Η χώρα που έβλεπε την πραγματικότητα ανάποδα

by ggeorgan

του Δημήτριου Α. Ιωάννου

25 Νοεμβρίου 2013

σύνδεσμος δημοσίευσης

“Πάνω εκεί που πήγαινε η σχέση μας κανόνι,
μούπες μια λέξη άσχημη: θέλω να μείνω μόνη”
(Κυνώδες, νεοπαραδοσιακό)

Ερώτηση; Εάν η χώρα “βγεί” από το Μνημόνιο θα διαθέτει περισσότερα χρήματα προκειμένου να “ενισχύεται” η οικονομία;

Απάντηση: Φυσικά όχι. Θα διαθέτει λιγότερα. Ο δανεισμός μας σήμερα από τους εταίρους γίνεται με ένα μέσο επιτόκιο γύρω στο 2%. Εάν καταφέρουμε να δανεισθούμε από τις αγορές, το 2014, το επιτόκιο θα είναι πολύ υψηλότερο. Το 8-9% που αποδίδουν τώρα τα παλαιά ελληνικά ομόλογα δεν είναι καν ένδειξη, διότι αυτό αφορά τίτλους που έχουν ήδη απομειωθεί και υπάρχει η πεποίθηση ότι δεν πρόκειται να απομειωθούν άλλο. Αντίθετα ο νέος δανεισμός θα ενέχει πρόσθετους κινδύνους για τους δανειστές πράγμα που σημαίνει υψηλότερα επιτόκια. Όμως πάνω από ένα επίπεδο εκτιμωμένου κινδύνου (άρα και ποσοστό επιτοκίου) το δάνειο καθίσταται απολύτως επισφαλές και κανείς δεν δανείζει. Εκτός εάν υπάρχει τριτεγγυητής. (Πράγμα που σημαίνει νέο Μνημόνιο).

Ερώτηση: Το πρόβλημα της ελληνικής οικονομίας είναι το Μνημόνιο;

Απάντηση: Φυσικά όχι. Το Μνημόνιο, μέσω της δανειακής σύμβασης με την οποία συνδέεται, παρέχει χρηματικούς πόρους στην ελληνική οικονομία. Δεν της αφαιρεί. Το πρόβλημα της ελληνικής οικονομίας είναι ότι η ίδια δεν έχει την δυνατότητα να παραγάγει τα προϊόντα εκείνα που θα της αποφέρουν τα εισοδήματα που απαιτούνται για να διαβιούν οι Έλληνες στο επίπεδο που θεωρούσαν, και θεωρούν, ότι “δικαιούνται”. Μέχρι το 2009 επεδίωκε αυτόν τον χιμαιρικό σκοπό δανειζόμενη

από το εξωτερικό όλο και μεγαλύτερα ποσά, ακριβώς σαν τον ηρωϊνομανή που αισθάνεται, στην καταληκτήρια φάση του, το στερητικό του σύνδρομο να δυναμώνει και χρησιμοποιεί όλο και μεγαλύτερη δόση. Όμως, όπως ο ρωμαντικός ερωτιδέας, έτσι και όσοι πίστευαν ότι η ελληνική οικονομία μέχρι το 2009 “πήγαινε κανόνι”, κάτι είχαν καταλάβει λάθος. Και σε αυτές τις περιπτώσεις, δυστυχώς, στο τέλος πάντα χτυπάει το πραγματικό κανόνι. Και πολύ δυνατά μάλιστα.

Ερώτηση: Εάν πειθαναγκάσουμε, εκβιάσουμε ή ξεγελάσουμε τους ξένους, δεν μπορούν αυτοί να μας λύσουν το πρόβλημα;

Απάντηση: Φυσικά όχι. Οι ξένοι μέχρι στιγμής έχουν διαθέσει για εμάς, με διάφορους τρόπους, ένα κολοσσιαίο ποσό, μεγαλύτερο των 400 δισ. ευρώ, χωρίς το “πρόβλημα” να λυθεί. Άλλωστε η Ελλάδα έχει ήδη καταφέρει έναν μοναδικό άθλο, κάτι που δεν κατάφερε κανείς άλλος στην παγκόσμια ιστορία: έχει -προς το παρόν μόνο- αφαιρέσει από τους διεθνείς “τοκογλύφους” το απίστευτο ποσό των 109 δισ. ευρώ (62 με το PSI και 47 με την “επιμήκυνση”). Και φυσικά αποβλέπει σε κάτι ακόμη καλύτερο απαιτώντας την άμεση απομείωση του υπολειπόμενου χρέους της. Όμως δεν σώθηκε με όλα αυτά, και δεν θα σωθεί ούτε και αν εφαρμοσθεί το νέο “σχέδιο Μάρσαλ” που ζητάμε. Ένα τέτοιο σχέδιο μπορεί να ανοικοδομήσει μία κατεστραμμένη από πόλεμο οικονομία. Δεν μπορεί όμως να μετασχηματίσει τον παραγωγικό της χαρακτήρα. Η χώρα δεν θα σωθεί όσο καιρό η αδάμαστη ελληνική επιχειρηματικότητα απαντά στην κρίση δημιουργώντας ακόμη περισσότερα γιαουρτάδικα, σουβλατζίδικα και αρτοποιεία. Και όσον καιρό το ελληνικό Δημόσιο λειτουργεί με όρους σαν αυτούς που, για μία φορά ακόμη, αποκαλύφθηκαν στην πρόσφατη περίπτωση της απάτης στο ΝΑΤ.

Ερώτηση: Το “πρωτογενές πλεόνασμα” δεν προσφέρει περιθώρια άσκησης διαφορετικής οικονομικής πολιτικής;

Απάντηση: Φυσικά όχι. Διότι κατ’ αρχήν είναι εικονικό και όχι πραγματικό. (Πίσω του κρύβει χρέη πολλών δισ. του Δημοσίου εις βάρος του ιδιωτικού τομέα). Και διότι, επίσης, είναι προϊόν μίας συνθλιπτικής φορολόγησης του παραγωγικού τομέα. (Με σκοπό την πάση θυσία διατήρηση του “αδιαπραγμάτευτου” παρασιτισμού και της “ανίκητης” διαφθοράς του Δημοσίου). Ο συνδυασμός των δύο αυτών στοιχείων μεγιστοποιεί τις επιπτώσεις της συνεχιζόμενης, και αναπόφευκτης, παραγωγικής κατάρρευσης της ελληνικής οικονομίας. Σε αντίθεση με το συνήθως λεγόμενο στην διεθνή οικονομική φιλολογία, στην Ελλάδα είναι η κρίση “φερεγγυότητας” της οικονομίας που δημιουργεί, και παροξύνει, την κρίση “ρευστότητας” και όχι το αντίθετο. Το κράτος δεν επιτρέπει στην, συρρικνωμένη “νομισματική βάση” να κυκλοφορήσει στην οικονομία με την απαιτούμενη ταχύτητα διότι πρέπει να χρηματοδοτήσει τις υπερτροφικές, και αντιπαραγωγικές, δαπάνες του Δημοσίου. Τους χρηματικούς αυτούς πόρους, όμως, αποστερούνται, καταδικαζόμενοι στην πιστωτική ασφυξία οι, (λίγοι δυστυχώς), κλάδοι και μονάδες της οικονομίας που, έχοντας την δυνατότητα να παραγάγουν διεθνώς ανταγωνιστικά προϊόντα, θα ήταν σε θέση να αυξήσουν το εθνικό εισόδημα και να δημιουργήσουν θέσεις εργασίας.

Ερώτηση: Εάν την στιγμή που η αισθηματική σχέση, ή η εθνική οικονομία, είναι έτοιμες να πέσουν στο βάραθρο, οι άμεσα ενδιαφερόμενοι βλέπουν την πραγματικότητα ανάποδα και θεωρούν ότι όλα “πάνε κανόνι”, υπάρχει ελπίδα σωτηρίας;

Απάντηση: Φυσικά όχι

Advertisements