Ο κατώτατος μισθός και η εσωτερική υποτίμηση μισθών στην Ελλάδα

by ggeorgan

Δημήτρης Α. Ιωάννου 1 – Χρήστος Α. Ιωάννου 2

Foreign Affairs the Hellenic Edition – No 21 – Δεκ. 2013 – Ιαν. 2014

Μετά το 2010 το σύστημα διαμόρφωσης των μισθών στην Ελλάδα μετέπεσε ραγδαία σε νέο περιβάλλον λόγω, πρώτον, των διαφοροποιημένων αντικειμενικών δεδομένων που δημιούργησαν η κρίση χρέους, η δημοσιονομική χρεοκοπία και η διαρθρωτική κατάρρευση της εγχώριας οικονομίας και, δεύτερον, λόγω των ριζικών αλλαγών στο νομοθετημένο ρυθμιστικό πλαίσιο περί μισθών, συλλογικών συμβάσεων εργασίας, και συλλογικών διαπραγματεύσεων, που επέφεραν τα Μνημόνια Ι και ΙΙ. Σε πρώτη αξιολόγηση αυτών των αλλαγών, η οποία κάλυπτε τις εξελίξεις έως και το α΄ εξάμηνο του 2011, διαπιστώναμε «τεκτονικές αλλαγές» στο σύστημα διαμόρφωσης των μισθών (Ιωάννου, 2011). Μεταγενέστερη αξιολόγησή τους, η οποία κάλυπτε τις εξελίξεις έως και το α΄ τρίμηνο του 2012, διαπίστωσε ότι «οι νομοθετικές πρωτοβουλίες της τελευταίας διετίας, 2010 μέχρι σήμερα, ανέτρεψαν ριζικά τους όρους εργασίας και το σύστημα συλλογικών διαπραγματεύσεων που είχαν κυριαρχήσει στην χώρα μας την τελευταία εικοσαετία» (Μουρίκη, 2012:80).

Από την ένταξη της Ελλάδας στον Μηχανισμό Στήριξης ΕΕ-ΕΚΤ-ΔΝΤ με το Μνημόνιο Ι, τον Μάιο του 2010, και εντεύθεν η ρύθμιση των συλλογικών εργασιακών σχέσεων τροποποιήθηκε μέσω αλλεπάλληλων (πλέον των δέκα) νομοθετημάτων, με κυριότερα εκείνα του Φεβρουαρίου του 2012, δηλαδή το Μνημόνιο ΙΙ (νόμος 4046/2012, άρθρο 1, παρ. 6) και την Πράξη Υπουργικού Συμβουλίου 6/28.2.2012 που το ακολούθησε. Νέες αλλαγές εισήχθησαν τον Νοέμβριο του 2012 με τον νόμο 4093/2012 (υποπαράγραφος ΙΑ.11. διάταξη πλαίσιο για το νέο σύστημα διαμόρφωσης νομίμου κατωτάτου μισθού και κατωτάτου ημερομισθίου για τους εργαζομένους ιδιωτικού δικαίου όλης της χώρας) και τον Ιούλιο του 2013 με τον νόμο 4172/2013 (το άρθρο 103 με διατάξεις για τον κατώτατο μισθό).

Tα αποτελέσματα αυτών των νομικοδιοικητικών παρεμβάσεων, οι οποίες προδιέγραψαν το εύρος των σε εξέλιξη τεκτονικών αλλαγών στο σύστημα διαμόρφωσης των μισθών στην Ελλάδα, έχουν αρχίσει να μορφοποιούνται πλήρως. Πέρα από την νομική διάσταση των ζητημάτων3, η αποσαφήνιση και η συνειδητοποίηση του βεληνεκούς των αλλαγών απαιτούν την ανάλυσή τους από την σκοπιά του οικονομικού λογισμού και των εργασιακών σχέσεων ώστε να ανιχνευθεί η λογική επί τη βάσει της οποίας επιχειρήθηκαν και να εκτιμηθούν οι μακροχρόνιες επιπτώσεις τους. Από τις εν λόγω παρεμβάσεις θεωρούμε δύο4 ως κρισιμότερες.

Πρώτον, την δια νόμου (ν. 4046/2012, αρθρ. 1 παρ. 6) μείωση στον κατώτατο μισθό και την αλλαγή του τρόπου καθορισμού του με κρατική παρέμβαση (ν. 4093, υποπαραρ. ΙΑ.11. και ν. 4172 άρθρο 103) αντί της μέχρι το 2010-2011 διμερούς συλλογικής διαπραγμάτευσης και συμφωνίας των εργοδοτικών συνομοσπονδιών ΣΕΒ, ΓΣΕΒΕΕ, ΕΣΕΕ και της ΓΣΕΕ από την εργατική πλευρά. Δεύτερον, τις ευθείες νομοθετικές παρεμβάσεις στην ισχύ συλλογικών συμβάσεων εργασίας κλάδων και επαγγελμάτων, και στα μετά την λήξη της ισχύος τους αποτελέσματα για τους όρους αμοιβής και εργασίας των εργαζομένων.

Το ζήτημα των κατώτατων μισθών.

Το ζήτημα των κατώτατων μισθών απετέλεσε ήδη από τις αρχές του 2012 μείζονος σημασίας πεδίο πολιτικών αντιπαραθέσεων και αντικείμενο ρυθμίσεων στα πλαίσια του Μνημονίου ΙΙ. Έγινε θέμα συναντήσεων του τότε πρωθυπουργού (Λ. Παπαδήμος) και εκπροσώπων των συμβαλλομένων στην Εθνική Γενική Συλλογική Σύμβαση Εργασίας (ΓΣΕΕ, ΣΕΒ, ΓΣΕΒΕΕ, ΕΣΕΕ), και αιτία ρητορικών πολιτικών διαξιφισμών που χαρακτηριζόταν από την εξαιρετική ασάφεια και αοριστία ως προς το ποιο ακριβώς είναι το πρόβλημα. Ακόμη και η Ελληνίδα Επίτροπος στην ΕΕ φέρεται δηλώσασα ότι “οι δανειστές μας δεν απαιτούν την κατάργηση του κατώτατου μισθού κι αυτό δεν ήταν δεδομένο, αλλά το καταφέραμε στο πλαίσιο της Ευρωπαϊκής Επιτροπής”.

Περίεργα πράγματα θα συνέβαιναν, όμως, εάν όντως στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή είχε συζητηθεί η κατάργηση του κατώτατου μισθού στην Ελλάδα. Όχι μόνον γιατί κατώτατος μισθός υπήρχε σε άλλες 20 χώρες της τότε Ένωσης των 27, αλλά κυρίως γιατί από την εποχή της συστάσεως της ΕΟΚ (1958), και από την εποχή της Συνθήκης του Μάαστριχτ (1992), έως και σήμερα ισχύει, όπως ορίζει και το άρθρο 153.5 της Συνθήκης της Λισαβόνας, ότι οι αμοιβές (άρα και οι κατώτατοι μισθοί) εξαιρούνται ρητά της κοινοτικής αρμοδιότητας.

Τι είχε συμβεί; Όταν τον Ιανουάριο του 2012 είχε επανέλθει η «τρόικα» για την διαπραγμάτευση του Μνημονίου ΙΙ, στα πλαίσια της συνταγής της «εσωτερικής υποτίμησης» έθεσε πρώτο το ζήτημα των κατώτατων μισθών. Η Ελλάδα είχε κατώτατους μισθούς (και ημερομίσθια) για ανειδίκευτους υπαλλήλους (και εργάτες) που ορίζονταν μέσω συλλογικών διαπραγματεύσεων από τη ΓΣΕΕ (εργατική πλευρά) και τους ΣΕΒ, ΓΣΕΒΕΕ, ΕΣΕΕ (εργοδοτική πλευρά). Ήταν, άραγε, το ζήτημα που ετέθη εκ μέρους των ξένων εκπροσώπων να μην έχει πλέον η Ελλάδα εθνικούς κατώτατους μισθούς και ημερομίσθια;

Εθνικούς κατώτατους μισθούς, οριζόμενους είτε με νομοθεσία είτε με εθνικές συλλογικές διαπραγματεύσεις, είχαν τα 20 από τα τότε 27 κράτη-μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης (συν η υπό ένταξη τότε Κροατία και η υποψήφια Τουρκία) και τα 13 από τα 17 κράτη-μέλη της Ευρωζώνης. Όσα δεν είχαν εθνικούς κατώτατους μισθούς, είτε εντός Ευρωζώνης (Γερμανία, Αυστρία, Φινλανδία, Ιταλία) είτε εκτός (Σουηδία, Δανία), είχαν ανεπτυγμένα συστήματα συλλογικών διαπραγματεύσεων για τον καθορισμό κατώτατων μισθών ανά κλάδο ή ανά επαγγελματική κατηγορία. Αλλά και εκεί (π.χ. Γερμανία, Σουηδία) συζητείται η εισαγωγή τους. Στην Γερμανία αυτό είναι ένα από τα μείζονα θέματα της διαπραγμάτευσης Χριστιανοδημοκρατών και Σοσιαλδημοκρατών εν όψει της συγκρότησης κυβέρνησης συνασπισμού μετά τις εκλογές του Σεπτεμβρίου 2013.

Το ζήτημα λοιπόν δεν ήταν εάν θα υπάρχουν κατώτατοι μισθοί, αλλά εάν οι κατώτατοι μισθοί στην Ελλάδα είναι «υψηλοί ή χαμηλοί». Σύμφωνα με τα στοιχεία της Eurostat στην Ε.Ε. το 2011 η σχέση υψηλότερου/χαμηλότερου κατώτατου ήταν 14 προς 1. Κυμαίνονταν από τα 1.758 ευρώ του Λουξεμβούργου έως τα 123 ευρώ της Βουλγαρίας. Όμως για να γίνει η σύγκριση πιο αντιπροσωπευτική πρέπει να λαμβάνεται υπ’ όψιν η αγοραστική δύναμη του μισθού σε κάθε χώρα. Τότε η εν λόγω σχέση γινόταν 6 προς 1: σε «ισοτιμία αγοραστικής δύναμης» ο κατώτατος μισθός στο Λουξεμβούργο ήταν 1.466 ευρώ ενώ στην Βουλγαρία 243 ευρώ.

Το 2011 η Ελλάδα, είτε σε ονομαστικές τιμές, είτε σε «ισοτιμία αγοραστικής δύναμης», ηγούνταν της Νοτιοευρωπαϊκής ομάδας χωρών: Ελλάδα 917 ευρώ, Σλοβενία 891 ευρώ, Μάλτα 843 ευρώ, Ισπανία 774 ευρώ, Πορτογαλία 646 ευρώ (σε «ισοτιμία αγοραστικής δύναμης» του 2011 και σε 12μηνη βάση – καθώς Ελλάδα, Πορτογαλία, Ισπανία εφαρμόζουν το σύστημα των 14 μισθών ετησίως). Η απόκλιση κατώτατων μισθών Ελλάδας – Πορτογαλίας ήταν ένα από τα συγκριτικά «επιχειρήματα» της «τρόικας». Γι’ αυτό και από το 2010 η Ελλάδα είχε ήδη εισαγάγει (όπως ισχύει και σε άλλες χώρες) τον κατά 20% χαμηλότερο κατώτατο μισθό για τους πρωτοεισερχόμενους στην αγορά εργασίας νέους.

Για τον ολιγοήμερο εγχώριο κοινωνικό και δημόσιο διάλογο περί τον κατώτατο μισθό που (ουσιαστικά δεν) έλαβε χώρα τον Ιανουάριο – Φεβρουάριο του 2012 χρήζουν σήμερα επισήμανσης ορισμένες κρίσιμες πλευρές.

Η συμφωνία των εργοδοτικών οργανώσεων ΣΕΒ, ΓΣΕΕΒΕ, ΕΣΕΕ και της εργατικής ΓΣΕΕ για την Εθνική Γενική Συλλογική Σύμβαση Εργασίας του 2010 (που υπεγράφη λίγες μέρες μετά την ψήφιση του Μνημονίου Ι, και η οποία απετέλεσε αντικείμενο παρεμβάσεων του Επιτρόπου Ο. Ρεν προς τις εργοδοτικές ενώσεις), που προέβλεπε μη αύξηση των τότε κατώτατων μισθών έως τον Ιούνιο 2011 και εν συνεχεία χορήγηση το 2011 και το 2012 από τα μέσα εκάστου έτους, (την 1η Ιουλίου), του πληθωρισμού της ευρωζώνης του προηγούμενου έτους ήταν συμφωνία, εν μέσω χρεοκοπίας, σε έναν άγνωστο Χ. Ήδη τότε, στις αρχές του 2012, διαφαινόταν ότι η ΕΚΤ θα παρέβλεπε το «καταστατικό» όριο πληθωρισμού του 2%, προκειμένου να συμβάλει στην προσπάθεια ανάσχεσης της ύφεσης. Έτσι, ο πληθωρισμός του 2011 στην ευρωζώνη φαινόταν στις αρχές του 2012 (Ιανουάριος – Φεβρουάριος) να κλείνει στο 2,6%-2,7%. Και η Ελλάδα βρισκόταν, εν μέσω χρεοκοπίας, οδεύουσα προς αύξηση στον κατώτατο μισθό της κατά 2,6%-2,7% από την 1η Ιουλίου του 2012, αύξηση που δεν δινόταν ούτε σε τότε σχετικά ευημερούσες (π.χ. Ολλανδία) ή ισχυρότερες (π.χ. Γαλλία) οικονομίες της ευρωζώνης.

Αυτό που έλειψε από την δημόσια συζήτηση και αντιπαράθεση των πρώτων μηνών του 2012 ήταν η κατανόηση του τι πράγματι είχε συμβεί στον ελληνικό κατώτατο μισθό μετά την εισαγωγή του ευρώ. Η σύνδεση κατώτατου μισθού με τον πληθωρισμό της ευρωζώνης θα ήταν ορθή το 2001 και εντεύθεν, σε μία πολιτική μισθών και συλλογικών διαπραγματεύσεων που θα ελάμβανε υπ΄ όψιν την σημασία και τους περιορισμούς της συμμετοχής στη Νομισματική Ένωση του ευρώ. Όμως, ακόμη και μετά την εκδήλωση της κρίσης, είναι σαφές ότι ούτε οι διαμορφωτές οικονομικής πολιτικής, ούτε όσοι συμμετέχουν στον «δημόσιο διάλογο» για τις εισοδηματικές πολιτικές έχουν αφομοιώσει δύο αναπόδραστες αλήθειες. Πρώτη εξ αυτών είναι ότι σε μία «ανοιχτή οικονομία», το επίπεδο των μισθών (ή ακόμη και το ποσοστό των μισθών σε σχέση με το σύνολο της δημιουργούμενης «προστιθέμενης αξίας») δεν είναι δυνατόν να καθορισθεί αυθαίρετα και διοικητικά. Κάτι τέτοιο ίσως ήταν δυνατόν σε σχετικά «κλειστές» οικονομίες του παρελθόντος – αν και αυτό είναι αμφισβητούμενο. Σε «ανοιχτές» όμως οικονομίες κάθε παρατεταμένη προσπάθεια να μετακινηθούν οι μισθοί σε επίπεδο υψηλότερο από εκείνο που επιβάλλουν οι ανάγκες της εθνικής ανταγωνιστικότητας αναπόφευκτα οδηγεί, μεσο-μακροπρόθεσμα, σε ανεργία, πτωχεύσεις και γενική οικονομική καθίζηση. Δεύτερη αναπόδραστη αλήθεια είναι ότι οι παραπάνω διαπιστώσεις ισχύουν κατ’ επίρρωσιν για μία οικονομία η οποία είναι μέλος μίας νομισματικής ένωσης και δεν έχει την δυνατότητα να χρησιμοποιεί την νομισματική και την συναλλαγματική πολιτική για να προσαρμόζει την ανταγωνιστικότητα των ονομαστικών μισθών της στις ανάγκες της εξωτερικής ισορροπίας της.

Μία οικονομία που είναι μέλος νομισματικής ένωσης προκειμένου να διατηρεί την ανταγωνιστικότητά της, τουλάχιστον, σταθερή είναι υποχρεωμένη να αυξάνει το επίπεδο των μισθών της ακολουθώντας τον μεσοσταθμικό πληθωρισμό της νομισματικής ένωσης, «διορθώνοντας» ταυτόχρονα την αύξηση αυτή, προς τα πάνω ή προς τα κάτω, με μέτρο την διαφορική αύξηση (εν σχέσει πάντα προς τις χώρες-εταίρους) της παραγωγικότητας στον τομέα των «διεθνώς εμπορευσίμων» αγαθών και υπηρεσιών. Επειδή όμως το δεύτερο αυτό είναι σχετικά δύσκολο να υπολογισθεί, «χρυσός κανόνας» μπορεί να θεωρηθεί η αύξηση των μισθών με βάση τον μεσοσταθμικό πληθωρισμό της νομισματικής ένωσης, σε συνδυασμό, όμως, με τις κινήσεις του ισοζυγίου εξωτερικών συναλλαγών. Σε περίπτωση που οι μισθοί αυξάνονται με μεγαλύτερη ταχύτητα, (χωρίς αυτό να αντιστοιχεί σε αύξηση της μέσης εθνικής παραγωγικότητας), τότε η αύξησή τους ισοδυναμεί με ανατίμηση της πραγματικής συναλλαγματικής ισοτιμίας η οποία οδηγεί σε ελλείμματα του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών. Δηλαδή, σε τελευταία ανάλυση, σε μεταφορά θέσεων εργασίας από το εσωτερικό προς το εξωτερικό (αλλά και, στο εσωτερικό της ίδιας της χώρας, σε μεταφορά πόρων από τον τομέα των «διεθνώς εμπορευσίμων» προς τον τομέα των «διεθνώς μη εμπορευσίμων»).

Υπό το πρίσμα των ανωτέρω ήταν σοβαρό σφάλμα των υπευθύνων της οικονομικής πολιτικής, τόσο σε ευρωπαϊκό όσο και σε εθνικό επίπεδο, ότι κατά την πρώτη «ευτυχή» περίοδο του ευρώ παρέβλεψαν την σημασία της διαφοράς του πληθωρισμού στις επί μέρους χώρες της ευρωζώνης, αλλά και τα σοβαρότατα λάθη εισοδηματικής πολιτικής σε όσες από αυτές, όπως η Ελλάδα, έθεταν ως στόχο των μισθολογικών αυξήσεων την κάλυψη όχι του μεσοσταθμικού ευρωζωνικού πληθωρισμού αλλά του εθνικού πληθωρισμού τους, έστω και αν αυτός ήταν υψηλότερος του μέσου όρου. Για του λόγου το αληθές μπορεί κανείς να δεί ποιες ήταν οι χώρες εκείνες οι οποίες, στην περίοδο 1991-2011, είχαν σωρευτικά υψηλότερο διαφορικό πληθωρισμό εάν ληφθεί ως «χώρα βάσεως» η Γερμανία. Καθόλου τυχαία πρόκειται για όλες τις χώρες που σήμερα αποτελούν τους «ασθενείς κρίκους» της ευρωζώνης: πρώτη, φυσικά, η Ελλάδα με 21%, δεύτερη η Ισπανία με 16%, τρίτη η Ιρλανδία με 14%, τέταρτη η Πορτογαλία με 12% και πέμπτη η Ιταλία με 8%. (CorsettiPesaran, 2012). Είναι σαφές ότι οι χώρες οι οποίες δεν προσπάθησαν να περιορίσουν την πληθωριστική «υπερθέρμανση» των οικονομιών τους, μεταξύ άλλων και με τον λελογισμένο έλεγχο των μισθολογικών αυξήσεων, οδηγήθηκαν σε δομική κρίση σε σχετικά σύντομο χρονικό διάστημα.

Ακολουθώντας λοιπόν την αυταπάτη της μισθολογικής ευρωσύγκλισης σε συνθήκες δανει(α)κής μεγέθυνσης και υπερβάλλοντος εγχώριου πληθωρισμού έναντι του ευρωζωνικού, ο ελληνικός κατώτατος μισθός έφθασε σε επίπεδα υψηλότερα της Πορτογαλίας και της Ισπανίας. Το 2011 σε δωδεκάμηνη βάση (όπως προαναφέρθηκε κι εκεί οι μισθοί είναι 14 ετησίως) ο ελληνικός ονομαστικός ήταν 877 ευρώ, έναντι 566 και 748 ευρώ αντιστοίχως. Σε ισοτιμία αγοραστικής δύναμης ο ελληνικός ήταν 917 ευρώ, έναντι 646 ευρώ στην Πορτογαλία και 774 ευρώ στην Ισπανία. Υπό τις συνθήκες αυτές ήταν απολύτως φυσικό να τεθεί προς διάλογο, εκ μέρους του τότε πρωθυπουργού, η προβλεπόμενη αύξηση για το 2012 και το «πάγωμά» της.

Σύμφωνα με τους υπολογισμούς μας, (Πίνακας 1), αν ο ελληνικός κατώτατος μισθός του 2000 είχε από το 2001 παρακολουθήσει τον πληθωρισμό της ευρωζώνης, το 2011 δεν θα ήταν 751,39 αλλά 575,07 ευρώ. Αντί τούτου όμως, υπό την επήρεια της βουλησιαρχικής επιθυμίας να «συγκλίνουν» οι μισθοί στην Ελλάδα με αυτούς της ευρωζώνης, επελέγη η πολιτική των αυξήσεων με σκοπό την κάλυψη του «εγχωρίου πληθωρισμού». Και όχι μόνο! Ο ελληνικός κατώτατος μισθός, που χωρίς επιδόματα και τριετίες άρχιζε το 2010 από τα 739,56 ευρώ, δεν είχε ακολουθήσει απλά τον εγχώριο πληθωρισμό. Αν τον ακολουθούσε, με μορφή απολογιστικής ΑΤΑ ετησίως, θα ήταν το 2010 στα 639, 14 ευρώ και εάν ελάμβανε εν μέσω χρεοκοπίας την αύξηση του ελληνικού πληθωρισμού θα έφθανε τα 658,95 ευρώ. Τον είχε, όμως, υπερκεράσει, φθάνοντας στα 751,39 ευρώ μέσω της χορήγησης αυξήσεων σε δύο ετήσιες δόσεις, οι οποίες συγκρατούσαν μεν, εν μέρει, την μέση ετήσια μισθολογική επιβάρυνση εκάστου τρέχοντος έτους, ωθώντας την δε σε υψηλότερη αφετηρία το επόμενο έτος. Έτσι, με την συνεχή επιβάρυνση του μισθοδοτικού κόστους ανά μονάδα προϊόντος, δημιουργήθηκαν το «έλλειμμα ανταγωνιστικότητας», το τεράστιο κενό στο ισοζύγιο εξωτερικών συναλλαγών και η ραγδαία αποβιομηχάνιση της χώρας αλλά, επίσης, και η υπερχρέωσή της που οδήγησε στην «τεχνική» χρεοκοπία του 20105.

Πίνακας 1: Η Εξέλιξη του Βασικού Μισθού στην Ελλάδα (2001-2011) βάσει των Εθνικών Γενικών ΣΣΕ και οι θεωρητικές τιμές του εάν είχε συνδεθεί με τον πληθωρισμό της ευρωζώνης και της Ελλάδος.

Έτος

Βασικός Μισθός (σε €)

Πληθωρισμός
(%
μεταβολή)

ΕΓΣΣΕ

(1)

Θεωρητική τιμή βάσει
σύνδεσης με

Ευρωζώνης

(2)

Ελλάδος

(3)

πληθωρισμό Ευρωζώνης

πληθωρισμό Ελλάδος

31.12.2000

457,66

31.12.2001

472,89

468,64

474,59

2,4

3,7

31.12.2002

498,86

479,89

493,10

2,3

3,9

31.12.2003

519,87

490,93

509,87

2,1

3,4

31.12.2004

559,98

501,24

525,16

2,2

3

31.12.2005

591,18

512,27

543,54

2,2

3,5

31.12.2006

625,97

523,54

561,48

2,2

3,3

31.12.2007

657,89

535,05

578,33

2,1

3

31.12.2008

701,00

546,29

602,62

3,3

4,2

31.12.2009

739,56

564,32

610,45

0,3

1,3

31.12.2010

739,56

566,01

639,14

1,6

4,7

31.12.2011

751,39

575,07

658,95

2,7

3,1

Πηγή: Επεξεργασία στοιχείων από:

(1) Εθνικές Γενικές Συλλογικές Συμβάσεις Εργασίας 2000, 2002, 2004, 2006, 2008, 2010. Για το 2000 ο βασικός μισθός των 155.948 δραχμών έχει μετατραπεί σε ευρώ.

(2) Eurostat.

Παραβλεφθέντα μαθήματα από Αργεντινή, Γερμανία και ΕΕ.

Στην δημόσια συζήτηση και αντιπαράθεση για την μείωση των κατώτατων μισθών δεν αγνοήθηκαν μόνον τα «τεχνικά» επιχειρήματα της «τρόικας». Απουσίασε επίσης η ανάλυση και η πολιτική ως ανάγκη λύσεων σε υφιστάμενα προβλήματα. Άλλωστε οι ΕΕ-ΕΚΤ-ΔΝΤ αντιμετωπίζονται παγίως με ιδεοληπτικούς όρους: τα όποια μέτρα του όποιου προγράμματος είτε «καταγγέλλονται» συλλήβδην, είτε υιοθετούνται ως «αναγκαίο κακό». Αγνοήθηκαν όμως και τα «μαθήματα» από εμπειρίες των οποίων γινόταν κατά κόρον επίκληση, όπως π.χ. αυτή της Αργεντινής, σχεδόν δεκαπέντε χρόνια από την υπαγωγή της σε πρόγραμμα του ΔΝΤ (Φεβρουάριος 1998), ένδεκα χρόνια από την άτακτη χρεοκοπία της (Δεκέμβριος 2001) και εννέα χρόνια από την έναρξη νέας προσπάθειας ανασυγκρότησης (εκλογές Μαΐου 2003). Τέλος αγνοήθηκαν πλήρως τόσο η μόνιμη «εργαλειοθήκη» (toolkit) του ΔΝΤ όσο και εμπειρίες παρόμοιες με τα προβλήματα και τις προωθούμενες στην Ελλάδα πολιτικές.

Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι τα «ανακριτικού» τύπου ερωτήματα σχετικά με το «που ήξερε η τρόικα για την «μετενέργεια» στις ελληνικές συλλογικές συμβάσεις εργασίας;», ερωτήματα που, παρά την εκτενέστατη εγχώρια «αργεντινολογία», απεδείκνυαν επιφανειακή, μόνο, γνώση και της αργεντινής εμπειρίας αλλά και του toolkit του ΔΝΤ. Διότι από αυτήν την μόνιμη «εργαλειοθήκη» του ΔΝΤ ήταν, για παράδειγμα, οι παρεμβάσεις του Μνημονίου ΙΙ και της 6ης Πράξης Υπουργικού Συμβουλίου, του Φεβρουαρίου του 2012, στο σύστημα των συλλογικών διαπραγματεύσεων, στην λήξη των συλλογικών συμβάσεων εργασίας και στην μετενέργεια αυτών, που αποτέλεσαν μείζον πολιτικό ζήτημα «κόκκινων γραμμών». Τα μαθήματα από την Αργεντινή, εάν κάποιος είχε μελετήσει στοιχειωδώς το εκεί πρόγραμμα του ΔΝΤ (1998-2001), έδειχναν ότι η «εργαλειοθήκη» του για την αγορά εργασίας. περιλαμβάνει την διακοπή/λήξη και των συλλογικών συμβάσεων εργασίας και της «μετενέργειάς» τους (στην Αργεντινή αποκαλείται ultraactividad), ώστε να υπάρξει εξαναγκασμός των μερών -συνδικάτων και εργοδοτών- σε επαναδιαπραγμάτευση και σε επανακαθορισμό των συμβατικών ή των ατομικών μισθών.

Στην Αργεντινή τα σχετικά μέτρα είχαν ψηφισθεί τον Απρίλιο του 2000 (νόμος 25250), τον τρίτο χρόνο του εκεί προγράμματος του ΔΝΤ (IMF, 2000, point 26). Και ήταν ισχυρό ράπισμα για τον περονισμό, δηλαδή για το δομημένο καθεστώς λαϊκισμού που (ήδη από την δεκαετία του 1940, όταν ο στρατιωτικός Περόν στην περίοδο 1943-1945 ήταν υπουργός Εργασίας πριν γίνει, μετέπειτα, τρεις φορές πρόεδρος της Αργεντινής) λειτουργούσε σε συνεργασία με μαζικά αλλά και ελεγχόμενα συνδικάτα. Το εν λόγω σύστημα ρύθμισης των εργασιακών σχέσεων είχε επιβιώσει πραξικοπημάτων, δικτατοριών και «νεοφιλελευθέρων» στροφών ακόμη και των ίδιων των περονιστών. Ο νόμος, που έμεινε στην ιστορία ως «νόμος των δωροδοκιών» (ley de sobornos) λόγω των 5 εκατομμυρίων δολαρίων ΗΠΑ που «χορηγήθηκαν» (όπως επιβεβαιώθηκε το 2004) ως αντάλλαγμα για την ψήφο γερουσιαστών, ανακλήθηκε τον Φεβρουάριο του 2004 και η ισχύς της μετενέργειας (ultraactividad) αποκαταστάθηκε, αλλά το σύστημα των συλλογικών διαπραγματεύσεων παρέμεινε αποκεντρωμένο στις επιχειρήσεις, και η ρύθμιση των κατωτάτων μισθών παρέμεινε κυβερνητική αρμοδιότητα σε πλαίσια «κοινωνικού διαλόγου», που ήταν πάντα συστατικό του περονισμού6 (Cook, 2008:75-84). Με άλλα λόγια η εμπειρία της Αργεντινής μας λέει ότι η κατάργηση της «μετενέργειας» χρησιμοποιήθηκε και εκεί ως μηχανισμός εσωτερικής υποτίμησης των μισθών σε συνθήκες σταθερών ισοτιμιών, και καταργήθηκε εν συνεχεία, όταν πλέον ο μηχανισμός της υποτίμησης ετέθη εκ νέου σε κίνηση αφού το εθνικό νόμισμα της χώρας αποσυνδέθηκε από το δολάριο – όταν δηλαδή εγκαταλείφθηκε η πολιτική της convertibilidad. Αλλά το σύστημα συλλογικών διαπραγματεύσεων δεν επανήλθε στην προηγούμενη κατάστασή του.

Τα ζητήματα των κατώτατων μισθών, των μισθών και των εργασιακών σχέσεων ενώ είναι κρίσιμα για την συνέχιση στην Ελλάδα της πολυετούς μακροοικονομικής και διαρθρωτικής προσαρμογής, υποβαθμίζονται στην εγχώρια δημόσια συζήτηση και αντιμετωπίζονται ως απλή συμπτωματολογία η οποία εκλαμβάνεται ως ανεξάρτητη από την λειτουργία της ευρωζώνης ως ατελούς νομισματικής ένωσης. Εν τούτοις την κεντρική σημασία των συγκεκριμένων θεμάτων μπορούμε να την αντιληφθούμε από την περίπτωση της ναυαρχίδας της ευρωπαϊκής οικονομίας, την Γερμανία, τόσο στην περίοδο αμέσως πριν την δημιουργία του ευρώ, όσο και στην συνέχεια.

Τα εργασιακά της Γερμανίας «συναρμολογήθηκαν» και «ζυγοσταθμίστηκαν» από εικοσαετίας, δια νόμων και συλλογικών συμβάσεων, με στόχο την στήριξη της διεθνούς ανταγωνιστικότητάς της μέσω της παραγωγής προϊόντων υψηλής προστιθέμενης αξίας εξαγωγικά προσανατολισμένων. Με αποτέλεσμα, σε συνθήκες ευρώ, να αυξηθούν οι γερμανικές εξαγωγές από 452,3 δισ. € το 1997, σε 983,3 δισ. € το 2008 (προς την ΕΕ από 251,2 δισ. € το 1997 σε 622,7 δισ. € το 2008).

Η εξαγωγική γερμανική μεγέθυνση βασίσθηκε στην διατήρηση εγχώριου πληθωρισμού χαμηλότερου από τους ανταγωνιστές. Στόχος δύσκολος τα πρώτα χρόνια της πορείας προς το ευρώ, που συνέπεσαν με την γερμανική ενοποίηση. Αλλά το συνεχές έλλειμμα τρεχουσών συναλλαγών στην δεκαετία του 1990 απαντήθηκε με μεταφορά πόρων από τον τομέα των διεθνώς «μη-εμπορευσίμων» στον τομέα των «διεθνώς εμπορευσίμων», και δή σε κλάδους υψηλής προστιθέμενης αξίας, μέσω συστηματικής υποτίμησης του μοναδιαίου κόστους εργασίας έναντι των ευρωπαίων ανταγωνιστών, με αύξηση της παραγωγικότητας η οποία επιδιώχθηκε και μέσω αλλαγών στις εργασιακές σχέσεις.

Τα μεγάλα γερμανικά βιομηχανικά συνδικάτα των εξαγωγικών τομέων, με συντονισμό των συλλογικών διαπραγματεύσεων, προστάτεψαν τις θέσεις εργασίας συναινώντας στην μισθολογική συγκράτηση και επιτρέποντας να επωφεληθούν οι εργοδότες από μεγαλύτερο μερίδιο αύξησης της παραγωγικότητας με σκοπό την αύξηση της κερδοφορίας της εγχώριας παραγωγής, την αύξηση της ανταγωνιστικότητας των γερμανικών εταιρειών στις διεθνείς αγορές και, τελικά, την αύξηση των θέσεων εργασίας.

Ταυτόχρονα το συνεργατικό διμερές σύστημα επαγγελματικής εκπαίδευσης-μαθητείας στήριζε την δημιουργία τεχνικών δεξιοτήτων ανά εταιρεία και ανά κλάδο για παραγωγή προϊόντων υψηλής προστιθέμενης αξίας βασισμένης στην ποιότητα. Η μισθολογική συγκράτηση και η στήριξη της παραγωγικότητας ενισχύθηκαν, επί κυβερνήσεων Gerhard Schröder, από μεταρρυθμίσεις στην προσφορά εργασίας που συνοψίσθηκαν στα 4 κύματα των «μεταρρυθμίσεων Hartz» (από το όνομα του Peter Hartz διευθυντή ανθρώπινων πόρων της -σε ποσοστό 20% κρατικής- Volkswagen AG), οι οποίες, μεταξύ άλλων, έφεραν και συγκριτική μείωση των μισθών στον τομέα των υπηρεσιών.

Σημείο των καιρών είναι βεβαίως ότι ενώ η Γερμανία την εποχή εκείνη κατηγορήθηκε ότι με την περιοριστική της πολιτική στα εργασιακά θέματα εφάρμοζε την πρακτική του  beggar-thy-neighbour, «εξάγοντας» την ανεργία της προς τις άλλες χώρες της ευρωζώνης, σήμερα γίνεται προσπάθεια να κανοναρχηθεί, από τους ίδιους κύκλους, με το επιχείρημα ότι η τωρινή οικονομική της ρώμη δεν είναι προϊόν των «μεταρρυθμίσεων Hartz» αλλά του παραδοσιακού κοινωνικού κράτους της που θεμελίωσε ο Βίσμαρκ! (Duval, 2013). Βεβαίως, από την άλλη πλευρά, σε όσους προβάλλουν σήμερα το παράδειγμα της Γερμανίας ως το υπόδειγμα που πρέπει να ακολουθηθεί κατά γράμμα ασχέτως ειδικών περιστάσεων και συνθηκών (Schauble, 2013), θα πρέπει να υπενθυμισθεί ότι η χώρα υπήρξε και ιδιαίτερα «τυχερή» για δύο λόγους: πρώτον διότι ένα κατ’ αρχήν αρνητικό στοιχείο, δηλαδή η δημογραφική της κάμψη, λειτούργησε την κρίσιμη στιγμή με έναν εξαιρετικά ευνοϊκό τρόπο. Η μειωμένη ζήτηση για κατοικίες και οικήματα διατήρησε τις τιμές στην συγκεκριμένη αγορά σε χαμηλό επίπεδο. Δοθέντος δε ότι τα ακίνητα είναι ένας σημαντικός κλάδος του τομέα των «διεθνώς μη εμπορευσίμων» που επιδρά καθοριστικά στο γενικό επίπεδο των τιμών, αυτό επέτρεψε την διατήρηση ενός χαμηλού πληθωρισμού. Δεύτερον διότι η προσπάθεια «ανόρθωσης» της γερμανικής οικονομίας έλαβε χώρα και ολοκληρώθηκε μέσα σε ένα ευνοϊκότατο διεθνές περιβάλλον οικονομικής «ανθήσεως» το οποίο όχι μόνο δεν δημιούργησε δυσκολίες αλλά λειτούργησε και επιβοηθητικά. Σε κάθε περίπτωση, πάντως, και παρά την «τύχη» της Γερμανίας, δεν μπορεί να παραβλέψει κανείς ότι βασική αιτία της επιτυχίας της ήταν ο μεθοδευμένος σχεδιασμός, η επιμονή στην εφαρμογή και η κοινωνική και πολιτική συναίνεση για την ευόδωση του προγράμματος. Ακριβώς δηλαδή αυτά που απουσιάζουν από την περίπτωση της Ελλάδας.

Ασχέτως, άλλωστε, και εάν στην χώρα μας μνημονεύονται συνεχώς οι εμπειρίες της «πολυσυζητημένης» Αργεντινής και της «αξιοκατάκριτης» Γερμανίας, τα πραγματικά περιστατικά και τα ουσιώδη συμπεράσματα και των δύο περιπτώσεων αγνοούνται πλήρως. Τρία και πλέον χρόνια τώρα η διαχείριση των οικονομικών και κοινωνικών επιπτώσεων της χρεοκοπίας δεν συνοδεύεται από ψύχραιμη κατανόηση των συνεπαγωγών που έχει η ορθή (αν και κυρίως διαισθητική) επιλογή/προσπάθεια παραμονής της χώρας στο ευρώ. Οι επώδυνες εξελίξεις της απασχόλησης και της ανεργίας, του εισοδήματος και των μισθών, αντιμετωπίζονται ως φαινόμενα ανεξάρτητα από το πως πορεύθηκε η χώρα στην πρώτη δεκαετία στο ευρώ, και ως επεισόδια ασύνδετα με τις νέες συλλογικές δεσμεύσεις στην ευρωζώνη.

Η Ε.Ε. και η ευρωζώνη, πάντως, ήδη από το 2010, αναγνωρίζουν συνεχώς ότι «η πείρα που αποκτήθηκε και τα λάθη που έγιναν στην πρώτη δεκαετία της ΟΝΕ καταδεικνύει την ανάγκη να βελτιωθεί η οικονομική διακυβέρνηση στην Ένωση, που πρέπει να βασίζεται σε έναν αποφασιστικότερο εθνικό ενστερνισμό των κανόνων και πολιτικών που έχουν συμφωνηθεί από κοινού και σε ένα στιβαρότερο πλαίσιο σε επίπεδο Ένωσης για την εποπτεία των εθνικών οικονομικών πολιτικών» (EC, 2012:1). Στην Ελλάδα, παρ’ όλ’ αυτά, οι νέοι κανόνες, που συμφωνήθηκαν στην Σύνοδο Κορυφής της 24/25 Μαρτίου του 2011 (EUCO, 2011) και υπερψηφίσθηκαν από ευρωβουλευτές και βουλευτές, εάν δεν αγνοούνται πλήρως, θεωρούνται ως προσωρινό «αναγκαίο κακό».

Ένα σύνηθες επιχείρημα σε σχέση με τους μισθούς και τα εργασιακά έχει τη μορφή ερωτήματος: «τι σχέση έχουν οι περικοπές των μισθών του ιδιωτικού τομέα με την δημοσιονομική προσαρμογή;». Το ερώτημα παραγνωρίζει ότι, εκτός του δημοσιονομικού ελλείμματος, η ελληνική οικονομία έχει ένα ακόμη σημαντικότερο έλλειμμα: εκείνο της ανταγωνιστικότητας. Βέβαια η ασθενής ανταγωνιστικότητα δεν αφορά μόνον την Ελλάδα, αλλά είναι ευρύτερο ευρωπαϊκό πρόβλημα (των χωρών του Νότου φυσικά). Γι’ αυτό η Ευρωπαϊκή Ένωση αποφάσισε, με το «Σύμφωνο για το Ευρώ+», η νέα οικονομική διακυβέρνηση να αξιολογεί και να παρεμβαίνει συστηματικότερα για πρόληψη και διόρθωση μακροοικονομικών ανισορροπιών, ειδικά δε στις επιδόσεις ανταγωνιστικότητας με κριτήριο την εξέλιξη μισθών και παραγωγικότητας.

Για την αξιολόγηση του κατά πόσον η εξέλιξη των μισθών συμβαδίζει με την παραγωγικότητα, παρακολουθείται πλέον για κάθε χώρα το κόστος εργασίας ανά μονάδα προϊόντος, και συγκρίνεται με τις εξελίξεις στις άλλες χώρες της ευρωζώνης και στους κυριότερους συγκρίσιμους εμπορικούς εταίρους. Η σχέση μισθών προς παραγωγικότητα αξιολογείται για την οικονομία συνολικά, αλλά και για μείζονες κλάδους (μεταποίηση, υπηρεσίες) ξεχωριστά, διακριτά δε για τους τομείς των «διεθνώς εμπορευσίμων» και των «διεθνώς μη εμπορευσίμων». αγαθών και υπηρεσιών.

Κατώτατοι Μισθοί Βουλγαρίας ή Λουξεμβούργου;

Με το ν. 4046/2012 (Μνημόνιο ΙΙ) ο ελληνικός κατώτατος μισθός μειώθηκε κατά 22% (από 751,39 ευρώ σε 586,08 ευρώ) στις 14.2.2012 και μέχρι την ολοκλήρωση του προγράμματος δημοσιονομικής προσαρμογής στο πλαίσιο του Μηχανισμού Στήριξης των Ε.Ε.-ΕΚΤ-ΔΝΤ. Αφ’ ενός οι μειώσεις (διότι, ως γνωστόν, οι αυξήσεις είναι… προτιμότερες), αφ’ ετέρου ποικίλα διεθνή σχόλια, έως και της διευθύνουσας του ΔΝΤ που συνέκρινε τους ελληνικούς με τους κατώτατους μισθούς στην Κροατία, εντέχνως καλλιεργημένα από την εγχώρια υπερβολή, τροφοδότησαν την ανασφάλεια και τον πανικό για αρχόμενη πορεία προς κατώτατους μισθούς… Βουλγαρίας.

Όμως τα στοιχεία της Eurostat δείχνουν ότι ο δρόμος για ελληνικούς κατώτατους μισθούς Βουλγαρίας είναι λίγο… μακρύς. Σύμφωνα με τα συγκριτικά στοιχεία της Eurostat για τους κατώτατους μισθούς τον Ιανουάριο του 2012 ο ονομαστικός μηνιαίος κατώτατος της Βουλγαρίας ήταν σχεδόν 138 ευρώ (σε «ισοτιμία αγοραστικής δύναμης» 272 μονάδες) ενώ στην Ελλάδα (σε δωδεκάμηνη βάση) μειώθηκε σε 684 ευρώ (719 σε ΙΑΔ). Πριν λοιπόν καταπέσει στα επίπεδα της Βουλγαρίας, θα έχει να περάσει από αυτά της Μάλτας (680 ευρώ, 872 ΙΑΔ) και της Πορτογαλίας (566 ευρώ, 642 ΙΑΔ). Αν δε εκπέσει και από την 2η κατηγορία χωρών της Ε.Ε. όπου βρίσκεται μαζί με την Σλοβενία (763 ευρώ, 902 ΙΑΔ) και την Ισπανία (748 ευρώ, 771 ΙΑΔ), των οποίων προηγούνταν πριν από τη μείωση της 14.2.2012, τότε, μόνο, κινδυνεύει να πάει για την 3η κατηγορία της Ε.Ε.

Εκεί, (εάν και όταν η Ελλάδα «υποχρεωθεί» να εκπέσει στην 3η κατηγορία των κατώτατων μισθών), θα βρει μπροστά της την Κροατία, την οποία είχε επικαλεσθεί η διευθύνουσα του ΔΝΤ. Διότι στο συγκριτικό πίνακα των κατώτατων μισθών που συντάσσει η Eurostat, και χρησιμοποιεί / αναπαράγει το ΔΝΤ, συμπεριλαμβάνονταν και οι τότε υποψήφιες προς ένταξη ή υπό ένταξη χώρες, όπως η Τουρκία (363 ευρώ, 623 ΙΑΔ) και η Κροατία (373 ευρώ, 509 ΙΑΔ), ενώ εν τω μεταξύ από 1ης Ιουλίου του 2013 η Κροατία έγινε το 28ο κράτος-μέλος της ΕΕ.

Αλλά κι από εκεί μέχρι την Βουλγαρία παρεμβάλλονται άλλα 8 κράτη-μέλη της Ευρωπαϊκής Διεύρυνσης του 2004-2007 με κατώτατους μισθούς κατά πολύ υψηλότερους της Βουλγαρίας. Είναι λοιπόν αρκετός ο δρόμος μέχρι τους κατώτατους της Βουλγαρίας… αλλά ποτέ δεν ξέρεις! Σημειωτέον δε ότι η πορεία προς μισθούς Βουλγαρίας θα ήταν ταχύτατη στην περίπτωση άτακτης χρεοκοπίας, εσπευσμένης εξόδου από το ευρώ και συνεχών υποτιμήσεων του νέου εθνικού νομίσματος που θα είχε εισαχθεί. Ιδιαίτερα όταν ως κοινωνία-οικονομία-χώρα, συλλογικά και υποσυνείδητα, επιθυμούσαμε, ελπίζαμε, ή ονειρευόμασταν ότι μόνο και μόνον επειδή εισήλθαμε στην ΕΟΚ το 1981, και στην Ευρωζώνη το 2001, θα αποκτούσαμε, αριστίνδην και ακόπως, κατώτατους μισθούς Λουξεμβούργου (1.801 ευρώ, 1.495 ΙΑΔ), Ολλανδίας (1.462 ευρώ 1.345 ΙΑΔ) ή Βελγίου (1.447 ευρώ, 1296 ΙΑΔ), ανεξαρτήτως του εάν παρήγαμε και τι παρήγαμε, ειδικά στον τομέα των «διεθνώς εμπορεύσιμων» αγαθών και υπηρεσιών.

Διότι παρά τον ορυμαγδό δηλώσεων, αντιπαραθέσεων και εκτιμήσεων για το μέλλον του ελληνικού κατώτατου μισθού δεν συζητήθηκε καθόλου από τί ακριβώς εξαρτάται το εάν έχεις κατώτατους μισθούς Βουλγαρίας ή Λουξεμβούργου. Θα ήταν, άραγε, δυνατόν αντί των μειώσεων, να νομοθετηθούν αυξήσεις, δηλαδή κατώτατος μισθός Λουξεμβούργου (1.801 ευρώ) ή έστω της συμπάσχουσας εν ευρώ και εν ΕΕ-ΕΚΤ-ΔΝΤ -αλλά για διαφορετικούς λόγους από την Ελλάδα- Ιρλανδίας (1.398 ευρώ, 1227 ΙΑΔ); Εάν έπαιρνε κανείς κατά γράμμα τις «φιλολαϊκές» διακηρύξεις των διαφόρων επιφανών διαμορφωτών της κοινής γνώμης θα μπορούσε να απαντήσει στην ανωτέρω ερώτηση ακόμη και καταφατικά! Μόνο που η απλή λογική λέει ότι ο κατώτατος (αλλά και ο μέσος μισθός) σε μία οικονομία δεν καθορίζεται από τις «φιλολαϊκές» διακηρύξεις των δημοσιολογούντων αλλά από το επίπεδο της μέσης παραγωγικότητας, και όταν υπερβαίνει αισθητά το συγκεκριμένο σημείο, αυξάνοντας το κόστος παραγωγής ανά μονάδα προϊόντος σε βαθμό που τα προϊόντα της παύουν να είναι ανταγωνιστικά, τότε δημιουργείται το φαινόμενο της ακούσιας υποαπασχόλησης των παραγωγικών πόρων, που για τους εργαζόμενους σημαίνει «ανεργία». Συνεπώς το επίπεδο των μισθών πρέπει να αντιστοιχεί στην παραγωγικότητα της εθνικής οικονομίας, προ οτιδήποτε άλλου, προκειμένου να ικανοποιείται η πρώτη και βασικότερη ανάγκη των εργαζομένων: η ανάγκη να βρίσκουν εργασία.

Η απάντηση στο ερώτημα γιατί μία χώρα με «τρόικα» και σε Μνημόνιο, όπως η Ιρλανδία, μπορεί να έχει κατώτατο μισθό σχεδόν διπλάσιο αυτού της Ελλάδας, όσο και το πόσο κατώτατο μισθό μια οικονομία μπορεί να προσφέρει στους νέους της που εισέρχονται στην αγορά εργασίας, (και σε πόσους), παραπέμπει συνεπώς στο επίπεδο της οικονομικής ανάπτυξης. Δηλαδή της διαδικασίας του να μαθαίνεις συνεχώς πως να παράγεις (και να εξάγεις) περισσότερο σύνθετα, και πλούσια σε «ενσωματωμένη ευφυΐα», προϊόντα. Ο δρόμος της ανάπτυξης περνά από την δημιουργία και αξιοποίηση των ικανοτήτων (της γνώσης, του φυσικού και του ανθρώπινου κεφαλαίου, των θεσμών) παραγωγής προϊόντων υψηλής προστιθέμενης αξίας που βελτιώνουν την κοινωνική ευημερία χωρίς να εξαντλούν το περιβάλλον. Κι όλα αυτά είναι θεμελιώδη και μετρήσιμα.

Με κριτήριο οικονομικής ανάπτυξης το σύνθετο των 5107 παραγόμενων-εξαγόμενων προϊόντων του διεθνούς εμπορίου, επί 125 χωρών την περίοδο 2001-2007 (βλ. Abdon et al, 2010), η Ιαπωνία, η Γερμανία, η Σουηδία η Ελβετία και η Φινλανδία είναι οι πέντε περισσότερο αναπτυγμένες χώρες. Η Ελλάδα βρίσκεται στην 52η θέση, ακολουθώντας την Βουλγαρία, την Ρουμανία, την Ινδία και την Κίνα. Η ταξινόμηση των προϊόντων σε κατηγορίες δείχνει ότι η Ελλάδα, παράγοντας και εξάγοντας 1060 προϊόντα, όχι μόνο δεν ανταγωνίζεται τις πλέον αναπτυγμένες παραγωγικά χώρες (Γερμανία, κλπ), αλλά συγκρίνεται με την Κίνα, την Ινδία, την Ρουμανία, την Βουλγαρία, την Πορτογαλία. Διαθέτοντας, έναντι αυτών, στο καλάθι των εξαγωγών της, συγκριτικά, τα λιγότερο σύνθετα και χαμηλότερης προστιθέμενης αξίας προϊόντα. Οι ανωτέρω δυσμενείς διαπιστώσεις αφορούν την Ελλάδα στην περίοδο της υποτιθέμενης ανάπτυξής της, το 2001-2007. Αν επιπλέον ληφθεί υπ’ όψιν ότι το ελληνικό μερίδιο στις διεθνείς εξαγωγές αγαθών και υπηρεσιών βρισκόταν το 2011 σε ποσοστό χαμηλότερο του 80% έναντι εκείνου του 2005, τότε μπορούν να γίνουν αντιληπτές η αιτία και το μέγεθος της αναντιστοιχίας μεταξύ των ονομαστικών αμοιβών που «κυνηγούσαν» τον εγχώριο πληθωρισμό, ερήμην των πραγματικών αναπτυξιακών αναγκών της οικονομίας και των (πολύ χαμηλότερων) εκείνων μισθών που θα ανταποκρίνονταν στην παραγωγική και εισοδηματική δυνατότητα της εγχώριας παραγωγής, και ως εκ τούτου θα είχαν «προφυλάξει» την χώρα από την χρεοκοπία και την κρίση επιτρέποντας την επίτευξη ισορροπίας τόσο στο ισοζύγιο εξωτερικών συναλλαγών, όσο και –κυρίως- στο επίπεδο της απασχόλησης.

Η Ελλάδα της υποτιθέμενης «ανάπτυξης» του 2000-2007 φαίνεται όχι μόνο να τα πήγε άσχημα με τα περισσότερο σύνθετα προϊόντα (μηχανολογικό εξοπλισμό, χημικά, μέταλλα, κοκ) αλλά και να «πάσχει» στα λιγότερο σύνθετα προϊόντα (ανεπεξέργαστες πρώτες ύλες, ξυλουργικά, κλωστοϋφαντουργικά, αγροτικά, κοκ). Με άλλα λόγια ο ραγδαία συρρικνωθείς τομέας των «διεθνώς εμπορευσίμων» στερείται όχι μόνο του μεγέθους αλλά και της ποιοτικής σύνθεσης που θα μπορούσε να δικαιολογήσει την σύγκλιση των μισθών με το κέντρο της ζώνης του ευρώ. Το ζήτημα ανταγωνιστικότητας και ανάπτυξης για την Ελλάδα δεν ήταν και δεν είναι ότι απλά υστερούσε και υστερεί έναντι π.χ. της Γερμανίας λόγω συγκριτικής ανατίμησης του μοναδιαίου μισθολογικού κόστους, ή λόγω ανεπαρκούς βελτίωσης της παραγωγικότητάς της. Η συρρίκνωση της παραγωγικής ικανότητας «διεθνώς εμπορευσίμων» και η καθήλωσή της σε τεχνολογίες και προϊόντα μεσαίας και χαμηλής ειδίκευσης καθορίζουν επακριβώς για μία οικονομία σαν την ελληνική το τι θέσεις εργασίας δημιουργεί, τι μισθούς μπορεί να πληρώνει, (συμπεριλαμβανομένων και των κατωτάτων μισθών), καθώς και το τι εισόδημα μπορεί να διανέμει και να αναδιανέμει.

Η μείωση του κατωτάτου μισθού ως μέσο της εσωτερικής υποτίμησης.

Η εσωτερική υποτίμηση είναι η «μεγάλη εικόνα» που θα έπρεπε να βρίσκεται στο τραπέζι διεξοδικών (και όχι συνοπτικών και επιγραμματικών) συζητήσεων μεταξύ κυβέρνησης και εκπροσώπων εργοδοτών και εργαζομένων, εάν υπήρχε παραγωγικός διάλογος για κοινωνική συνεννόηση και για συντεταγμένη πολιτική προς αντιμετώπιση της ανταγωνιστικής και παραγωγικής κατάρρευσης που χαρακτηρίζει την ελληνική οικονομία. «Εσωτερική» γιατί η χώρα, επιλέγοντας την προσαρμογή σε συνθήκες ευρώ, δεν έχει τη δυνατότητα νομισματικής («εξωτερικής») υποτίμησης όπως στις δεκαετίες του 1980 και του 1990. «Υποτίμηση» γιατί ακόμη και πριν από την «τεχνική» χρεοκοπία του 2010, ήδη από το 2009, το αυξανόμενο έλλειμμα ανταγωνιστικότητας οδηγούσε σε μείωση του επιπέδου εισοδήματος και του ΑΕΠ, δηλαδή σε «υποτίμησή» τους. H εσωτερική υποτίμηση μισθών στην χώρα μας άρχισε το έτος 2010 ακολουθώντας το «παράδειγμα» της Λετονίας, η οποία αν και δεν ανήκει στην ευρωζώνη, έχοντας συνδέσει το νόμισμά της σταθερά με το ευρώ, αντί να κάνει νομισματική υποτίμηση, είχε προχωρήσει σε εσωτερική υποτίμηση, την οποία ο τότε διευθυντής του EFSF (νυν και του ESM) θεωρούσε υποδειγματική για χώρες της ευρωζώνης – και για την Ελλάδα. Το ζήτημα, λοιπόν, δεν είναι εάν θα γινόταν, αλλά το πώς θα γινόταν. H εσωτερική υποτίμηση των τιμών και των παραγωγικών εισροών συνιστούσαν εξ ίσου κρίσιμες και εκκρεμείς πλευρές όσο και η εσωτερική υποτίμηση μισθών. Αυτό όμως «διέλαθε» της προσοχής όλων των υπευθύνων για τις αποφάσεις οικονομικής πολιτικής της εποχής εκείνης οι οποίοι, μέχρι και σήμερα ακόμη, έχουν επικεντρωθεί αποκλειστικά στις αμοιβές της εξαρτημένης εργασίας, ουσιαστικά αγνοώντας τις τιμές των άλλων παραγωγικών εισροών. (Πρόκειται φυσικά για «αβλεψία εκ προθέσεως». Η εσωτερική υποτίμηση στις άλλες αγορές, πέραν εκείνης της εργασίας, απαιτούσε πλήρη απελευθέρωσή τους, πράγμα που θα δημιουργούσε ισχυρές αναταράξεις στις, ήδη διαταραγμένες, σχέσεις των κομματικών μηχανισμών με τις κομματικές πελατείες τους).

Η εσωτερική υποτίμηση κατέστη αναπόφευκτη λόγω της συμμετοχής της ελληνικής οικονομίας στην ευρωζώνη και, κυρίως, λόγω της πολυετούς «εσωτερικής ανατίμησης» και αντιπαραγωγικής αποδιάρθρωσης που έλαβε χώρα στην Ελλάδα στη διάρκεια της πρώτης δεκαετίας του ευρώ (βλ. Ιωάννου, 2013). Όταν, δηλαδή, η διαμόρφωση των μισθών βασιζόταν στο ανέμελο «κυνήγι» του εγχώριου πληθωρισμού, στην γοητευτική αυταπάτη της ευρωπαϊκής σύγκλισης και στην σχεδόν πλήρη αποσύνδεση των αμοιβών από την πορεία της παραγωγικότητας. Στον αντίποδα αυτού που την ίδια ακριβώς στιγμή συνέβαινε στην Γερμανία, αλλά και μακράν όσων συνέβαιναν σε Ισπανία, Ιρλανδία και Πορτογαλία, όπου η σύνδεση της διαμόρφωσης των μισθών με την παραγωγικότητα ήταν μεν ασθενέστερη της Γερμανίας, αλλά όχι τόσο όσο στην Ελλάδα.

Η εξ αιτίας αυτού, αναπόφευκτη και επιβαλλόμενη, εσωτερική υποτίμηση, βεβαίως, δεν είναι εύκολη υπόθεση. Όπως έγραφε ο Κέυνς το 1925 (Keynes, 1925: 10-13) στο The Economic Consequences of Mr. Churchill, σε ανάλογη περίπτωση όταν ο τότε υπουργός Οικονομικών της Μεγάλης Βρετανίας είχε αποφασίσει την επιστροφή της βρετανικής λίρας στον «κανόνα χρυσού» με υπερτιμημένη ισοτιμία, και μέσω αυτού παρωθούσε προς την εσωτερική υποτίμηση μισθών και τιμών, «οι σύμβουλοί του θα έπρεπε να τον ενημερώσουν» ότι η επιλογή του «σίγουρα περιλαμβάνει ανεργία και συγκρούσεις».

Οι τεχνικές εκθέσεις του ΔΝΤ και της Ε.Ε. που συνόδευαν την έγκριση του Μνημονίου ΙΙ /Δανείου, όπου η ελεγχόμενη εσωτερική υποτίμηση κατέστη ρητά πρωταρχικός και κρίσιμος στόχος για την επιτυχία του τότε νέου προγράμματος, και κυρίως η έκθεση του ΔΝΤ, ήταν αποκαλυπτικές όσον αφορά τις δυσκολίες του εγχειρήματος και τον υψηλό «κίνδυνο ατυχήματος» που διατρέχουν το πρόγραμμα και η Ελλάδα. Οι δύο εκθέσεις αποτελούσαν τις τεχνικά πληρέστερες αποτυπώσεις των πρόσφατων οικονομικών δεδομένων της χώρας και της δυναμικής τους. Κυρίως η έκθεση του ΔΝΤ, η οποία καλούνταν να απαντήσει, μεταξύ άλλων, και σε τεχνικές και πολιτικές ενστάσεις και αντιρρήσεις εκπροσώπων τρίτων χωρών (Βραζιλίας, Κίνας, Ρωσίας, ΗΠΑ), οι οποίοι δεν δεσμεύονται από την μονομέρεια του «υπαρκτού ευρωπαϊσμού». Γι’ αυτό περιείχαν, διπλωματικά διατυπωμένες, μετριοπαθείς και πραγματιστικές εκτιμήσεις για το 2ο ελληνικό πρόγραμμα.

Δύο ήταν τα κύρια σημεία ως προς τον υψηλό «κίνδυνο ατυχήματος». Πρώτον ότι παρά το παγκόσμιο ρεκόρ στο ύψος της αναδιάρθρωσης του ελληνικού χρέους, αυτό θα διατηρηθεί σε υψηλά επίπεδα, οριακής βιωσιμότητας, επί σειρά ετών. Η οριακή βιωσιμότητα συνδέεται με φιλόδοξους στόχους δημοσιονομικής προσαρμογής και εσόδων από τις αποκρατικοποιήσεις. Προϋποθέτει δε εφαρμογή ενός ιδιαίτερα αισιόδοξου προγράμματος διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων. Η ελάχιστη απόκλιση από τα φιλόδοξα και αισιόδοξα θεωρείται ότι θα ενεργοποιήσει την ανάγκη νέας στήριξης από τους Ευρωπαίους εταίρους της Ελλάδας και νέα αναδιάρθρωση του χρέους της.

Δεύτερον, η συνάρτηση της επιτυχίας του προγράμματος από την επιτυχία του, πρωταρχικού έκτοτε, στόχου της εσωτερικής υποτίμησης. Κι εκεί η τεχνική έκθεση του ΔΝΤ υποχρεωνόταν να αναζητήσει μαθήματα από άλλες εμπειρίες εσωτερικής υποτίμησης και να προχωρήσει σε συγκριτικές αξιολογήσεις συμπεραίνοντας ότι «οι περιπτώσεις των άλλων χωρών (Ολλανδία 1980, Γερμανία 1990 και 2000, Χονγκ Κονγκ 1997, Αργεντινή 1998, χώρες Βαλτικής 2008, Ιρλανδία 2009) προσφέρουν ένα χρήσιμο πλαίσιο για τη δυνητική μακροοικονομική προοπτική της Ελλάδας, παρά το ότι οι αρχικές συνθήκες της χώρας δεν δείχνουν ευνοϊκές σε σχέση με την προηγούμενη διεθνή εμπειρία. Οι περισσότερες των προϋποθέσεων επιτυχίας απουσιάζουν από την Ελλάδα». Και κατέληγε: «Από την αρχή της κρίσης η Ελλάδα συνδύαζε διψήφιο δημοσιονομικό έλλειμμα και έλλειμμα στο ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών, υψηλό επίπεδο δημόσιου χρέους, υψηλά αρνητική διεθνή επενδυτική θέση, μικρή εξαγωγική βάση, βαθιά ριζωμένες διαρθρωτικές ακαμψίες στις αγορές εργασίας, προϊόντων και υπηρεσιών, και ένα τεταμένο και ασταθές κοινωνικό και πολιτικό σκηνικό. Αυτό σημαίνει ότι η πολιτική βούληση και η τολμηρή εμπροσθοβαρής εφαρμογή των μεταρρυθμίσεων είναι απολύτως κρίσιμες για να λειτουργήσει η εσωτερική υποτίμηση στην Ελλάδα, και ότι συνεχής ευρείας κλίμακας επίσημη στήριξη θα απαιτηθεί για την ανακούφιση στην οδυνηρή διαδικασία προσαρμογής» (IMF, 2012:48).

Στο 2ο Μνημόνιό της η ελληνική κυβέρνηση δεσμεύεται «να στοχεύσει σε μείωση του ανά μονάδα κόστους εργασίας κατά 15% στη διάρκεια του προγράμματος» (IMF, 2012:122, para 29). Στην τεχνική έκθεση του ΔΝΤ ο στόχος εξειδικεύεται σε συνεχείς μειώσεις του μοναδιαίου κόστους εργασίας έως το 2015. Η μεγαλύτερη μείωση επιδιώκεται για το 2012, κατά -8,6%, έναντι πραγματοποιήσεων -0,4% το 2010, -2,8% το 2011 και στόχων 2013: -1,6%, 2014: -1,9%, 2015: -0,7% (IMF, 2012: 73, Table 9). Εξ ου και τα άμεσα μέτρα τα οποία τέθηκαν σε εφαρμογή και αφορούσαν κατώτατους μισθούς, συλλογικές συμβάσεις εργασίας και συλλογικές διαπραγματεύσεις, αλλάζοντας ριζικά το σκηνικό διαμόρφωσης των μισθών (IMF, 2012:122-123).

Ο επιστημονικός διευθυντής του ΔΝΤ γράφοντας, στις 19.3.2012, για τη «λογική και την αμεροληψία του ελληνικού προγράμματος», αφού σημείωσε ότι «υπάρχουν δύο τρόποι για να γίνει κάποιος ανταγωνιστικός: είτε να γίνει πιο παραγωγικός, είτε να μειώσει μισθούς και κόστη που δεν σχετίζονται με τη μισθοδοσία» υποστήριξε ότι επειδή τα αποτελέσματα αύξησης της παραγωγικότητας «δεν θα τα δούμε σύντομα»… «αυτό μας αφήνει με τις μειώσεις των μισθών, τουλάχιστον μέχρι να αρχίσει η υψηλότερη παραγωγικότητα» (Blanchard, 2012).

Το ζήτημα των μισθών, όμως, δεν ετέθη μόνον εξωγενώς αλλά και ενδογενώς. Κατά κανόνα οι επιχειρήσεις, πιεζόμενες πολλαπλά από τις επιπτώσεις της κρίσης, διερευνούσαν τρόπους μείωσης του μισθολογικού κόστους και ειδικότερα μείωσης των ονομαστικών μισθών. Το τι και το πώς μπορούσε να γίνει κάτι τέτοιο αναζητούνταν στην αποκωδικοποίηση των ρυθμίσεων και των προβλέψεων της Πράξης Υπουργικού Συμβουλίου 6/28.2.2012 για τα εργασιακά – μισθολογικά. Ως συνέπεια, το υπάρχον σύστημα συλλογικών συμβάσεων εργασίας, συλλογικών διαπραγματεύσεων και κοινωνικού διαλόγου υπέστη ριζικές αλλαγές και ενδεχομένως δεν θα ξαναλειτουργήσει ποτέ ξανά όπως λειτουργούσε. Η 15η Μαΐου 2012, όταν πλέον κατέστη δυνατόν να αρχίσει να ασκείται μονομερώς το νομοθετηθέν δικαίωμα μείωσης των μισθών έναντι των συλλογικών συμβάσεων των οποίων είχε λήξει η ισχύς και η λεγόμενη «μετενέργεια», αποτελεί χρονικό ορόσημο για τις εργασιακές σχέσεις στη χώρα μας. Εν τω μεταξύ, ήδη πριν από τον Μάιο του 2012 υπερέβαιναν τις 200, κι αυξάνονταν ταχύτατα, οι επιχειρησιακές συλλογικές συμβάσεις εργασίας (αρκετές παλιές αλλά περισσότερες νέες) όπου συμφωνούνταν μειώσεις μισθών κατά 10%-20%. Αυτές πλέον έχουν πολλαπλασιασθεί και υπερβεί τις 1500 (βλ. Ιωάννου και Παπαδημητρίου, 2013) -έχουν δηλαδή επταπλασιαστεί έναντι της προηγούμενης περιόδου.

Σε αυτήν την έκτακτη διαδικασία προσαρμογής και εσωτερικής υποτίμησης, η οποία σε σημαντικό βαθμό ήταν και συγκρουσιακή, έλειψε παντελώς η ψύχραιμη συζήτηση σχετικά με το ποιοι παράγοντες συμβάλλουν, και πώς, στη διαμόρφωση των μισθών. Ουδείς ασχολήθηκε, έστω και ελάχιστα, με το θεμελιώδους σημασίας ερώτημα εάν, πώς και με ποια διαδικασία, λαμβάνοντας ως δεδομένο την αδήριτη ανάγκη επιβίωσης των ελληνικών επιχειρήσεων, θα έπρεπε να προσδιορίζονται οι ανάλογοι «αποτελεσματικοί» ελληνικοί μισθοί. Εάν η πορεία των μισθών εξαρτάται από την πορεία των παραγωγικοτήτων, (που φυσικά εξαρτάται) η διατήρηση και η αύξηση της παραγωγικότητας της εργασίας (κι όχι μόνο αυτής), θα έπρεπε να είναι κεφάλαιο του διαλόγου και τμήμα των προτεινόμενων λύσεων που θα προέκυπταν από αυτόν. Όμως δεν ήταν διότι απουσίαζε η πραγματική βούληση να αντιμετωπισθούν τα υπαρκτά προβλήματα.

Αντί επιλόγου: Προς αναζήτηση Μισθών Παραγωγικής Συμμαχίας

Οι εργασιακές-μισθολογικές ρυθμίσεις του ν. 4046/2012, η 6η Πράξη Υπουργικού Συμβουλίου για την εφαρμογή τους και η σχετική Ερμηνευτική Εγκύκλιος του υπουργείου Εργασίας εμπέδωσαν την επιβολή των τεκτονικών αλλαγών στο σύστημα διαμόρφωσης των μισθών στην Ελλάδα, επιταχύνοντας την εσωτερική υποτίμηση των αμοιβών στις αγορές εργασίας.

Έως το 2010, σχεδόν 70% των ιδιωτικών επιχειρήσεων και των απασχολουμένων ήταν, όσον αφορά τη διαμόρφωση των μισθών, «λήπτες τιμών», (για ονομαστικούς μισθούς και ημερομίσθια), μέσω του συνδυασμού 200 Κλαδικών και Επαγγελματικών συλλογικών συμβάσεων εργασίας, που υπογράφονταν μεταξύ εργοδοτικών και εργατικών ενώσεων κατά κλάδο ή επάγγελμα. Επιπλέον 200 μεγάλες επιχειρήσεις συνδιαμόρφωναν με επιχειρησιακές συλλογικές συμβάσεις εργασίας, γι’ αυτές ή για μεμονωμένες παραγωγικές μονάδες τους, όρους αμοιβής και εργασίας ευνοϊκότερους των κλαδικών και των επαγγελματικών. Κι ένας μεγάλος αριθμός από αυτές, για να συναφθούν, προϋπέθεταν τις υπηρεσίες Μεσολάβησης και Διαιτησίας.

Αυτές οι νομοθετικές παρεμβάσεις δημιούργησαν στις κλαδικές, επαγγελματικές και επιχειρησιακές εκπροσωπήσεις επιχειρήσεων και εργαζομένων, εν μέσω εγχώριας παραγωγικής κατάρρευσης, οικονομικής και χρηματοπιστωτικής συρρίκνωσης και ανερχόμενης ανεργίας, βιοτική ανασφάλεια, αβεβαιότητα και συγκρουσιακό περιβάλλον όσον. Μέσα σε αυτές τις συνθήκες η επιβίωση – διατήρηση – ανασύνθεση κλαδικών και επαγγελματικών συλλογικών συμβάσεων δοκιμάζεται σοβαρά. Το κέντρο βάρους του καθορισμού των μισθών μετατίθεται ραγδαία προς τις επί μέρους επιχειρήσεις. Εργοδότες και εργαζόμενοι προκαλούνται να επαναπροσδιορίσουν και να επαναρυθμίσουν τους όρους αμοιβής κι εργασίας. Όχι πλέον, ή όχι κυρίως, ως απλοί «λήπτες» μισθών από κλαδικές και επαγγελματικές συλλογικές συμβάσεις εργασίας (που έληξαν, λήγουν ή θα λήξουν), αλλά, ως επί το πλείστον, μέσω αποκεντρωμένων συλλογικών συμβάσεων σε επίπεδο επιχειρήσεων ή παραγωγικών μονάδων. Ή ακόμη και μέσω ατομικών συμβάσεων εργασίας.

Κι εκεί αρχίζουν τα δύσκολα: αναζητείται μία νέα ισορροπία στο σύστημα διαμόρφωσης των μισθών, καθώς, εν μέσω δυσμενέστατων οικονομικών συνθηκών ελεγχόμενης χρεοκοπίας, απαιτείται «αποτελεσματική διαπραγμάτευση για αποτελεσματικούς μισθούς» που να αντιμετωπίζουν την αμοιβή ταυτόχρονα και ως κόστος και ως εισόδημα. Ώστε να εξυπηρετούν εκ παραλλήλου και την βιωσιμότητα των επιχειρήσεων και την μέγιστη δυνατή διατήρηση των θέσεων εργασίας και το εισόδημα των εργαζομένων. Λαμβάνοντας επί πλέον υπ’ όψιν την ανάγκη διατήρησης της αξίας του «ανθρωπίνου κεφαλαίου», δηλαδή του πιο σημαντικού αλλά και πιο «ευαίσθητου» παραγωγικού συντελεστή, ο οποίος απομειώνεται, ατροφεί ή διαφεύγει στο εξωτερικό όταν δεν αξιοποιείται ή όταν υποαμείβεται.

Σε αυτήν την διαδικασία οι συγκρούσεις, ατομικές και συλλογικές, μικρές, μεσαίες, μεγάλες, είναι αναπόφευκτες. Όχι μόνο λόγω της απουσίας παράδοσης διαλόγου και συναινέσεων, αλλά λόγω και εξωγενών -ως προς το σύστημα διαμόρφωσης των μισθών- παραγόντων: ρευστότητα στις επιχειρήσεις, έκτακτη φορολογία μισθών, ψευδεπίγραφες δημόσιες υπηρεσίες «κοινωνικού μισθού» κ.λπ. Υπάρχουν, όμως, συγκρούσεις καταστροφικές και συγκρούσεις δημιουργικές. Ως δημιουργικές θα κριθούν, απολογιστικά, όσες καταλήξουν στην υιοθέτηση και εφαρμογή μίας πολιτικής μισθών η οποία θα αντιμετωπίζει τους κλάδους, τα επαγγέλματα και κυρίως τις επιχειρήσεις ως «παραγωγικές συμμαχίες», οι οποίες μπορούν να βγουν οι ίδιες και να βγάλουν και όλους εμάς από την χρεοκοπία. Ιδιαίτερα εκείνες του τομέα των «διεθνώς εμπορευσίμων» αγαθών και υπηρεσιών.

Η επιτυχής δημιουργία ενός «διάχυτου» αλλά και λειτουργικού συστήματος εργασιακών σχέσεων, άλλωστε, αποτελεί αναγκαιότητα της οικονομικής πολιτικής λαμβανομένων υπ’ όψιν των προκλήσεων που θα αντιμετωπίσει η ελληνική οικονομία στην συνέχεια. Με την ένταξή της στην ευρωζώνη όχι μόνο στερήθηκε την δυνατότητα άσκησης δικής της νομισματικής πολιτικής αλλά και δεσμεύθηκε να ακολουθεί μία νομισματική πολιτική η οποία, εξ αντικειμένου, λόγω του άνισου ειδικού βάρους των χωρών-μελών, «ζυγοσταθμίζεται» όχι με κέντρο τις ελληνικές ανάγκες αλλά την οικονομική συγκυρία όπως καθορίζεται από τις «φάσεις», κυρίως, των οικονομιών της Γερμανίας και της Γαλλίας οι οποίες διανύουν τον «επιχειρηματικό κύκλο» τους με διαφορετικό χρονισμό από εκείνον της Ελλάδος. Αυτό σήμερα, στην περίοδο των σχεδόν μηδενικών επιτοκίων της ΕΚΤ, μπορεί να μην έχει ιδιαίτερη σημασία, αλλά φάνηκε πόσο μεγάλη σημασία είχε για την ελληνική οικονομία στην προηγούμενη περίοδο όπου τα αρνητικά πραγματικά επιτόκια –που προκαλούνταν από την πολιτική της ΕΚΤ σε συνδυασμό με τον υψηλό εγχώριο πληθωρισμό- δημιούργησαν την «υπερθέρμανση» που οδήγησε στην κρίση.

Εφ’ όσον η Ελλάδα παραμένει στην ευρωζώνη, η σημασία του θα φανεί, επίσης, στο μέλλον εάν σε κάποια στιγμή, μετά την κρίση, ενώ ο ελληνικός «επιχειρηματικός κύκλος» βρίσκεται σε «χαμηλό σημείο», η Γαλλία και η Γερμανία συναντήσουν ισχυρές πληθωριστικές πιέσεις και η ΕΚΤ αντιδράσει αυξάνοντας τα επιτόκιά της σε υψηλό επίπεδο. Σε αυτήν, λοιπόν, την –υποθετική μεν, πιθανή δε- περίπτωση, η ελληνική οικονομία θα κινδυνεύσει και πάλι, με πιστωτική ασφυξία (όπως συμβαίνει σήμερα). Το τραγικό βεβαίως είναι ότι λόγω της προηγούμενης χρεοκοπίας δεν θα είναι δυνατόν να χρησιμοποιήσει ούτε και το εργαλείο της δημοσιονομικής πολιτικής, εργαλείο το οποίο για πολλά χρόνια, ή ίσως και δεκαετίες, κινδυνεύει να μείνει ανενεργό για την Ελλάδα. Σε τέτοιες περιπτώσεις, όπου η ελληνική οικονομία θα στερείται παντελώς εργαλείων οικονομικής πολιτικής, η ελπίδα της να ανταποκρίνεται σωστά και να αντιπαρέρχεται γρήγορα τους «ασύμμετρους κλονισμούς» είναι μία και μοναδική: ή ύπαρξη μίας βέλτιστης «ευελιξίας» στις αγορές της ώστε αυτές να προσαρμόζονται τάχιστα στις μεταλλασσόμενες συνθήκες.

Βεβαίως θα αντιτείνει κανείς ότι είναι πολύ αισιόδοξο να οραματιζόμαστε «βέλτιστη ευελιξία» για την ελληνική οικονομία την στιγμή που είναι γνωστό ότι αυτή είναι μία από τις πλέον «αγκυλωμένες» διεθνώς, πράγμα άλλωστε που αποτελεί και την βαθύτερη αιτία της αποτυχίας της. Πλην όμως, ένας παρόμοιος ισχυρισμός παραβλέπει τις αλλαγές που έχει επιφέρει ήδη σε αυτήν η κρίση, διαρρηγνύοντας σε πολύ μεγάλο βαθμό τους δεσμούς του ιδιωτικού τομέα με την κρατική χρηματοδότηση (που αποτέλεσε μία από τις βασικές αιτίες των «ακαμψιών» και της «αρτηριοσκλήρωσής» του), και αναγκάζοντας την ιδιωτική πρωτοβουλία να στραφεί, πλέον, προς την αυτενέργεια και την πραγματική οικονομία της αγοράς. Αυτό είναι ίσως και ένα ορατό θετικό αποτέλεσμα της «εσωτερικής υποτίμησης», για την οποία μεγάλο πλήθος σχολιαστών αποφαίνεται εμφατικά ότι «έχει αποτύχει» επικαλούμενη τα ποσοστά ανεργίας και μείωσης του ΑΕΠ. Η άποψη αυτή, βεβαίως, αποτελεί μία πλάνη, ή ένα ψεύδος, για δύο λόγους: πρώτον διότι προϋποθέτει την παραδοχή πως η «εσωτερική υποτίμηση» υπήρξε μία «επιλογή» η οποία θα μπορούσε να είχε αποφευχθεί, πεποίθηση που είναι προϊόν της άγνοιας για το πώς λειτουργεί πραγματικά η οικονομία. Δεύτερον, διότι συγκρίνει το παρόν με το παρελθόν, τότε δηλαδή που έμπαιναν οι βάσεις της καταστροφής, και όχι με την εναλλακτική υπόθεση, δηλαδή το πόσο θα ήταν σήμερα η ανεργία και το ΑΕΠ εάν είχε συνεχισθεί η έως το 2010 εφαρμοζόμενη πολιτική.

Δυστυχώς, στον υπαρκτό κόσμο, η εσωτερική υποτίμηση αποτελεί μία αναπότρεπτη και άφευκτη αναγκαιότητα για την ελληνική οικονομία και η μόνη σωστή αντιμετώπισή της θα ήταν να οργανωθεί μεθοδευμένα, πράγμα όμως που, όπως ίσως ήταν αναμενόμενο, απέφυγε, ή απέτυχε, να πράξει η ιθύνουσα τάξη της χώρας. Εν τούτοις θα πρέπει να ειπωθεί ότι αυτή η «νομοτελειακή» αλλά και «κολοβή» εσωτερική υποτίμηση μέχρι στιγμής είχε, δεδομένων των περιορισμών που δημιουργούσε η αντικειμενική πραγματικότητα της ταυτόχρονης δημοσιονομικής πτώχευσης και της παραγωγικής κατάρρευσης, «θετικό» ισοζύγιο αποτελεσμάτων: το ότι η Ελλάδα είναι ακόμη μέλος της ευρωζώνης καθώς και ότι η κοινωνία της δεν έχει διαλυθεί στα εξ ών συνετέθη, οφείλεται σε μεγάλο βαθμό στην «εσωτερική υποτίμηση» η οποία, ουσιαστικά, αποτελεί τον «σκληρό πυρήνα» του σταθεροποιητικού προγράμματος. Και η οποία, σε ελεύθερη ερμηνεία, σημαίνει ότι όταν είσαι χρεοκοπημένος και απειλείσαι με οριστική έξωση από την αγορά και με παύση εργασιών, σου δίνεται η δυνατότητα να παραμείνεις σε αυτήν, ενεργά, περιορίζοντας την αμοιβή σου στο ύψος των πραγματικών σου δυνατοτήτων, ώστε να κερδίσεις έτσι την ευκαιρία να προσπαθήσεις για κάτι καλύτερο χωρίς να είσαι τελεσίδικα καταδικασμένος στην καταστροφή. Πράγμα που ισχύει τόσο για μεμονωμένους εργαζόμενους όσο και για ολόκληρες επιχειρήσεις.

Αυτή είναι η ευκαιρία επιβίωσης που της δόθηκε και που πρέπει να αδράξει η ελληνική οικονομία. Το κυρίως θέμα μιας σοβαρής πολιτικής μισθών, άλλωστε, δεν είναι εάν οι ελληνικοί κατώτατοι μισθοί, που αφορούν τους ανειδίκευτους εργαζόμενους, είναι «υψηλοί» ή «χαμηλοί». Αν η ανταγωνιστικότητα της οικονομίας κρινόταν στους ανειδίκευτους τότε «δεν θα υπήρχε ελπίς». Το κυρίως θέμα είναι εάν, και πώς, η εγχώρια διμερής διαδικασία προσδιορισμού των μισθών, και το επίπεδό τους, συνδέουν την διάρθρωσή τους με την ειδικευμένη και ανταγωνιστική παραγωγή και εάν, και πως, στη «μικρή» και «ανοικτή» οικονομία μας οι μισθοί θα λειτουργήσουν «αποτελεσματικά» για την εγχώρια δημιουργία «διεθνώς εμπορευσίμων» αγαθών και υπηρεσιών. Ώστε, τόσο οι τρέχοντες όσο και οι εν δυνάμει παραγωγοί, δηλαδή όσοι έχουν ή αναζητούν εργασία είτε ως μισθωτοί είτε ως επιχειρηματίες, να καθίστανται και να παραμένουν οικονομικά ενεργοί αντί να συνθλίβονται από την ανεργία.

Βιβλιογραφικές Αναφορές:

Διεθνείς

Abdon Α. et al. (2010), Product Complexity and Economic Development, Levy Economics Institute, Working Paper No. 616

Blanchard, O. (2012) The Logic and Fairness of Greece’s Program, March 19, 2012, http://blog-imfdirect.imf.org/2012/03/19/the-logic-and-fairness-of-greeces-program/#comment-8949.

Cook M.L. (2008), The Politics of Labor Reform in Latin America, Between Flexibility and Rights, Penn State University Press.

Corsetti G.- Pesaran H. (2012), Beyond fiscal federalism: What will it take to save the euro? http://www.voxeu.org/article/beyond-fiscal-federalism-what-will-it-take-save-euro

Duval G. (2013), Made in Germany, Seuil.

EC (2012) Alert Mechanism Report, Report prepared in accordance with Articles 3 and 4 of the Regulation on the prevention and correction of macro-economic imbalances, COM (2012) 68 final Brussels, 14.2.2012

EUCO (2011), “The Euro Plus Pact: Stronger Economic Policy Coordination for Competitiveness and Convergence”, Brussels, 20 April 2011. Conclusions from the 24/25 March 2011 European Council.

IMF (2000), Argentina, Memorandum of Economic Policies of the government of Argentina, February 14, 2000.

IMF (2012), Greece: Request for Extended Arrangement under the Extended Fund Facility—Staff Report; Staff Supplement; Press Release on the Executive Board Discussion; and Statement by the Executive Director for Greece, March 2012, IMF Country Report No. 12/57

Keynes J. M. (1925) The Economic Consequences of Mr. Churchill, (London: XXX).

Schäuble W. (2013), Ignore the doomsayers: Europe is being fixed, Financial Times, 16 September.

Ελληνικές

Επιθεώρησις Εργατικού Δικαίου (2012), Οι εργασιακές σχέσεις στην εποχή των μνημονίων. Το εργατικό δίκαιο μετά και το Μνημόνιο ΙΙ, Τόμος 71ος , Τεύχος 9 (1701), 1 και 15/5/2012, σελ. 521-720.

Ιωάννου Χρ. (2011) Τεκτονικές Αλλαγές στο Σύστημα Διαμόρφωσης των Μισθών, σε Αφιέρωμα στην Ελληνική Οικονομική Κρίση, Επιθεώρηση Κοινωνικών Ερευνών, Αθήνα, τεύχ. 134-135, Α-Β, ΕΚΚΕ 2011.

Ιωάννου Δ. και Ιωάννου Χρ. (2013), Θύμα Λιτότητας η Ελλάδα ή “Ολλανδικής Ασθένειας;” Foreign Affairs, The Hellenic Edition, Αύγουστος- Σεπτέμβριος  2013, Τεύχος 18,  σελ. 40-54.

Ιωάννου Χρ. και Παπαδημητρίου Κ. (2013), Οι  Συλλογικές Διαπραγματεύσεις στην Ελλάδα τα έτη 2011 και 2012: Τάσεις, Τομές και Προοπτικές,  Οργανισμός Μεσολάβησης Διαιτησίας,   Αθήνα,  Απρίλιος 2013.

Μουρίκη Αλ. (2012) Στον βωμό της ανταγωνιστικότητας: η απορρύθμιση της αγοράς εργασίας και των εργασιακών σχέσεων την περίοδο 2010-2012 και οι επιπτώσεις της, σελ. 55 – 88, σε Μουρίκη Α. και άλλοι (επιμ.) Το Κοινωνικό Πορτραίτο της Ελλάδας -2012, ΕΚΚΕ, Αθήνα.

1 Οικονομολόγος.

2 Οικονομολόγος (Ph.D), Μέλος του Σώματος Μεσολαβητών (ΟΜΕΔ).

3 Βλ. Επιθεώρησις Εργατικού Δικαίου (2012), σχετικό αφιέρωμα.

4 Κρίσιμες συστημικές αλλαγές είναι επίσης η κατάργηση της δυνατότητας μονομερούς προσφυγής στην Διαιτησία, την οποία προσφυγή ασκούσαν κατά κανόνα εργατικές συνδικαλιστικές οργανώσεις, με σύστημα Διαιτησίας που λειτούργησε στην Ελλάδα σε δύο παραλλαγές, αρχικά το 1955-1990 και εν συνεχεία το 1992-2011, καθώς και η αναστολή (προσωρινή κατάργηση) σε όλη την διάρκεια του Μεσοπρόθεσμου Προγράμματος Δημοσιονομικής Προσαρμογής (αρχικά ήταν έως το 2015, και με τον ν. 4093/12 παρετάθη έως το 2016) της δυνατότητας επέκτασης με υπουργική απόφαση των συλλογικών συμβάσεων κλάδων και επαγγελμάτων σε επιχειρήσεις και εργαζόμενους που δεν είναι μέλη των οργανώσεων που την συνήψαν.

5 Από τα ανωτέρω προκύπτει σαφώς ότι «φιλεργατική» και «φιλολαϊκή» πολιτική δεν μπορεί να είναι εκείνη η οποία πλειοδοτεί σε «προσφορές» χωρίς να ενδιαφέρεται για τις μακροπρόθεσμες αρνητικές συνέπειες που εξ αιτίας αυτών θα υποστούν οι εργαζόμενοι.

6 Σημειωτέον ότι στους διαφορετικούς δρόμους Αργεντινής και Βραζιλίας, στην αντιμετώπιση της χρεοκοπίας και των προγραμμάτων του ΔΝΤ οι σχέσεις με τον κόσμο της εργασίας ήταν κρίσιμες και διαφορετικές, λόγω και των διαφορετικών ενδογενών πολιτικών προϋποθέσεων. Η Βραζιλία του τότε νεοεκλεγέντος Λούλα επέλεξε πραγματισμό έναντι της κοινωνίας και των αγορών, ενώ η Αργεντινή ήρθε αντιμέτωπη με παράδοση μισού αιώνα Περονισμού (δομημένου λαϊκισμού) και την εμμονή του στην σύνδεση του νομίσματός της με το δολάριο (convertibilidad).

Advertisements