέση με την πραγματικότητα, και με δεδομένο επίσης ότι η οικονομική και κοινωνική μεταρρύθμιση απαιτούν να έχουν ενστερνιστεί την αναγκαιότητά τους ευρέα στρώματα του πληθυσμού, το συμπέρασμα στο οποίο καταλήγει κανείς είναι ότι τα περιθώρια ουσιαστικών αλλαγών είναι εξαιρετικά περιορισμένα. Το ελληνικό πρόβλημα στην ουσία του δεν είναι οικονομικό αλλά πολιτισμικό. Η παρούσα κρίση προέκυψε όταν η μεταοθωμανική, προνεωτερική ελληνική κοινωνία συγκρούστηκε μετωπικά, με απολύτως δική της ευθύνη, διότι ως εκ της φύσεώς της δεν αντιλαμβανόταν τους σαφείς για όλους τους υπόλοιπους “κανόνες του παιχνιδιού”,  με τη μετα-νεωτερική διεθνή οικονομία της εποχής της παγκοσμιοποίησης.

Σημαίνει μήπως αυτό ότι όσοι από εμάς δεν είμαστε συμφιλιωμένοι με αυτήν την πραγματικότητα και επιθυμούμε να την αλλάξουμε, πρέπει να αποκαρδιωθούμε και να σιωπήσουμε; Φυσικά όχι, αλλά καλό είναι να γνωρίζουμε το μέγεθος της πρόκλησης.

Ο ΔΗΜΗΤΡΗΣ Α. ΙΩΑΝΝΟΥ είναι οικονομολόγος. Έχει δημοσιεύσει μελέτες για θέματα της ελληνικής και ευρωπαϊκής αγοράς εργασίας, καθώς και για θέματα ανάπτυξης, νομισματικών σχέσεων και νομισματικής πολιτικής, εξωτερικού εμπορίου και διεθνών οικονομικών σχέσεων. Πιο πρόφατες δημοσιεύσεις του: «Η «διαρθρωτική κατάρρευση» της ελληνικής οικονομίας», Foreign Affairs, The Hellenic Edition, τεύχος Απριλίου 2013, «Θύμα λιτότητας η Ελλάδα ή «ολλανδικής ασθένειας»;», (μαζί με τον Χρήστο Α. Ιωάννου), Foreign Affairs, The Hellenic Edition, τεύχος Αυγούστου-Σεπτεμβρίου 2013, «Η παθογένεια της ελληνικής οικονομίας», (μαζί με τον Κωνσταντίνο Γάτσιο), Επιθεώρηση Διεθνής και Ευρωπαϊκή Πολιτική, τεύχος 29, Ιούλιος-Οκτώβριος 2013, εκδόσεις Παπαζήση. «Μισθοί και εσωτερική υποτίμηση στην Ελλάδα», (μαζί με τον Χρήστο Α. Ιωάννου), Foreign Affairs, The Hellenic Edition, τεύχος Δεκεμβρίου 2013-Ιανουαρίου 2014 (οι πρόσφατες μελέτες του). Ο ίδιος διευκρινίζει ότι οι απόψεις που εκφράζει εδώ είναι καθαρά προσωπικές.​

Advertisements