Η «διαρθρωτική κατάρρευση» της Ελληνικής οικονομίας

by ggeorgan

Δημήτρης Α. Ιωάννου

σύνδεσμος δημοσίευσης

15 Μαρτίου 2013

Όπως δείχνει η διεθνής εμπειρία (και παρουσιάζουν με πολύ γλαφυρό τρόπο οι Reinhart-Rogoff 1), όταν μία χώρα χρεοκοπεί η απομείωση του χρέους (haircut) είναι τις περισσότερες φορές αναπόφευκτη. Πράγμα που συνεπάγεται απώλεια για τους πιστωτές. Στην περίπτωση όμως της Ελλάδας το 2010 το πρόβλημα ήταν πιο σύνθετο. Τυχόν απώλειες των πιστωτών, δηλαδή κυρίως των ευρωπαϊκών τραπεζών, θα δημιουργούσαν κινδύνους οι οποίοι ήταν αδύνατον την συγκεκριμένη στιγμή να σταθμισθούν και να εκτιμηθούν σε όλες τους τις διαστάσεις, λαμβανομένων υπ’ όψιν τόσο της διεθνούς οικονομικής συγκυρίας όσο και του γεγονότος ότι η Ελλάδα ήταν μέλος μίας νομισματικής ένωσης, η οποία δεν διέθετε μηχανισμούς αντιμετώπισης παρομοίων κρίσεων. Ο κίνδυνος δεν ήταν απλά μία επιδείνωση της οικονομικής συγκυρίας αλλά η κατάρρευση της ίδιας της νομισματικής ένωσης. Υπό τις συνθήκες αυτές είναι απολύτως φυσικό η πολιτική που θα επιλεγεί να ιεραρχεί τους κινδύνους αναλόγως της σοβαρότητάς τους. Ο ισχυρισμός ότι οι Ευρωπαίοι και οι διεθνείς διασώστες της Ελλάδας όφειλαν να επιλέξουν μία πολιτική η οποία θα είχε σαν στόχο να συνεχίσει η ελληνική οικονομία να συμπεριφέρεται ως μία οικονομία με ΑΕΠ 310 δισεκατομμυρίων ευρώ, (γιατί σε αυτό το επίπεδο την τοποθετούσε η κατανάλωσή της, την στιγμή που η πραγματική παραγωγική δυναμικότητά της δεν έφτανε ούτε τα 200), προκειμένου να μην υπάρξει «ύφεση», δεν είναι απλά βλακώδης, είναι παρανοϊκή. Πρώτον διότι, όπως είναι απολύτως φυσιολογικό, μέλημα των ξένων πιστωτών δεν ήταν η ευημερία των Ελλήνων πολιτών αλλά η διάσωση των δικών τους οικονομιών από τις επιπτώσεις της ελληνικής χρεοκοπίας (ή για να είμαστε πιο ακριβολόγοι, από τις επιπτώσεις της ελληνικής ανευθυνότητας). Και δεύτερον διότι και για όσους είχαν ως κύριο και αποκλειστικό μέλημά τους τα ελληνικά συμφέροντα θα ήταν απολύτως παράλογο και καταστροφικό να υποστηρίξουν και να επιδιώξουν την συνέχιση της ίδιας ακριβώς πορείας που μέχρι την στιγμή εκείνη είχε ακολουθήσει η ελληνική οικονομία. Αυτό -ακόμη και αν ήταν εφικτό- θα σήμαινε ότι πολύ σύντομα όχι πλέον η ελληνική οικονομία αλλά η ελληνική κοινωνία συνολικά θα διαλυόταν στα εξ ων συνετέθη.

Την άνοιξη του 2010, όταν η διατραπεζική αγορά σε Ευρώπη και ΗΠΑ ήταν νεκρή, (γιατί κανείς δεν γνώριζε τον όγκο των «τοξικών» ομολόγων που κάθε τράπεζα ξεχωριστά διακρατούσε στο χαρτοφυλάκιό της), είναι σαφές πως οιαδήποτε ιδέα από την πλευρά των πιστωτών-διασωστών για απομείωση-αναδιάρθρωση του ελληνικού χρέους, θα ήταν από ανεύθυνη έως αυτοκτονική, εφ’ όσον ήταν αδύνατον να εκτιμηθεί ποιες θα ήταν οι συνέπειες της. Μη υπαρχουσών άλλων επιλογών η απόφαση που πάρθηκε, αναγκαστικά μεν, με τρομερή δυστοκία δε, ήταν να προστατευθούν –αρχικά- οι ευρωπαϊκές τράπεζες, και κατ’ επέκτασιν η ακεραιότητα της ευρωζώνης, με επιβάρυνση των Ευρωπαίων φορολογουμένων μέσω της αναχρηματοδότησης του ελληνικού χρέους. Την στιγμή εκείνη ήταν, όμως, σαφές ότι η αναχρηματοδότηση αυτή ουσιαστικά αποτελούσε «δωρεά» εκ μέρους των χωρών της ευρωζώνης προς την Ελλάδα πρωτίστως, και προς τις ευρωπαϊκές τράπεζες και τους ιδιώτες επενδυτές δευτερευόντως. (Πράγμα όμως που στην συνέχεια άλλαξε όσον αφορά τους ιδιώτες). Διότι, στην πραγματικότητα, τα ποσά που εκταμιεύθηκαν για να ενισχύσουν την Ελλάδα με το πρώτο Μνημόνιο (συνολικά 72 δισεκατομμύρια), και παρά τις τερατολογίες των αντιμνημονιακών δημαγωγών στην χώρα μας, χαρίσθηκαν σε αυτήν από τους Ευρωπαίους καταθέτες, αποταμιευτές και φορολογούμενους. Από το PSI οι Ευρωπαίοι επενδυτές έχασαν 60 δισεκατομμύρια ενώ οι απώλειες των συντηρητικών επενδυτών (ασχέτως τι και πόσο επωφελήθηκαν ορισμένοι κερδοσκόποι) από την λεγόμενη «επιμήκυνση» ήταν επίσης ουσιαστικές. Το πλέον σημαντικό βεβαίως είναι ότι όλοι γνωρίζουν πως ούτε και στην σημερινή του μορφή το ελληνικό χρέος είναι βιώσιμο και ως εκ τούτου, αργά ή γρήγορα, θα χρειασθεί και νέα σοβαρή απομείωσή του, την οποία αυτή την φορά θα επωμισθούν ευθέως οι φορολογούμενοι των συνετών χωρών της ευρωζώνης, μίας και θα έχει πλέον την μορφή του OSI, την μόνη δυνατή άλλωστε. Το γεγονός είναι, πάντως, ότι όλοι, εκτός ίσως από τους Έλληνες αντιμνημονιακούς «πατριώτες», γνώριζαν την άνοιξη του 2010 ότι η ευρωζώνη δάνειζε στην Ελλάδα χρήματα τα οποία, είτε εν μέρει είτε εν συνόλω, δεν επρόκειτο να της επιστραφούν ποτέ πίσω. Και τούτο διότι η όλη διαδικασία διάσωσης της Ελλάδας ήταν πρωτοφανής και αδοκίμαστη: δεν αποτελούσε απλά προσπάθεια να λυθεί ένα πρόβλημα δημοσιονομικής χρεοκοπίας (όπως οι περιπτώσεις που περιγράφουν οι Reinhart-Rogoff στο βιβλίο τους), αλλά ένα πολύ πιο σύνθετο εγχείρημα διότι, παράλληλα, έπρεπε να διασωθεί και η ευρωζώνη από την διάλυση. Η σύνθετη μορφή του εγχειρήματος αλλά και οι περιορισμοί που αυτό έθετε προσδιόρισαν και το αρχικά διαθέσιμο ποσόν της διάσωσης. Όποιες και να ήταν οι εκτιμήσεις για τους «πολλαπλασιαστές» την στιγμή εκείνη κανείς δεν θα είχε την επιθυμία να διαθέσει περισσότερα ούτως ώστε να είναι η προσαρμογή της ελληνικής οικονομίας πιο ήπια (και αυτός φυσικά, για αντάλλαγμα, να χάσει πιο πολλά). Ακόμη, άλλωστε, και αν το ΔΝΤ ήξερε ότι ο «πολλαπλασιαστής» ήταν 3 και όχι 0,5 όπως υποστήριζε, δεν θα το έλεγε, διότι αυτό δεν θα άλλαζε την πολιτική που επρόκειτο να εφαρμοσθεί. Απλώς θα την καθιστούσε πιο δύσκολα αποδεκτή από τους Έλληνες πολίτες. Ο κάθε άνθρωπος και ο κάθε λαός πρέπει να φροντίζει για τον εαυτό του πριν βρεθεί σε κατάσταση ακραίας και ολοσχερούς εξάρτησης από αλλότριες δυνάμεις και ξένες αποφάσεις. Και ο ελληνικός λαός δεν είχε φροντίσει να το αποφύγει αυτό έγκαιρα.

Αλλά εξ ίσου παράλογη με την άποψη ότι οι ξένοι πιστωτές-διασώστες θα όφειλαν αντί της σωτηρίας των δικών τους οικονομιών και της ευρωζώνης, να μεριμνήσουν πρωτίστως για την ευημερία της Ελλάδας, (η οποία με δική της ευθύνη δημιούργησε όλο το πρόβλημα ακολουθώντας από δεκαετίας, ήδη, μία ανεύθυνη δημοσιονομική πολιτική), είναι και η άποψη ότι η πορεία της ελληνικής οικονομίας θα μπορούσε να συνεχίσει από εκεί που σταμάτησε το 2009, αδιατάρακτα και σταθερά. Διότι αυτό ουσιαστικά υποστηρίζουν όσοι ισχυρίζονται πως η ελληνική οικονομία υπήρξε θύμα ενός βίαιου προγράμματος προσαρμογής το οποίο «συρρίκνωσε» το ΑΕΠ από 230 σε 190 δισεκατομμύρια, ή μείωσε αυθαίρετα την σύνταξη της γιαγιάς και του παππού. Το ιδιαίτερο χαρακτηριστικό όλης της πλούσιας σχετικής φιλολογίας είναι ότι ουδέποτε, σε καμμία περίπτωση και σε κανένα κείμενο, δεν έχει διευκρινιστεί ποιος ακριβώς θα ήταν ο χειρισμός του δημοσιονομικού ελλείμματος μετά το 2009. Όλες οι κριτικές περί «λανθασμένου» προγράμματος προσαρμογής αποφεύγουν να εξηγήσουν πως ακριβώς θα έπρεπε να αποφευχθεί η κάμψη του ΑΕΠ που ονομάζουν «ύφεση». Θα έπρεπε. μήπως, εφ’ όσον το έλλειμμα του 15,4% δεν ήρκεσε για να αποτρέψει την συρρίκνωση του ΑΕΠ κατά 2 δισεκατομμύρια το 2009, να επιδιωχθεί για το 2010 ένα μεγαλύτερο έλλειμμα -ας πούμε 30% του ΑΕΠ- ώστε η οικονομία να ανακάμψει ; Και αν ναι, που ακριβώς θα βρίσκονταν οι χρηματοδότες μίας παρόμοιας «αναπτυξιακής» δημοσιονομικής πολιτικής ; Ή μήπως, (επειδή η προηγούμενη πρόταση είναι πραγματικά πολύ ριζοσπαστική),  το πρόγραμμα προσαρμογής θα έπρεπε να ήταν πιο ήπιο ; Μειώνοντας, για παράδειγμα, το δημοσιονομικό έλλειμμα κατά 1% ετησίως προκειμένου να αποφευχθούν κραδασμοί στην οικονομία ; Έτσι ώστε η χώρα να επιτύγχανε, πανηγυρικά βεβαίως, πρωτογενές πλεόνασμα αρχομένου του σωτηρίου έτους 2026 ; Και ενώ, τόσο στην μία όσο και στην άλλη περίπτωση, το χρέος θα έφθανε αισίως στο τέλος της τρέχουσας δεκαετίας στο θαυμαστό επίπεδο του 300% του ΑΕΠ χαρίζοντας στην Ελλάδα τον επίζηλο τίτλο της παγκόσμιας πρωταθλήτριας όλων των εποχών, σε όλη την οικονομική ιστορία της ανθρωπότητας ;

Εάν θέλει κάποιος να αξιολογήσει τις από «αναπτυξιακή» ή «αντϊυφεσιακή» σκοπιά «κριτικές» που κατά καιρούς έχουν απευθυνθεί εναντίον της ανάγκης εφαρμογής του σταθεροποιητικού προγράμματος της ελληνικής οικονομίας, και περιορισθεί στο να τις χαρακτηρίσει ασαφείς, αόριστες ή εξωπραγματικές, θα φανεί ιδιαίτερα επιεικής δυσχεραίνοντας ίσως και την κατανόηση του φαινομένου σε όλες του τις διαστάσεις. Διότι στην πραγματικότητα οι σχετικές «κριτικές» και απόψεις δεν κινούνται στον χώρο της επιχειρηματολογίας και της οικονομικής θεωρίας. Κινούνται στον χώρο της καθαρής τερατολογίας και φαντασιοπληξίας. Το 2010 δεν υπήρχε κανείς, πλέον, που θα συνέχιζε να δανείζει την Ελλάδα, (δηλαδή μία οικονομία με πραγματικές παραγωγικές δυνατότητες για ετήσιο ΑΕΠ 190-200 δισεκατομμυρίων ευρώ), έτσι ώστε αυτή να συνεχίσει να συμπεριφέρεται και να καταναλώνει ως μία χώρα με ΑΕΠ 310, ή και περισσοτέρων ίσως, δισεκατομμυρίων. Ακόμη όμως και αν υπήρχε ένας όμιλος παραφρόνων κεφαλαιούχων που θα διευκόλυνε μία παρόμοια πολιτική θυσιάζοντας κάποιες εκατοντάδες δισεκατομμυρίων ευρώ, η ελληνική οικονομία δεν θα σωζόταν. Επειδή η ολοσχερής και άμεση κατάρρευσή της θα ήταν προφανής σε όλους τους υπόλοιπους οικονομικούς συντελεστές, τόσο στο εξωτερικό όσο και στο εσωτερικό της, η κατάρρευση θα ελάμβανε χώρα αυτομάτως (συμπαρασύροντας ίσως και όλο το σύστημα της ευρωζώνης). Ποιος θα εμπιστευόταν τα χρήματά του σε τράπεζα μίας οικονομίας η οποία, με δημοσιονομικό έλλειμμα κοντά στο 16% και δημόσιο χρέος κοντά στο 130% του ΑΕΠ θα δήλωνε ότι στόχος της είναι η ανάπτυξη μέσω επεκτατικής δημοσιονομικής πολιτικής ; (Και μάλιστα μίας οικονομίας που δεν έχει δικαίωμα να τυπώσει καν το νόμισμα στο οποίο συναλλάσσεται). Η εξακόντιση των spreads σε αστρονομικά επίπεδα την περίοδο της κρίσης, δεν ήταν φυσικά, μία συνωμοσία κατά του ευρώ, όπως ισχυριζόντουσαν τότε αδολεσχούντες πολιτικοί. Ήταν προϊόν της, καθυστερημένης διαπίστωσης, εκ μέρους της (πάντα μυωπικής) αγοράς, του απόλυτου αδιεξόδου στο οποίο βρισκόταν η ελληνική οικονομία και του κινδύνου που αυτό αντιπροσώπευε για το σύνολο της ευρωζώνης.

Εάν πραγματικά θέλει κανείς να ασκήσει ουσιαστική κριτική στο σταθεροποιητικό πρόγραμμα της ελληνικής οικονομίας δεν μπορεί να κατηγορεί τον σχεδιασμό μείωσης των δημοσιονομικών ελλειμμάτων ανά ετήσια χρήση διότι αυτός ήταν μάλλον ήπιος και προοδευτικός. Θα πρέπει να κατηγορήσει αυτούς που το εφάρμοσαν, αφού πρώτα για μακρύ χρονικό διάστημα αρνιόντουσαν να δουν και να παραδεχθούν το πρόβλημα, αφήνοντας πολύτιμο χρόνο να χαθεί. Και οι οποίοι, στην συνέχεια, επεχείρησαν να υλοποιήσουν τους στόχους του με τον πιο άδικο και αναποτελεσματικό τρόπο. Αντί, δηλαδή, να σπεύσουν να μειώσουν τις δαπάνες, απολύοντας όλους όσους είχαν προσληφθεί στο ευρύτερο Δημόσιο με σημειωματάκια του τύπου «δεν κάνει για τίποτα, βάλτε τον όπου νάναι», και αντί να επιχειρήσουν να εισαγάγουν διπλογραφικό λογιστικό σύστημα στα νοσοκομεία, έσπευσαν, αντιθέτως, να αυξήσουν τα έσοδα, όχι συλλαμβάνοντας την φοροδιαφυγή αλλά τσακίζοντας τις αποδοχές των χαμηλόμισθων συνταξιούχων. Αλλά θα πρέπει να κατηγορήσει επίσης και όσους αντιπολιτεύτηκαν το σταθεροποιητικό πρόγραμμα δημαγωγικά, εμποδίζοντας έτσι την κοινωνία να αντιληφθεί την αδήριτη αναγκαιότητά του, εμέσσοντας πομφόλυγες περί «άλλου μείγματος πολιτικής», «αναπτυξιακών μέτρων», «διαχωρισμού του διαρθρωτικού από το συγκυριακό έλλειμμα» κλπ.

Ένα μεταφορικό παράδειγμα της συζήτησης για την ελληνική οικονομία και το σταθεροποιητικό πρόγραμμα θα ήταν εκείνο ενός αυτοκινήτου που κατευθύνεται με ταχύτητα 160 χιλιομέτρων την ώρα προς έναν τοίχο από γρανίτη, χωρίς να μπορεί να λοξοδρομήσει γιατί δεξιά και αριστερά υπάρχει γκρεμός. Κάποια στιγμή ο οδηγός και οι επιβάτες συνειδητοποιούν τι τους περιμένει και προσπαθούν να ανακόψουν την πορεία του οχήματος χρησιμοποιώντας τα συστήματα πέδησης και ότι άλλο μέσο διαθέτουν. Το όχημα επιβραδύνει και τελικά προσκρούει στην επιφάνεια από γρανίτη με μικρή ταχύτητα χωρίς να αποφευχθούν τραυματισμοί και ζημιές αλλά αποφεύγοντας να συντριβεί τελείως και να σκοτωθούν όλοι οι επιβάτες του. Κάποιοι όμως από τους διασωθέντες, οι οποίοι μάλιστα ήταν και εκ των υπευθύνων για το γεγονός ότι το όχημα ακολουθούσε την συγκεκριμένη πορεία με την συγκεκριμένη -ιλιγγιώδη- ταχύτητα, στρέφονται εναντίον του οδηγού και τον κατηγορούν ότι, εφ’ όσον, υπάρχουν τραυματίες και ζημιές «απέτυχε» στην προσπάθεια να αποφύγει το χειρότερο. Κατά την γνώμη τους καλύτερα θα ήταν το όχημα να συνέχιζε να κινείται στην ίδια κατεύθυνση και με την ίδια ταχύτητα. Δεν μπαίνουν όμως στον κόπο να εξηγήσουν πώς με αυτόν τον τρόπο θα αποφεύγονταν η πλήρης καταστροφή. Μπορεί κάποιος να υποθέσει ότι το όχημα θα απογειωνόταν και θα περνούσε πάνω από τον γρανιτένιο τοίχο, ή πάλι ότι θα τον διαπερνούσε χωρίς να υποστεί καμμία παραμόρφωση, ούτε το ίδιο ούτε οι επιβάτες του. Αυτές όμως είναι υποθέσεις τις οποίες για να τις σχολιάσει κανείς θα πρέπει πρώτα να τις διατυπώσει ο υπερασπιστής της «εναλλακτικής επιλογής». Πράγμα βέβαια που αυτός αποφεύγει να κάνει επιμελώς. Αντί δε τούτου συνεχίζει την αερολογία επικαλούμενος, με στρεψόδικο και δημαγωγικό τρόπο, και διάφορα νέα ζητήματα όπως το λανθασμένο από οικονομολογική άποψη θέμα των υποτιμημένων -υποτίθεται- δημοσιονομικών «πολλαπλασιαστών».

Την σωστή τιμή του «πολλαπλασιαστή» την μαθαίνουμε πάντα εκ των υστέρων.

Η έννοια του «πολλαπλασιαστή» έχει προταθεί από την κεϋνσιανή θεωρία για την περιγραφή μίας συγκεκριμένης αιτιακής σχέσης δύο μεταβλητών οι οποίες συνηθέστερα, αλλά όχι πάντα, είναι το επίπεδο του ΑΕΠ και κάποια μορφή δημοσιονομικής δαπάνης (είσπραξης). Ακολουθώντας το σχετικό εγχειρίδιο εργασίας του ΔΝΤ 2, ας προσπαθήσουμε να εκτιμήσουμε, κατά προσέγγισιν, τον πλέον στοιχειώδη «πολλαπλασιαστή» (impact multiplier) της δημόσιας δαπάνης για τα κρίσιμα χρόνια της ελληνικής οικονομίας. Αυτός καθορίζεται ως ο λόγος της αύξησης/μείωσης του ονομαστικού ΑΕΠ προς την αυτόνομη αύξηση/μείωση της πρωτογενούς δημοσιονομικής δαπάνης σε μία ορισμένη περίοδο [ΔΥ(t)/ΔG(t)]. Το 2008, λοιπόν, το πρωτογενές έλλειμμα αυξήθηκε (σε σχέση με το προηγούμενο έτος) 7 δισεκατομμύρια, ενώ το ονομαστικό ΑΕΠ αυξήθηκε 10. Ο «πολλαπλασιαστής» της περιόδου ήταν 10/7=1,43. Είχε δηλαδή μία σημαντική τιμή που μπορεί να δημιουργήσει την εντύπωση ότι η δημοσιονομική επέκταση πράγματι βοήθησε την αύξηση του ΑΕΠ σημαντικά. Το 2009, όμως, το πρωτογενές έλλειμμα αυξήθηκε 13 δισεκατομμύρια ενώ το ΑΕΠ μειώθηκε κατά 2. Ο «πολλαπλασιαστής»: -2/13=-0,15. Σχεδόν μηδενικός, με ανεπαίσθητα αρνητικό πρόσημο, που υπονοεί ότι η σημαντική δημοσιονομική επέκταση δεν κατάφερε να έχει καμμία θετική επίπτωση επί του επιπέδου του ΑΕΠ. Αυτό φανερώνει την ύπαρξη καμπής στην πορεία μεγέθυνσης του ΑΕΠ και μάλιστα -πράγμα που είναι πολύ σημαντικό- προ της ελεύσεως του ΔΝΤ, της Τριμερούς και του Μνημονίου. (Ο ψύχραιμος παρατηρητής, δηλαδή, πρέπει να συγκρατήσει εδώ το γεγονός ότι η σημαντική αυτόνομη αύξηση της δημοσιονομικής δαπάνης δεν είχε το παραμικρό «πολλαπλασιαστικό» αποτέλεσμα, γεγονός που χρήζει ερμηνείας, η οποία έως σήμερα δεν έχει δοθεί, αλλά και που δημιουργεί, κατ΄ αρχήν, την υποψία ότι η ελληνική οικονομία είχε προσεγγίσει ένα επίπεδο πέραν του οποίου δεν ήταν δυνατή η μεγέθυνση του ΑΕΠ, έστω και αν η δημοσιονομική επέκταση ήταν πλέον τερατώδης σε μέγεθος. Κάτι που δημιουργεί, επίσης, την υποψία ότι από κάποιο σημείο διόγκωσης του δημοσιονομικού ελλείμματος και του δημοσίου χρέους και μετά οι «αναπτυξιακές» ιδιότητες του «πολλαπλασιαστή» -όποιες και αν ήταν προηγουμένως- ατονούν και μηδενίζονται). Το 2010 το πρωτογενές έλλειμμα μειώθηκε, ως συνέπεια του σταθεροποιητικού προγράμματος, κατά 13 δισεκατομμύρια και το ονομαστικό ΑΕΠ 9 δισεκατομμύρια. Ο «πολλαπλασιαστής» διαμορφώθηκε ως εξής: -9/-13=0,7. Μία τιμή μάλλον λογική, η μόνη κοντά στις αρχικές εκτιμήσεις του ΔΝΤ. Το 2011 το πρωτογενές έλλειμμα μειώθηκε 6 δισεκατομμύρια ενώ το ονομαστικό, πάντα, ΑΕΠ μειώθηκε 14. Ο «πολλαπλασιαστής»: -14\-6=2,33. Μία «εκρηκτική» τιμή, πολύ μακριά από την αρχική εκτίμηση του ΔΝΤ. Το 2012 το πρωτογενές έλλειμμα μειώθηκε κατά 5 δισεκατομμύρια ενώ το ονομαστικό ΑΕΠ κατά 13. Ο «πολλαπλασιαστής», -13/-5=2,6, δείχνει να παίρνει, πλέον καταστροφικά μεγάλη τιμή, εάν ληφθεί υπ’ όψιν το γεγονός ότι εμφανίζεται σε περίοδο συσταλτικής δημοσιονομικής πολιτικής. (Εάν αντί για τρέχουσες τιμές χρησιμοποιηθούν αποπληθωρισμένες τιμές με βάση το προηγούμενο έτος, ώστε να συλλαμβάνονται οι επιπτώσεις στο πραγματικό και όχι στο ονομαστικό εισόδημα, οι τιμές των «πολλαπλασιαστών» παραμένουν σχεδόν απαράλλαχτες).

Η εικόνα που δίνεται από την εκτίμηση της τιμής του στοιχειώδους και βραχυχρόνιου, αυτού, δημοσιονομικού «πολλαπλασιαστή» δεν είναι ούτε σαφής, ούτε διαφωτιστική. Το εύρος της διακύμανσής του σε διάρκεια 5 ετών (από το -0,15 έως το +2,6) είναι τόσο μεγάλο και η συμπεριφορά του τόσο ιδιοσυγκρασιακή ώστε να μην παρέχει την δυνατότητα να χρησιμοποιηθεί ως εργαλείο πρόβλεψης και προγραμματισμού της οικονομικής πολιτικής. Για να έχει κάποια χρηστική αξία ένας «πολλαπλασιαστής» θα πρέπει να είναι, έστω και κατά προσέγγιση, «γραμμικός», δηλαδή οι τιμές του αφ’ ενός μεν από περίοδο σε περίοδο, αφ’ ετέρου δε από επίπεδο εισοδήματος σε επίπεδο εισοδήματος να μην μεταβάλλονται δραματικά, ώστε μέσω της σταθερότητάς του να μπορεί να εκτιμηθεί, έστω και πάλι κατά προσέγγισιν, τι επιπτώσεις θα έχει στο επίπεδο του ΑΕΠ μία συγκεκριμένη αλλαγή της δημοσιονομικής πολιτικής. (Γι’ αυτό το ΔΝΤ χρησιμοποιούσε έναν «πολλαπλασιαστή» με τιμή 0,5, δηλαδή «γραμμικό»). Αντίθετα αν ο «πολλαπλασιαστής» έχει διαγραμματικά μία εικόνα «πορείας μεθυσμένου», ή μία εικόνα καμπύλης με ισχυρή ροπή κυρτότητας ή κοιλότητας μετά από ένα ορισμένο σημείο μείωσης (αύξησης) του ΑΕΠ, τότε δεν μπορεί να θεωρηθεί σαν χρηστικό εργαλείο πρόβλεψης. Μόνο που οι μηχανισμοί που χαράσσουν οικονομική πολιτική δεν μπορούν να λειτουργήσουν αποτελεσματικά με μη γραμμικούς «πολλαπλασιαστές» και την απροσδιοριστία και την αβεβαιότητα που κάτι τέτοιο συνεπάγεται. Για τον λόγο αυτό δημιουργούν μέσους όρους και «γραμμικοποιούν» τα δεδομένα, αντιμετωπίζοντας, εν τούτοις, ένα γνωστό πρόβλημα της στατιστικής το οποίο είναι το εξής: όσο πιο μεγάλο εύρος της μεταβλητής, και πιο μεγάλη διασπορά της τιμής της, υποβάλλεις στην διαδικασία της «γραμμικοποίησης», τόσο πιο μεγάλο κίνδυνο αντιμετωπίζεις να χάσεις σε ακρίβεια. Έτσι καμμιά φορά αναγκάζονται, όπως συμβαίνει σήμερα με το ΔΝΤ, να αναφερθούν σε μη-γραμμικούς «πολλαπλασιαστές», ιδιαίτερα αν διαπιστωθεί ότι οι εκτιμήσεις τους, που στηρίζονται συνήθως σε κάποιους rules of thumb, (όπως για παράδειγμα ότι στις «μικρές ανοιχτές οικονομίες» ο δημοσιονομικος «πολλαπλασιαστής» είναι 0,5) αποδειχθούν ανακριβείς.

Αλλωστε, το ίδιο το πνεύμα της κεϋνσιανής θεωρίας είναι πως το φαινόμενο του «πολλαπλασιαστή», δεν μπορεί να είναι «γραμμικό» σε όλη του την έκταση και τούτο διότι άλλη συμπεριφορά παρουσιάζει η οικονομία εάν βρίσκεται σε κατάσταση πλήρους απασχόλησης και άλλη αν βρίσκεται σε κατάσταση υποαπασχόλησης των παραγωγικών συντελεστών της. Η εφαρμογή μίας επεκτατικής δημοσιονομικής πολιτικής, στην πρώτη περίπτωση, όπως ρητά αναφέρει και ο ίδιος ο Κέυνς, δεν θα έχει σαν αποτέλεσμα παρά την αύξηση των ονομαστικών τιμών, με τα πραγματικά μεγέθη να παραμένουν αμετάβλητα. Στην περίπτωση αυτή ο «πολλαπλασιαστής» θα είναι μηδέν. Αντίθετα, σε συνθήκες υποαπασχόλησης των παραγωγικών συντελεστών η επεκτατική δημοσιονομική πολιτική θα έχει θετικές επιπτώσεις στο επίπεδο του εισοδήματος. Ο «πολλαπλασιαστής» στην περίπτωση αυτή θα είναι μεγαλύτερος από μηδέν με θετικό, φυσικά, πρόσημο. Αυτό όμως σημαίνει ότι κινούμενοι κατά μήκος του άξονα που μετρά το επίπεδο του ΑΕΠ δεν έχουμε έναν γραμμικό αλλά έναν καμπύλο «πολλαπλασιαστή». Για τον λόγο αυτό προκαλεί εντύπωση ότι σε ένα κείμενο του 2012 οι ερευνητές του ΔΝΤ ξαναανακαλύπτουν την, ήδη γνωστή από το 1936, αλήθεια αυτή: “Although most studies do not distinguish between multipliers in different underlying states of the economy, the effects of fiscal economy shocks on economic activity are likely nonlinear. Surprisingly few studies have tried to distinguish between multipliers in downturns and expansions”3. Και τούτο όχι μόνο διότι αυτή η διαφορά είναι το κύριο νόημα της κεϋνσιανής θεωρητικής πρότασης, και μπορεί να έχει ιδιαίτερη σημασία, αλλά και διότι, στην περίπτωση του «βήματος του μεθυσμένου» ή της καμπυλοκυρτότητας, είναι δυνατόν να ισχυριστεί κάποιος ότι δεν πρόκειται καν για «πολλαπλασιαστή» αλλά απλά για μία απλή απεικόνιση της παράλληλης κίνησης, μέσα στον χρόνο, δύο μεταβλητών, μεταξύ των οποίων είτε δεν υπάρχει αιτιακός αλληλοπροσδιορισμός, είτε, αν υπάρχει, είναι διαφορετικός από αυτόν που περιγράφει η κλασσική κεϋνσιανή θεωρία. (Στην συγκεκριμένη περίπτωση της Ελλάδας δηλαδή αυτό που θα μπορούσε να υποθέσει κανείς είναι ότι ο “πολλαπλασιαστής” είναι καμπύλος με την έννοια ότι μετά από ένα επίπεδο δημοσιονομικής διόγκωσης και αύξησης του χρέους οι τιμές του μηδενίζονται ή καταρρέουν όσον αφορά την περαιτέρω αυτόνομη δημοσιονομική διεύρυνση και γιγαντώνονται όσον αφορά την δημοσιονομική συστολή. Και αυτό όμως είναι μία απλή «οπτική» ερμηνεία της συμπεριφοράς του, που απαιτεί μεγαλύτερη θεωρητική υποστήριξη). Οι εξεζητημένες οικονομετρικές τεχνικές που χρησιμοποιούν διάφορες έρευνες για να συνάγουν μικρούς ή μεγάλους πολλαπλασιαστές, πάντως, στην πραγματικότητα δεν αποδεικνύουν κατά κανένα τρόπο την αιτιακή σχέση μεταξύ των μεταβλητών που εξετάζουν.4 Όπως είναι γνωστό “correlation does not imply causation” και εκείνος που θα βρεί την μέθοδο που θα διαψεύσει την πρόταση αυτή θα πάρει την θέση του στην ιστορία των μαθηματικών δίπλα στον Ευκλείδη, τον Descartes και τον Gauss. Προς το παρόν, λοιπόν, η λειτουργία του φαινομένου του «πολλαπλασιαστή» συνάγεται μετα-στατιστικά με βάση την θεωρία που την υποστηρίζει.

Έστω όμως και μετά την όψιμη παραδοχή αυτού που ήταν ήδη γνωστό από το 1936, ότι δηλαδή, οι πολλαπλασιαστές ποικίλλουν ανά χώρα αλλά και ανά περίοδο, το ερώτημα παραμένει: ποιες είναι οι συνθήκες μέσα στις οποίες ένας «πολλαπλασιαστής» μπορεί να λειτουργεί «γραμμικά», έστω και κατά προσέγγισιν, πράγμα που σημαίνει πως μία αυτόνομη αλλαγή στο επίπεδο της δημοσιονομικής δαπάνης θα έχει μία σχετικά προβλέψιμη επίδραση στο επίπεδο του εισοδήματος ; Η απάντηση στο εν λόγω ερώτημα υπάρχει προφανώς στο ίδιο σύστημα ιδεών που μας έδωσε και την την ιδέα του «πολλαπλασιαστή». Το περιβάλλον στο οποίο ισχύει κάτι τέτοιο είναι το περιβάλλον το οποίο περιγράφει η «Γενική Θεωρία» του Κέυνς που ασχολείται με τις διακυμάνσεις του «επιχειρηματικού κύκλου» (τον οποίον ο Κέυνς στο βιβλίο του ονόμαζε και trade cycle αλλά στην συνέχεια καθιερώθηκε ως business cycle). Το συντριπτικά μεγαλύτερο μέρος της συζήτησης για τις οικονομικές κρίσεις, έκτοτε, γίνεται με τους όρους που έθεσε ο Κέυνς, είτε με αποδοχή, είτε με απόρριψη της θεωρίας του. Βασική ιδέα που διαπερνάει όλη την «Γενική Θεωρία» (και ο ίδιος ο Κέυνς διατυπώνει ρητά στο Κεφάλαιο 22 που φέρει τον τίτλο “Notes on the Trade Cycle”) είναι πως η οικονομία για να επανέλθει σε επίπεδο πλήρους απασχόλησης των συντελεστών της δεν απαιτεί δομικούς μετασχηματισμούς. Η επανεξισορρόπησή της μπορεί να επιτευχθεί ομαλά με την επιστροφή του επιπέδου των επενδύσεων στο σημείο εκείνο από το οποίο είχαν αποκλίνει, και το οποίο είναι το σημείο που εγγυάται την ομαλή αναπαραγωγή του (άριστου) κεφαλαιακού αποθέματος της οικονομίας, όταν δηλαδή η «οριακή αποδοτικότητα του κεφαλαίου» (the marginal efficiency of capital) αποκατασταθεί και οι επιχειρηματίες κρίνουν και πάλι ότι η επέκταση των δραστηριοτήτων τους θα είναι αποδοτική και κερδοφόρα μεσο-μακροχρόνια. Πώς όμως επιτυγχάνεται μία παρόμοια θετική μεταστροφή των animal spirits του επιχειρηματικού κόσμου ; Φυσικά με την τόνωση της «ενεργού ζητήσεως», δηλαδή με χειρισμούς οικονομικής πολιτικής οι οποίοι ενεργοποιούν διαδικασίες με τελικό αποτέλεσμα αυξητικές επιδράσεις επί του διαθέσιμου εισοδήματος. Αυτό επιτυγχάνεται μεταβιβάζοντας χρηματικούς πόρους από οικονομικά υποκείμενα με σχετικά χαμηλή ροπή για κατανάλωση, σε οικονομικά υποκείμενα με υψηλότερη ροπή για κατανάλωση. Το κλάσμα που ορίζει την αλλαγή του επιπέδου του εισοδήματος προς την εν λόγω μεταβίβαση είναι ο «πολλαπλασιαστής». Στην ουσία της λοιπόν η κεϋνσιανή θεωρία είναι μία θεωρία του «πολλαπλασιαστή» ακριβώς διότι είναι μία θεωρία της οικονομικής συγκυρίας και της «συνέχειας» των οικονομικών δομών. Στην περιγραφή της οικονομίας που περιέχεται στην «Γενική Θεωρία», υπάρχουσες επενδύσεις που δεν φαίνονται αποδοτικές με ένα συγκεκριμένο επιτόκιο γίνονται αποδοτικές με ένα χαμηλότερο και η οικονομία κινείται έτσι προς ένα νέο ανώτερο επίπεδο εισοδήματος. Οι μεταβολές αυτές του επιπέδου του εισοδήματος, εφ’ όσον το κεφαλαιακό απόθεμα όπως επίσης και η «ροπή για κατανάλωση» δεν μεταβάλλονται παρά οριακά, δεν έχουν μεγάλο εύρος. Συνεπώς ο κεϋνσιανός «πολλαπλασιαστής» είναι τοπικά προσδιορισμένος και η μετατροπή του σε «γραμμικό», ή σε «μέσο όρο», δεν δημιουργεί μεγάλες απώλειες όσον αφορά την ακρίβειά του.

Αυτή η λογική, που δεν θέτει σε ερώτημα την δομική διάρθρωση της οικονομίας, παρέμεινε σταθερή στις κυρίαρχες μεταπλάσεις του κεϋνσιανισμού, πρώτα στο υπόδειγμα IS-LM του Hicks και στην συνέχεια στις διάφορες συνθέσεις της κεϋνσιανής θεωρίας με τις αντίπαλες απόψεις ή κριτικές που έφθασαν μέχρι τα περίφημα δυναμικά-στοχαστικά υποδείγματα (Dynamic Stohastic General Equilibrium models). Η ίδια όμως αντίληψη για την δομική σταθερότητα του συστήματος της οικονομίας κυριάρχησε, έστω και υπόρρητα, και σε όλες τις αντίπαλες θεωρίες του κεϋνσιανισμού είτε στην πραγματικότητα επρόκειτο για διασκευές του με πολιτικά κριτήρια, (όπως η «νομισματική» θεωρία του Milton Friedman), είτε για όλα τα είδη των απορρίψεων του (rational expectations theory, real business cycle theory αλλά και η συζυγής effective market hypothesis). Για τις τελευταίες αυτές θεωρίες, βεβαίως, ούτε καν υφίστατο θέμα διερώτησης για την δομική σταθερότητα της οικονομίας εφ’ όσον, κατά τους ισχυρισμούς τους, η οικονομία βρίσκεται πάντοτε σε επίπεδο ισορροπίας, λόγος για τον οποίον η τιμή κάθε δημοσιονομικού «πολλαπλασιαστή» είναι μηδενική. Εκείνο όμως που έχει σημασία είναι ότι ακόμη και αυτές οι ακραία αντι-κεϋνσιανές θεωρίες, χωρίς να το παραδέχονται ή να το συνειδητοποιούν, ουσιαστικά βρίσκονται μέσα στο διανοητικό σύμπαν της μακροοικονομίας που διαμόρφωσε η κεϋνσιανή πρόταση, η οποία βασίσθηκε στην υπόθεση της βιωσιμότητας της υπάρχουσας διάρθρωσης της οικονομίας, ανά πάσα στιγμή.

Σε περίπτωση διαρθρωτικής κατάρρευσης μίας οικονομίας ο υπολογισμός των δημοσιονομικών «πολλαπλασιαστών» είναι πάντοτε λανθασμένος.

Η τρέχουσα κρίση, όμως, δημιούργησε νέους προβληματισμούς γιατί τα δεδομένα της δεν ήταν δυνατόν να περιορισθούν στην λογική του «επιχειρηματικού κύκλου», είτε αυτός εκλαμβάνεται ως ασταθής (κεϋνσιανισμός και νεομεταπλάσεις του, «νομισματισμός»), είτε ως η άριστη δυνατή διακύμανση της οικονομίας υπό τις υπάρχουσες συνθήκες (rational expectations theory, real business cycle theory). Κάτι που έγινε εμφανές και άρχισε να συνειδητοποιείται βαθύτερα είναι ότι «κρίση» δεν σημαίνει πως υπάρχουν μόνο προσωρινές ή μεταβατικές επιπτώσεις στην οικονομία. όπως είναι, για παράδειγμα, το γεγονός ότι η δραστηριότητα ενός κλάδου συρρικνώνεται στην διάρκεια της «κάμψης» αλλά στην συνέχεια με την νέα «άνθηση» αυτός επανέρχεται σε ένα παραπλήσιο με το παλιό επίπεδο δραστηριότητας, με την απασχόληση να αυξομειώνεται αναλόγως. Υπάρχουν επίσης, και είναι πολύ πιο σοβαρές, επιπτώσεις στην οικονομία οι οποίες είναι μόνιμες και έχουν μακροχρόνιο χαρακτήρα. Ένας κλάδος, για παράδειγμα, που είχε διογκωθεί σημαντικά στην διάρκεια της περιόδου, εισέρχεται σε μία φάση συρρικνώσεως η οποία αποδεικνύεται ότι θα είναι οριστική και αμετάκλητη. Το εργατικό δυναμικό που απασχολείτο σε αυτόν, και είχε προσαρμόσει τις επαγγελματικές γνώσεις και δεξιότητές του στις ανάγκες του, δεν φαίνεται να έχει ελπίδες πως θα βρει και πάλι απασχόληση σε συναφείς επιχειρήσεις στο ορατό μέλλον. Η μετάβαση όμως σε έναν νέο τομέα οικονομικής δραστηριότητας για όλο το πλεονάζον, εξ αιτίας της κρίσης, δυναμικό του κλάδου, είναι μία διαδικασία δύσκολη, επισφαλής και χρονοβόρα. Και μία οικονομική κάμψη που συντίθεται από προβλήματα τέτοιου τύπου, δηλαδή από την αποκάλυψη ότι ολόκληροι οικονομικοί κλάδοι δεν είναι πλέον βιώσιμοι και καταρρέουν, χωρίς κανείς να μπορεί να τους διασώσει, είναι μία κάμψη τελείως διαφορετική από εκείνη που περιγράφει ο Κέυνς στην «Γενική Θεωρία» όπου το πρόβλημα προέρχεται από την -προσωρινή- μείωση της οριακής αποδοτικότητας του κεφαλαίου και μπορεί να αντιμετωπισθεί με ελαφριά αναδιάταξη των εισοδηματικών ροών, (δηλαδή με αξιοποίηση του φαινομένου του «πολλαπλασιαστή»). Αντίθετα με αυτήν την κεϋνσιανού τύπου κρίση, η κρίση με τα κλαδικά-διαρθρωτικά προβλήματα δείχνει να έχει άλλες χρονικές διαστάσεις (μακρύτερη διάρκεια επώασης αλλά και εξόδου), άλλο μέγεθος προβλημάτων (σοβαρή «διαρθρωτική» ανεργία και οριστική απαξίωση επενδεδυμένου κεφαλαίου) και άλλες γενεσιουργές αιτίες (κάμψη του εισοδήματος όχι λόγω υψηλών επιτοκίων αλλά, αντίθετα, λόγω πολλαπλών μη βιώσιμων επενδύσεων (malinvestments) στις οποίες ώθησε μία περίοδος χαμηλών επιτοκίων και εξαιρετικά χαλαρής πιστωτικής πολιτικής). Σύμφωνα, δε, με όλες τις ενδείξεις αυτή η δεύτερου είδους κρίση  μη κεϋνσιανού χαρακτήρα εμφανίζεται ως συνέπεια μακροχρόνιας πιστωτικής επέκτασης και ανάληψης μεγάλων χρεωστικών βαρών («μόχλευσης») από τους φορείς της οικονομίας.

Το βιβλίο των Reinhart-Rogoff αποτελεί μία προσπάθεια εμπειρικής καταγραφής σε διαχρονικό επίπεδο της διαμόρφωσης και των επιπτώσεων των κρίσεων χρέους. Το κείμενο εκείνο, όμως, που ο κάθε ένας ο οποίος επιθυμεί να κατανοήσει τι ακριβώς προκάλεσε την τρέχουσα παγκόσμια οικονομική κρίση, (αλλά επίσης και τον χαρακτήρα της δυσπραγίας που μαστίζει την χώρα μας), πρέπει να μελετήσει είναι το δοκίμιο του Claudio Borio, “The financial cycle and macroeconomics : what we have learnt ?”5. Κείμενο το οποίο, κατ’ αρχήν, ξαναθυμίζει το ξεχασμένο θεωρητικό ρεύμα που είχε στο κέντρο της μελέτης του τον «χρηματοπιστωτικό κύκλο» της οικονομίας, και απωθήθηκε στο περιθώριο της θεωρητικής συζήτησης εξ αιτίας της ανόδου του κεϋνσιανισμού αλλά και του ενδιαφέροντος που συγκέντρωσε η θυελλώδης, ενίοτε, σύγκρουσή του με τους υποτιθέμενους ή πραγματικούς αντιπάλους του. Η συνειδητοποίηση και διαπίστωση της σημασίας του «χρηματοπιστωτικού κύκλου» για την μακροοικονομική σταθερότητα δεν σημαίνει, βεβαίως, ότι η κεϋνσιανή θεωρία διαψεύδεται, απορρίπτεται και στέλνεται στον κάλαθο των αχρήστων. Το αντικείμενό της, ο «επιχειρηματικός κύκλος», είναι μία εμπειρική πραγματικότητα την ύπαρξη της οποίας δεν αρνείται ένα (σχεδόν) πλειοψηφικό ρεύμα της οικονομολογικής κοινότητας, όπως επίσης δεν αρνείται ούτε και την κεϋνσιανή μέθοδο ανάλυσης και προσέγγισής του. Όμως η συνειδητοποίηση ότι όλες οι κρίσεις δεν είναι κεϋνσιανές, (όπως και ότι όλα τα όνειρα δεν είναι φροϋδικά), μπορεί να κάνει επιτρεπτή την καταύγαση φαινομένων που όσο κάποιος προσπαθεί να τα αναλύσει με βάση την κεϋνσιανή ορθοδοξία παραμένουν μάλλον σκοτεινά και ανεξήγητα. Έτσι, μπορεί να αντιληφθεί κανείς και πόσο προκρούστεια είναι στην πραγματικότητα η προσπάθεια επιφανών κεϋνσιανών οικονομολόγων σήμερα όταν, στηριζόμενοι σε ορισμένες σωστές κεϋνσιανές διαπιστώσεις για επί μέρους περιπτώσεις, (όπως για παράδειγμα η καταστροφική πολιτική δημοσιονομικής αυστηρότητας που ακολουθεί στην Μεγάλη Βρετανία η κυβέρνηση των Συντηρητικών), και γενικεύοντας άκριτα, επεκτείνονται και σε άλλες περιπτώσεις τελείως διαφορετικές στην ουσία τους, όπως η κρίση στον νότο της ευρωζώνης ή παλαιότερα η κρίση της ιαπωνικής οικονομίας, και επιμένουν, χρησιμοποιώντας τα ίδια αναλυτικά εργαλεία για τελείως διαφορετικές συνθήκες, να καταλήγουν σε απολύτως εσφαλμένες προτάσεις και άτοπες διαπιστώσεις που επιτείνουν την ήδη υπάρχουσα θεωρητική σύγχυση και ουσιαστικά υποδαυλίζουν την κρίση αντί να την καταστέλλουν. Έτσι εξηγείται, ίσως, και η περίφημη υπόθεση των λανθασμένων «πολλαπλασιαστών»: αποτελεί το ατυχές αμάλγαμα της προσωπικής εντιμότητας των δύο υπευθύνων του ΔΝΤ που αισθάνθηκαν να τους βαρύνει η αποτυχία της πρόβλεψης των εξελίξεων, με την διανοητική και θεωρητική τους αγκύλωση σε έναν μονοδιάστατο εργαλειακό κεϋνσιανισμό που διδάχθηκαν και ασπάσθηκαν δογματικά, μην παραλείποντας βεβαίως στην διάρκεια των τελευταίων ετών να ενστερνισθούν, καθ’ οδόν, και κάθε νέα θεωρητική δοξασία του συρμού.6

Ο «χρηματοπιστωτικός κύκλος» της οικονομίας, κατά συνέπειαν, συνυπάρχει με τον «επιχειρηματικό κύκλο». Σύμφωνα, όμως, με τους μελετητές του έχει μία διαφορετική χρονική ταλάντωση και για την ακρίβεια έχει πολύ χαμηλότερη χρονική συχνότητα: ενώ η διάρκεια του «επιχειρηματικού κύκλου», από το 1960 έως σήμερα στις αναπτυγμένες βιομηχανικές χώρες, κυμαίνεται από 1 έως 8 χρόνια, η μέση διάρκεια του «χρηματοπιστωτικού» είναι 16 χρόνια. Το κύριο χαρακτηριστικό του, και αυτό που σηματοδοτεί την φάση στην οποία βρίσκεται ανά πάσαν στιγμή, είναι η σε μεγάλο βαθμό συγχρονισμένη κίνηση της πιστωτικής επέκτασης και των τιμών των ακινήτων. (Αντίθετα η κίνηση των χρηματιστηριακών αξιών δεν φαίνεται να έχει υψηλό βαθμό συνδιακύμανσης μαζί του). Το μέγιστο του «χρηματοπιστωτικού κύκλου» συμπίπτει σχεδόν πάντα με την εκδήλωση μίας κρίσης χρέους, μίας κρίσης δηλαδή που όλες οι εμπειρικές μελέτες δείχνουν ότι είναι κατά 50%, τουλάχιστον, πιο ισχυρή από την κλασσική κρίση του «επιχειρηματικού κύκλου». Όπως, δε, αναφέρθηκε και πιο πάνω, σύμφωνα με τις διαπιστώσεις των Reinhart-Rogoff, όχι μόνο το χρονικό μήκος της είναι πολύ μεγαλύτερο από εκείνο της κλασικής κεϋνσιανής κρίσης αλλά και πολύ συχνά στο τέλος της, κατά την έξοδο της οικονομίας από την κάμψη, δεν επανακτάται όλο το κατά την διάρκειά της απωλεσθέν εισόδημα και η οικονομία δεν επανέρχεται στο προηγούμενο επίπεδο ευημερίας παρά πολύ αργότερα. (Με δύο άλλες διατυπώσεις : α) η οικονομία συνεχίζει να αναπτύσσεται ακολουθώντας πλέον ένα χαμηλότερο αναπτυξιακό μονοπάτι ή, β) συνειδητοποιεί ότι το «δυνητικό προϊόν» της (potential output) είναι υποδεέστερο εκείνου που πίστευε πως ήταν πριν από την κρίση). Το θετικό στοιχείο, βεβαίως, που την χαρακτηρίζει είναι ότι η χρηματοπιστωτική κρίση «δεν χτυπάει ποτέ απροειδοποίητα». Οι ενδείξεις πως οι συνθήκες της καταστροφής συσσωρεύονται, γίνονται εμφανείς και αντιληπτές σε πραγματικό σχεδόν χρόνο, με την μορφή διαφόρων δεικτών όπως είναι η απόκλιση του λόγου του χρέους προς το ΑΕΠ ή της μέσης τιμής των ακινήτων από τους ιστορικούς μέσους όρους τους. Η απληστία, όμως, των ανθρώπων και ο καιροσκοπισμός των πολιτικών (κυρίως των «φιλελεύθερων» στην περίπτωση αυτή), δημιουργούν τις γνωστές συνθήκες συλλογικής τύφλωσης και βαυκαλισμού (“This time is different”) που επιτρέπουν στην καταστροφή να συντελεστεί ανεμπόδιστα.

Εκεί, άλλωστε, βρίσκεται και μία ουσιώδης διαφορά του «χρηματοπιστωτικού» από τον «επιχειρηματικό κύκλο» : ο δεύτερος έχει έναν σχεδόν μηχανιστικά νομοτελειακό χαρακτήρα. Η οικονομία «πάλλεται», με τον τρόπο που ο Κέυνες είχε εξηγήσει, μεταξύ «άνθησης» και «ύφεσης» για εγγενείς λόγους, δημιουργώντας έτσι φάσεις όπως η «κάμψη» ή η «υπερθέρμανση». Αντίθετα ο «χρηματοπιστωτικός κύκλος» δεν έχει τίποτε το νομοτελειακό. Για πολλά χρόνια, από τα μέσα της δεκαετίας του ΄30 έως τα μέσα της δεκαετίας του ΄80, (που ο τραπεζικός τομέας λειτουργούσε σε αυστηρά καθορισμένα πλαίσια) ήταν σχεδόν ανύπαρκτος στις περισσότερες από τις δυτικές αναπτυγμένες οικονομίες. Η ένταση και η συχνότητα με την οποία εμφανίζεται είναι συνάρτηση της έλλειψης ρύθμισης και ελέγχου που χαρακτηρίζει τις χρηματοπιστωτικές αγορές. Όταν κυριαρχεί η παράλογη αντίληψη ότι οι αγορές κεφαλαίων και χρήματος είναι στην ουσία τους πανομοιότυπες με τις αγορές προϊόντων και ο ρυθμιστικός έλεγχος επ’ αυτών περιορίζεται ή και καταργείται, τότε εμφανίζεται το φαινόμενο της «παραμορφωτικής διάθλασης» τόσο ως προς την εκτίμηση του επενδυτικού κινδύνου όσο και ως προς την αξιολόγηση των σχετικών τιμών των περιουσιακών στοιχείων. Το φαινόμενο αυτό είναι σύμφυτο με τις αρρύθμιστες χρηματοπιστωτικές αγορές, για έναν απόλυτα εξηγήσιμο λόγο : η όσο το δυνατόν μεγαλύτερη «μόχλευση» δημιουργεί και τα ανάλογα κέρδη. Ακόμη δε και όταν έχουν ξεφύγει πλέον από κάθε όριο, οι αγορές συνεχίζουν να λειτουργούν προς την ίδια κατεύθυνση κινούμενες από την ιδέα της ύπαρξης του «τελευταίου τρελού», ιδέα σύμφωνα με την οποία κάποιος «τρελός» θα βρεθεί και αύριο να αγοράσει σε ακόμη μεγαλύτερη τιμή από την σημερινή. Το φαινόμενο της «παραμορφωτικής διάθλασης», όμως, παύει να υπάρχει, στην μεγεθυντική και αισιόδοξη τουλάχιστον μορφή του, μόλις εκδηλωθεί η κρίση. Την θέση του παίρνει η απαισιόδοξη μορφή του που γεννά τον πανικό, ο οποίος λειτουργεί ως αυτοεκπληρούμενη προφητεία. Στην ουσία της δηλαδή  η εκδήλωση μίας κρίσης χρέους δεν είναι παρά η συλλογική συνειδητοποίηση (καμμιά φορά και σε υπερβολικό βαθμό) πόσο πολύ λανθασμένες ήταν οι οικονομικές εκτιμήσεις της προηγούμενης περιόδου.

Η βασική θεωρητική ιδέα πίσω από την κατανόηση του μηχανισμού της κρίσης που προέρχεται από τον «χρηματοπιστωτικό κύκλο» είναι ότι η χρηματοπιστωτική επέκταση δεν είναι μία ουδέτερη διαδικασία που απλώς διευκολύνει τις λειτουργίες («λιπαίνει τα γρανάζια») στην πραγματική οικονομία. (Το χρήμα δεν είναι «ουδέτερο» ούτε βραχυχρόνια, αλλά ούτε και μακροχρόνια, όπως πιστεύει όλη η σχολή της νεοκλασικής σκέψης, αλλά κατά έναν άλλο τρόπο και ο κεϋνσιανισμός). Αντίθετα η χρηματοπιστωτική επέκταση, όταν δεν έχει «ουδέτερο» ρυθμό, δημιουργεί αφ’ εαυτής πλούτο και εισοδήματα και κατά συνέπειαν συμβάλλει στην διαμόρφωση της πραγματικής οικονομίας και στην κατανομή του προϊόντος της. Πότε, όμως, συμβαίνει να μην έχει «ουδέτερο» ρυθμό ; Συμβαίνει όταν η ταχύτητα της χρηματοπιστωτικής επέκτασης είναι διαφορετική (δηλαδή μεγαλύτερη) από τον μεσο-μακροχρόνιο ρυθμό ανάπτυξης της πραγματικής οικονομίας (δηλαδή του «δυνητικού προϊόντος» της). Τότε η συγκεκριμένη αναντιστοιχία δημιουργεί το φαινόμενο της στρεβλής κατανομής των πόρων και των επενδύσεων (misallocation of investments). Κριτήριο βέβαιο για το ότι η κατανομή είναι στρεβλή και συνεπώς μη αποδοτική είναι ένα και μοναδικό, πλην όμως και αμάχητο : ο χρόνος. Η διαπίστωση της λανθασμένης πορείας γίνεται πάντοτε ex-post όταν ένα πολύ σημαντικό ποσοστό των επενδύσεων που πραγματοποιούνται υπό το παραθλαστικό πρίσμα της υπερβάλλουσας πιστωτικής επέκτασης, (ποσοστό που ξεπερνάει εκείνο που ο Κέυνς στην «Γενική Θεωρία» έκρινε πως μπορεί να αντικατασταθεί ομαλά μέσω του «κεντρίσματος» της κατάλληλης οικονομικής πολιτικής), θα αποδειχθεί αδιέξοδο. Δεν θα καταφέρει, δηλαδή, να ολοκληρώσει τον προβλεπόμενο κύκλο ζωής του κάνοντας απόσβεση γιατί σε κάποιο σημείο η (πραγματική ή τεκμαρτή) κερδοφορία του θα περιορισθεί η και θα μηδενισθεί, πράγμα που συνεπάγεται ότι σταδιακά η αξία του, ως στοιχείου του ενεργητικού ενός υποθετικού χαρτοφυλακίου, θα καταστεί μικρότερη από τα δάνεια που το βαρύνουν, δηλαδή από το αναλογούν παθητικό στο ίδιο χαρτοφυλάκιο. Αυτή είναι η έννοια της «καθαρής αρνητικής θέσης», ή το περίφημο underwater στην γλώσσα της αγοράς ακινήτων των ΗΠΑ, όπου το φαινόμενο, μετά την εκδήλωση της κρίσης, είναι ενδημικό. Όμως, «αδιέξοδες επενδύσεις» δεν παρατηρούνται μόνο στον τομέα των ακινήτων. Εκεί, βέβαια, είναι το βασικό πεδίο όπου το φαινόμενο εκδηλώνεται και έχει οδηγήσει στην βαθιά κρίση χώρες όπως η Ιαπωνία (στην δεκαετία του ‘90), η Ισπανία ή η Ιρλανδία, ή έχει συμβάλει σημαντικά στην κρίση χωρών όπως οι ΗΠΑ ή η Μεγάλη Βρετανία. Επίσης, όμως, παρατηρείται στο εμπόριο, στις λοιπές υπηρεσίες, στην βιομηχανία ή στην αγορά πρώτων υλών. (Σε μία ορισμένη χώρα δε, πέραν όλων αυτών, παρατηρήθηκε και στον δημόσιο τομέα).

Όταν η χρηματοπιστωτική ανάπτυξη προσεγγίσει το σημείο καμπής και μεταβληθεί σε κρίση χρέους η οικονομία εισέρχεται σε μία διαδικασία «διαρθρωτικής κρίσης». («Δομική αναδιάρθρωση, επίσης θα μπορούσαμε να την λέγαμε). Εάν μάλιστα το φαινόμενο είναι ιδιαίτερα ισχυρό τότε μπορούμε να μιλάμε για «διαρθρωτική κατάρρευση». Στα ελληνικά με την λέξη «ύφεση» έχουμε μεταφράσει δύο αγγλικές λέξεις που περιγράφουν δύο διαφορετικές έννοιες οικονομικής κρίσης : την λέξη recession και την λέξη depression. Παρά το ότι δεν υπάρχει κοινά αποδεκτός ορισμός, έχει επικρατήσει κατά πλειοψηφίαν η άποψη ότι η πρώτη (recession) περιγράφει τις ήπιες κάμψεις της οικονομικής δραστηριότητας που παρατηρούνται στην διάρκεια του «επιχειρηματικού κύκλου» και μπορούν να παραμείνουν εντός ανεκτών για την κοινωνική συνοχή ορίων, και τούτο χάρις στα εργαλεία της οικονομικής πολιτικής που έχουμε αναπτύξει αξιοποιώντας την κεϋνσιανή θεωρητική πρόταση. Αντίθετα η δεύτερη (depression) χρησιμοποιείται, από το μεγαλύτερο μέρος των οικονομολόγων για να περιγράψει την βαθιά κρίση της αμερικανικής οικονομίας στην διάρκεια της δεκαετίας του ΄30, κρίση από την οποία, στην πραγματικότητα, η οικονομία των ΗΠΑ δεν εξήλθε παρά με το τέλος τους Β΄ Παγκόσμιου Πολέμου. Στην διάρκεια της κρίσης αυτής το ΑΕΠ μειώθηκε μέχρι και 33% και η ανεργία έφθασε να ξεπεράσει το 25%. Ο φόβος της επανάληψης της συγκεκριμένης κρίσης αποτελούσε ουσιαστικά τον εφιάλτη των οικονομολόγων και των υπευθύνων της οικονομικής πολιτικής των ΗΠΑ, μέχρι τουλάχιστον τις αρχές της τρίτης χιλιετίας, όταν πια πίστεψαν ότι τον ξεπέρασαν οριστικά με την πολιτική της Great Moderation ! (Που στην πραγματικότητα, βεβαίως, ήταν η πολιτική που δημιούργησε και παρόξυνε τις συνθήκες οι οποίες δημιούργησαν την σημερινή κρίση, γνωστή και ως Lesser Depression). Εν πάση περιπτώσει, εκείνο που έχει σημασία είναι ότι η λέξη «ύφεση» δεν μπορεί να έχει στην ελληνική ορολογία και τις δύο έννοιες γιατί έτσι δημιουργείται μία σύγχυση η οποία δεν είναι καθόλου άμοιρη των λανθασμένων «αναγνώσεων» της κρίσης που διέρχεται η ελληνική οικονομία. Εάν «ύφεση» σήμαινε depression τότε για την recession θα έπρεπε να χρησιμοποιείται κάποιος άλλος όρος, όπως για παράδειγμα «κάμψη». Στην πραγματικότητα όμως, στο νεφελώδες συλλογικό φαντασιακό των Ελλήνων οικονομολογούντων η λέξη «ύφεση» είναι στενά συνυφασμένη με την κεϋνσιανή πολιτική η οποία υποτίθεται ότι μπορεί να την ποδηγετήσει και να την ακυρώσει. Συνεπώς, ο συγκεκριμένος όρος είναι καλύτερα να χρησιμοποιείται για την καθοδική φάση του «επιχειρηματικού κύκλου» (δηλαδή για την recession), ενώ για την αντίστοιχη φάση του «χρηματοπιστωτικού κύκλου» (δηλαδή για την depression) θα πρέπει να χρησιμοποιείται κάποιος άλλος όρος, έστω και σύνθετος, όπως «δομική κρίση» ή «διαρθρωτική κρίση» (με ακραία μορφή της την «διαρθρωτική κατάρρευση»). Η επιλογή ενός σημαίνοντος που παραπέμπει σε λάθος σημαινόμενα και δημιουργεί ατυχείς συμπαραδηλώσεις είναι ο πλέον ασφαλής τρόπος να μην κατανοήσει ποτέ κάποιος αυτό που πραγματικά του συμβαίνει.

Το κρίσιμο, λοιπόν, ερώτημα που ανακύπτει είναι αν η έννοια του «πολλαπλασιαστή» μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως αναλυτικό εργαλείο σε μία κρίση διαρθρωτικής κατάρρευσης. Εάν δηλαδή ένα αναλυτικό εργαλείο που έχει δημιουργηθεί στηριγμένο σε μία σειρά από προκείμενες που αφορούν μία κατάσταση δομικής σταθερότητας και ήπιων μετασχηματισμών της κεφαλαιακής σύνθεσης, και της κλαδικής διάρθρωσης, της οικονομίας μπορεί να χρησιμεύσει ως αναλυτικό εργαλείο σε συνθήκες όπου ολόκληροι κλάδοι καταρρέουν και η δομή μίας εθνικής οικονομίας μετασχηματίζεται βίαια. Όποιος θα ήθελε ειλικρινά να βρει την απάντηση σε αυτό θα έπρεπε, προ οιουδήποτε άλλου, να διαβάσει προσεκτικά το 10ο κεφάλαιο της «Γενικής Θεωρίας» με τίτλο “The marginal propensity to consume and the multiplier”, στο οποίο ο Κέυνς εισάγει την έννοια του «πολλαπλασιαστή» (η μάλλον επαναδιατυπώνει σε ευρύτερη βάση την έννοια που είχε ήδη εισαγάγει από το 1931 o μαθητής του R. F. Kahn). Ο αναγνώστης θα διαπιστώσει αρχικά ότι πολύ λίγα έχουν αλλάξει στο τρόπο που αντιμετωπίζεται το ζήτημα. Ο ίδιος ο Κέυνς, προκειμένου να ειδοποιήσει ότι στον πραγματικό κόσμο η τιμή του «πολλαπλασιαστή» μπορεί να διαφέρει από την τιμή της θεωρητικής του εκτίμησης, σπεύδει να χρησιμοποιήσει μία σειρά από «μειωτήρες», δηλαδή να απαριθμήσει τους παράγοντες εκείνους που επιδρούν ώστε στην πράξη οι τιμές του «πολλαπλασιαστή» να μειώνονται : την αντίδραση των επιτοκίων, τον ψυχολογικό αντίκτυπο που έχει στην συμπεριφορά των οικονομικών υποκειμένων η κρατική ενεργοποίηση, την διαρροή των «πολλαπλασιαστικών» επιδράσεων στο εξωτερικό μέσω των εισαγωγών. Σε μεγάλο βαθμό αυτοί ακριβώς είναι και οι λόγοι στους οποίους οι σημερινοί ερευνητές αποδίδουν τις αποκλίσεις της υποτιθέμενης πραγματικής τιμής του «πολλαπλασιαστή» από την εικαζόμενη θεωρητική τιμή του.7 (Καθιστώντας τον μικρότερο εάν πρόκειται για άνοδο της οικονομίας ή μεγαλύτερο εάν πρόκειται για κάμψη). Το πιο σημαντικό σημείο όμως που προκύπτει από την προσεκτική ανάγνωση του κεφαλαίου, (καθώς επίσης και του κεφαλαίου 18 με τίτλο “The general theory of employment re-stated” στο οποίο επαναλαμβάνεται η θεωρία του «πολλαπλασιαστή» αλλά περιγράφονται και οι συνθήκες υπό τις οποίες η οικονομία δεν ξεφεύγει σε καταστροφικές αναταράξεις όσον αφορά την αυξομείωση του ΑΕΠ) είναι ότι ο Κέυνς, ενίοτε και με ρητό τρόπο, περιγράφει μία οικονομία με σταθερή διάρθρωση στην οποία ο «πολλαπλασιαστής» είτε ενεργοποιείται αρχικά από δαπάνες που αφορούν δημόσια έργα και στην συνέχεια επιτρέπει σε άνεργο εργατικό δυναμικό να συνδυασθεί με ήδη υπάρχον αργούν κεφαλαιακό δυναμικό, είτε ενεργοποιείται αρχικά από μικρές αυξήσεις των επενδύσεων σε κλάδους κυρίως κεφαλαιακών αγαθών και στην συνέχεια οδηγεί και πάλι τους άνεργους στην κάλυψη των κενών θέσεων που υπάρχουν στο υφιστάμενο μεν, αργούν δε, κεφαλαιακό απόθεμα. Ως εκ τούτου η ιδέα του «πολλαπλασιαστή» που θεωρεί ότι στο συντριπτικά μεγαλύτερο ποσοστό τους οι αλλαγές, και στην απασχόληση και στο επίπεδο του εισοδήματος, είναι αποτελέσματα της αυτόνομης αύξησης (μείωσης) της εξωγενούς δαπάνης που προκαλεί η οικονομική πολιτική, (δηλαδή συνδέονται με μία αιτιακή σχέση που πηγαίνει από την αυτόνομη κρατική δαπάνη προς το εισόδημα και την απασχόληση), είναι μία ιδέα θεωρία που έχει ως αναγκαία και απαραίτητη συνθήκη ότι η κλαδική διάρθρωση της οικονομίας παραμένει σταθερή.

Ακριβώς λόγω της διανοητικής εντιμότητας που τον διέκρινε, και θέλοντας προφανώς να ειδοποιήσει τον αναγνώστη για τις συγκεκριμένες συνθήκες εντός των οποίων το φαινόμενο του «πολλαπλασιαστή» μπορεί να εμφανισθεί, ο Κέυνς αναφέρει τα εξής (στην αρχή του πρώτου τμήματος του κεφαλαίου 10), δημιουργώντας την εντύπωση ότι αντιφάσκει και με αυτά που ο ίδιος είχε πει μία σελίδα πιο πριν, ότι δηλαδή η αύξηση της απασχόλησης μπορεί να προέλθει από την αύξηση της επένδυσης : “The fluctuations in real income under consideration in this book are those which result from applying different quantities of employment (i.e. of labour-units), to a given capital equipment, so that real income increases and decreases with the number of labour-units employed” 8. Βέβαια, στην πραγματικότητα δεν υπάρχει καμμία αντίφαση : η αύξηση των επενδύσεων έχει σκοπό να φέρει το κεφαλαιακό απόθεμα της οικονομίας στο άριστο επίπεδο, το οποίο αντιστοιχεί στην πλήρη απασχόληση. Διότι επίσης (στην «4η συνθήκη» του 18ου κεφαλαίου) εξηγεί ρητά ότι η συσσώρευση κεφαλαιακού αποθέματος διακυμαίνεται ελαφρά πέριξ ενός «αρίστου» σημείου δημιουργώντας την εναλλαγή «κάμψης» και «ανάκαμψης». Ο βασικός λόγος για τον οποίον επιμένει και υπογραμμίζει ρητά ότι η θεωρία του αναφέρεται “to a given capital equipment” είναι λοιπόν αυτός, πλην όμως μπορούμε να φαντασθούμε και έναν επιπλέον λόγο τον οποίον δεν αντιλαμβάνονται οι σημερινοί αγοραίοι οπαδοί του : εάν δεν έθετε τον συγκεκριμένο περιορισμό της δομικής σταθερότητας του κεφαλαίου, εντός της οποίας λειτουργεί το φαινόμενο του «πολλαπλασιαστή» που αυξάνει το επίπεδο του εισοδήματος, αλλά ισχυριζόταν ότι αυτό αποτελεί έναν γενικό, οικουμενικό νόμο της οικονομίας, ο ισχυρισμός του θα ισοδυναμούσε με την άποψη ότι όλη η οικονομική ανάπτυξη της ανθρωπότητας από την εποχή των σπηλαίων μέχρι σήμερα είναι προϊόν του φαινομένου του «πολλαπλασιαστή» και της επεκτατικής δημοσιονομικής πολιτικής ! Κάτι που ίσως κάποιοι από τους σημερινούς εγχώριους επιγόνους του να μην έχουν πρόβλημα να υποστηρίξουν, αλλά που ο μεγάλος οικονομολόγος δεν έφθασε ποτέ να πει έστω και αν τα τελευταία κεφάλαια της «Γενικής Θεωρίας» αποτελούν μία αναδρομική εφαρμογή της στην θεωρία και στην ιστορία της ευρωπαϊκής οικονομίας. Ως εκ τούτου, εκείνο που μπορεί να συγκρατήσει ο αναγνώστης του Κέυνς ο οποίος ενδιαφέρεται να τον κατανοήσει και όχι να αντλήσει από αυτόν προκαθορισμένα επιχειρήματα και πολιτικά προτάγματα, είναι το εξής : το φαινόμενο του «πολλαπλασιαστή» αφορά μία οικονομία στην οποία η κεφαλαιακή σύνθεση (δηλαδή η κλαδική διάρθρωσή της) παραμένει σταθερή και υφίσταται μόνο οριακές αλλαγές, ενώ ταυτοχρόνως σταθερά παραμένουν τόσο τα καταναλωτικά πρότυπα όσο και οι μακροχρόνιοι οικονομικοί προσανατολισμοί των οικονομικών μονάδων, είτε για επιχειρήσεις πρόκειται, είτε για νοικοκυριά.

Στην «διαρθρωτική κατάρρευση» όμως, (δηλαδή στις συνθήκες όπου οι προϋποθέσεις διαρθρωτικής ισορροπίας που περιγράφει ο Κέυνς στο κεφάλαιο 18 της «Γενικής Θεωρίας» δεν ισχύουν) τα πράγματα είναι, εξ αντικειμένου, πολύ διαφορετικά. Η μείωση του επιπέδου εισοδήματος δεν οφείλεται ούτε αποκλειστικά, ούτε κατά πλειοψηφίαν, στην μείωση της δημόσιας δαπάνης. Το συντριπτικά μεγαλύτερο ποσοστό της μείωσης οφείλεται στην ξαφνική απαξίωση, δηλαδή καταστροφή, του κεφαλαίου, καταστροφή η οποία προξενείται από την εξάντληση της (φαινομενικής) ανοδικής πορείας της οικονομίας και την διάλυση των ψευδαισθήσεων που είχε δημιουργήσει η άμετρη χρηματοοικονομική επέκταση για σειρά ετών. (Δηλαδή από το σπάσιμο της «φούσκας», όπως έχει επικρατήσει να λέγεται). Η καταστροφή του κεφαλαίου που παίρνει την μορφή βίαιης συρρίκνωσης ολόκληρων κλάδων της οικονομίας, και η καθίζηση του εισοδήματος που συνεπάγεται, δεν είναι κατά κύριο λόγο συνέπεια κάποιας συσταλτικής δημοσιονομικής πολιτικής, ακόμη κι όταν εφαρμόζεται τέτοια. Είναι συνέπεια της σωρευτικής διόγκωσης «αδιέξοδων επενδύσεων» στις οποίες παρωθούσαν για μακρό χρονικό διάστημα οι διαθλαστικές επιδράσεις της υπερβάλλουσας χρηματοπιστωτικής επέκτασης, (η οποία, πάντως, στην περίπτωση της Ελλάδας είχε προκληθεί κυρίως από τον δημόσιο τομέα της οικονομίας), διόγκωση όμως που, μόλις φθάσει στο όριό της, ουσιαστικά αφαιρεί το έδαφος κάτω από τις συγκεκριμένες επενδύσεις, οι οποίες καταρρέουν με ρυθμό πολύ ταχύτερο από εκείνον με τον οποίο πραγματοποιήθηκαν, αφού η κατάρρευση είναι πάντοτε διαδικασία πολύ ταχύτερη από την οικοδόμηση. Το τρομερό λάθος όσων βλέπουν τον κόσμο μόνο υπό το κεϋνσιανό πρίσμα είναι ότι θεωρούν πως ό,τι συμβαίνει στην οικονομία είναι προϊόν ενός κεϋνσιανού «πολλαπλασιαστή» και των διακυμάνσεων της αυτόνομης εξωγενούς δαπάνης του δημόσιου τομέα. Όταν, δε, τα μεγέθη που εκτιμούν δεν επιβεβαιώνονται θεωρούν ότι είναι λάθος οι μετρήσεις. Στην πραγματικότητα όμως λάθος είναι η θεωρία τους η οποία τείνει να πιστεύει ότι είναι δυνατόν όλη η οικονομική ιστορία της ανθρωπότητας, από την εποχή των σπηλαίων μέχρι σήμερα, να συναιρεθεί στο φαινόμενο του «πολλαπλασιαστή». Μόνο που όπως δεν μπορείς να διαγνώσεις ένα κάταγμα κνήμης χρησιμοποιώντας ένα πιεσόμετρο, έτσι δεν μπορείς και να εκτιμήσεις τις διαστάσεις μίας «διαρθρωτικής κατάρρευσης» της οικονομίας χρησιμοποιώντας τα αναλυτικά εργαλεία της κεϋνσιανής θεωρίας, δηλαδή μίας θεωρίας που έχει διαμορφωθεί για να αναλύει τον «επιχειρηματικό κύκλο», ο οποίος είναι ένα φαινόμενο που εξελίσσεται και εκδηλώνεται σε συνθήκες δομικής και κλαδικής σταθερότητας της οικονομίας. Για τον λόγο αυτό, πάντοτε οι εκτιμήσεις των «πολλαπλασιαστών» σε συνθήκες «διαρθρωτικής κρίσης» της οικονομίας θα είναι λανθασμένες ! Προϋποθέτουν αιτιακές σχέσεις μεταξύ των μεταβλητών που δεν υπάρχουν στην πραγματικότητα.

Σε μία «διαρθρωτική κρίση» οι διάρκειες και οι ρυθμοί είναι διαφορετικοί, και τούτο διότι όταν η κλαδική σύνθεση της οικονομίας διαφοροποιείται βίαια, η δυνατότητα του πλεονάζοντος εργατικού δυναμικού να προσαρμοσθεί στην νέα πραγματικότητα, (η οποία άλλωστε δεν έχει ακόμη διαμορφωθεί ούτε καν στα σχέδια των εν δυνάμει νέων επενδυτών) είναι περιορισμένη και απαιτεί χρόνο και σοβαρές αλλαγές : μετακινήσεις στον χώρο προς νέα κέντρα ανάπτυξης, εκμάθηση νέων επαγγελματικών δεξιοτήτων κλπ. Αυτός είναι ένας περαιτέρω λόγος για τον οποίον η δημόσια δαπάνη (ακόμη και αν είναι επεκτατική) σε μεγάλο βαθμό αποσυμπλέκεται από την αγορά εργασίας και δεν είναι σε θέση να επιφέρει άμεσα «πολλαπλασιαστικά» αποτελέσματα του τύπου που περιγράφονται στην «Γενική Θεωρία». “…the bust that follows years of a debt-fueled boom leaves behind an economy that supplies too much of the wrong kind of good relative to the changed demand. Unlike a normal cyclical recession, in which demand falls across the board and recovery requires merely rehiring laid-off workers to resume their old jobs, economic recovery following a lending bust typically requires workers to move across industries and to new locations”.9

Βεβαίως, για αποφυγή παρεξηγήσεων, εδώ θα πρέπει να προσθέσει κανείς μία σημαντική υποσημείωση απαντώντας στο εξής ερώτημα: το γεγονός ότι μία οικονομία βρίσκεται σε «διαρθρωτική κατάρρευση» (depression) και όχι σε κεϋνσιανού τύπου «ύφεση» (recession), συνεπάγεται μήπως ότι δεν πρέπει να υπάρχει προσπάθεια αντιμετώπισης της κρίσης μέσω δημοσιονομικής (αλλά και νομισματικής) πολιτικής; (Κάτι παρόμοιο υποστηρίζουν δύο τουλάχιστον συγκεκριμένα θεωρητικά ρεύματα). Η απάντηση σε αυτό είναι σαφής : κάθε άλλο. Εάν η πληττόμενη οικονομία διαθέτει το απαραίτητο δημοσιονομικό περιθώριο (fiscal space) και τους απαιτούμενους μηχανισμούς νομισματικής πολιτικής, θα πρέπει να τους χρησιμοποιήσει, όπου και όπως μπορεί, προκειμένου να απομειώσουν και να αντισταθμίσουν την κρίση. Αυτός είναι, άλλωστε, και ο λόγος για τον οποίον η οικονομία των ΗΠΑ το 2008 απέφυγε να υποστεί μία διαρθρωτική καταστροφή. Τόσο η δημοσιονομική όσο και η νομισματική πολιτική της αφιερώθηκαν συνολικά στην ανάσχεση της κατάρρευσης, πράγμα το οποίο και σε μεγάλο βαθμό πέτυχαν. Βεβαίως οι ΗΠΑ αντιμετωπίζουν και σήμερα ένα πρόβλημα κάμψης του ΑΕΠ και ανεργίας, κάτι το οποίο είναι φυσιολογικό διότι μία «διαρθρωτική κρίση» δεν θεραπεύεται σε διάστημα ενός ή δύο ετών όπως συμβαίνει με μία τυπική φάση κάμψης σε έναν κλασσικό «επιχειρηματικό κύκλο». (Κάτι που αδυνατούν να αντιληφθούν οι υποστηρικτές του μονοδιάστατου κεϋνσιανισμού). Και βεβαίως η εκτεταμένη προσφυγή στην δημοσιονομική και νομισματική πολιτική δεν είναι άμοιρη προβλημάτων όσον αφορά το μέλλον διότι δημιουργεί σημαντικά ερωτήματα που αφορούν τον συγκερασμό επιλογών και αναγκαιοτήτων, τα οποία θα αναφανούν, χωρίς αμφιβολία, μόλις δημιουργηθούν συνθήκες αναστροφής των πολιτικών αυτών. (Διατυπώνονται ήδη φόβοι ότι η πολιτική της quantitative easing δημιουργεί νέες «παραθλάσεις» και κερδοσκοπικές «φούσκες»). Το ουσιώδες, πάντως, είναι ότι οι ΗΠΑ απέφυγαν να πέσουν στην περιδίνηση εκείνη που θα τις έφερνε πίσω στην δεκαετία του 1930. Ενώ αντίθετα η Ελλάδα, που δεν διέθετε δημοσιονομικό περιθώριο, (γιατί με 130% δημόσιο χρέος και 15% δημοσιονομικό έλλειμμα το 2009 ήταν μία απόλυτα χρεοκοπημένη χώρα), ούτε και μηχανισμούς νομισματικής πολιτικής (γιατί ως μέλος της ευρωπαϊκής νομισματικής ένωσης είχε εκχωρήσει την αρμοδιότητα της νομισματικής της πολιτικής στην Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα), αλλά και που έπασχε από μία πολύ μεγαλύτερη διαρθρωτική παραμόρφωση από τις ΗΠΑ, απλούστατα δεν είχε την δυνατότητα να ανασχέσει και να επιβραδύνει τις επιπτώσεις της «διαρθρωτικής κατάρρευσης» στην οποία είχε, ήδη, εισέλθει από το 2009. (Δηλαδή πολύ πριν την αναπόφευκτη μείωση της δημόσιας δαπάνης και την έλευση του σταθεροποιητικού προγράμματος, όπως δείχνει ο ισχνός μεν, αρνητικός δε «πολλαπλασιαστής» του -0,15 για το έτος εκείνο).

Υπάρχει και μία άλλη πολύ σημαντική διαπίστωση στην οποία καταλήγει αναπόδραστα όποιος έχει την διάθεση και την δυνατότητα να αντιληφθεί τις διαφορές που χαρακτηρίζουν τον «επιχειρηματικό» από την «χρηματοπιστωτικό κύκλο», και την «ύφεση» από την «διαρθρωτική κατάρρευση». Η διαπίστωση είναι η εξής : ενώ μία ύφεση κεϋνσιανού τύπου είναι δυνατόν να αντιμετωπισθεί συγχρονικά, δηλαδή μόλις εκδηλωθεί, με την κατάλληλη οικονομική πολιτική, η «διαρθρωτική κατάρρευση» αντιμετωπίζεται κατά κύριο λόγο προληπτικά, δηλαδή με μία σώφρονα και νουνεχή πολιτική στην μακρά διάρκεια της οικονομίας. Πράγμα που, περισσότερο από κάθε άλλο, έλειψε από την Ελλάδα στην περασμένη δεκαετία με αποτέλεσμα σήμερα η χώρα μας να είναι η δεύτερη, ίσως, αναπτυγμένη οικονομία της βιομηχανικής εποχής, μετά τις ΗΠΑ της δεκαετίας του ’30, η οποία γνωρίζει μία βαθιά ανθρωπιστική κρίση επιβίωσης, όχι εξ αιτίας κάποιου πολέμου ή φυσικής καταστροφής, αλλά εξ αιτίας μίας «διαρθρωτικής κατάρρευσης» της οικονομίας της.

«Επιχειρηματικός κύκλος»

«Χρηματοπιστωτικός κύκλος»

Ύφεση

Διαρθρωτική κρίση

Προσωρινές επιπτώσεις-παροδική ανεργία

Μόνιμες επιπτώσεις-μακροχρόνια ανεργία

Διάρκεια κύκλου έως 8 έτη

Διάρκεια κύκλου έως 20 έτη

Διάρκεια κρίσης από 1 έως 2 έτη

Διάρκεια κρίσης από 4,5 έως 10 έτη

Η τιμή των ακινήτων δεν μεταβάλλεται σημαντικά

Η τιμή των ακινήτων διογκώνεται αρχικά σε μεγάλο βαθμό αλλά με την εκδήλωση της κρίσης καταρρέει.

Γραμμικός πολλαπλασιαστής «τοπικά» (κατά προσέγγισιν)

Καμπύλος (φαινομενικά) πολλαπλασιαστής-έλλειψη σημαντικής αιτιακής σχέσης μεταξύ των μεταβολών στην δημόσια δαπάνη και στη μείωση του ΑΕΠ

Το «δυνητικό προϊόν» παραμένει σταθερό

Το «δυνητικό προϊόν» αποκαλύπτεται μικρότερο του νομιζόμενου.

Η οικονομία συνεχίζει στο ίδιο «μονοπάτι» ανάπτυξης

Η οικονομία μεταπίπτει σε χαμηλότερο «μονοπάτι» ανάπτυξης

Η κλαδική σύνθεση της οικονομίας παραμένει (σχετικά) σταθερή

Η κλαδική σύνθεση της οικονομίας μεταβάλλεται σημαντικά.

Ο «επιχειρηματικός κύκλος» προκαλείται εγγενώς, από τις «ταλαντεύσεις» της οικονομίας μεταξύ «ύφεσης» και «υπερθέρμανσης»

Ο «χρηματοπιστωτικός κύκλος» εμφανίζεται μόνο όταν το χρηματοπιστωτικό σύστημα λειτουργεί χωρίς ρυθμιστικούς κανόνες και περιορισμούς ασφαλείας.

Η οικονομική κρίση της Ελλάδας είναι μία κρίση «διαρθρωτικής κατάρρευσης» και ως τέτοια μόνο μπορεί να αντιμετωπισθεί.

Η γιαγιά και ο παππούς δεν είδαν την σύνταξή τους να μειώνεται δραστικά εξ αιτίας της «επιδρομής» του ΔΝΤ στην Ελλάδα, (όπως κάποιος διαδικτυακός σχολιογράφος εγγονός ισχυριζόταν), αλλά εξ αιτίας του γεγονότος ότι η χώρα χρεοκόπησε. Αντιθέτως μάλιστα, ίσως, εάν δεν είχε έρθει το ΔΝΤ, φέρνοντας μαζί του και την δανειακή διευκόλυνση που, μόνο με την συμμετοχή του στο πρόγραμμα διάσωσης της Ελλάδας, οι Ευρωπαίοι εταίροι έστερξαν να παράσχουν, η κατάσταση της γιαγιάς να ήταν σήμερα πολύ πιο δραματική. Ούτε φυσικά και η οικονομία της Ελλάδας «συρρικνώθηκε» τεχνητά στα 195 δισεκατομμύρια πέρυσι, και στα 185 δισεκατομμύρια φέτος, εξ αιτίας της λανθασμένης (ή δόλιας;) οικονομικής πολιτικής όπως ισχυρίζονται κάποιοι τηλεγενείς καθηγητές. Το σημερινό επίπεδο του ελληνικού ΑΕΠ δεν είναι «συρρίκνωση». Τα χθεσινά του επίπεδα, αντίθετα, όταν η χώρα συμπεριφερόταν καταναλωτικά σαν να ήταν μία χώρα με ΑΕΠ 310 δισεκατομμυρίων, ήταν τεχνητά και αφύσικα, προϊόντα μίας διόγκωσης που δεν ανταποκρινόταν στο παραγωγικό της δυναμικό. Και όσο και να διαμαρτυρηθούν και να φωνάξουν οι τηλεπαρουσιαστές, η αντικειμενική πραγματικότητα είναι πως οι δανειστές, που έχουν ήδη χάσει αρκετά και θα χάσουν και άλλα με την νέα επικείμενη αναπόφευκτη απομείωση του χρέους, είναι φυσικό να μην έχουν την διάθεση να χάσουν ακόμη περισσότερα χρηματοδοτώντας μία ακραία κατανάλωση και μία ισχνή παραγωγική βάση καθώς και την κοινωνικο-οικονομική δομή και το πολιτικο-ιδεολογικό σύστημα του παρασιτισμού που απορρέει και στηρίζεται στον συνδυασμό αυτών των δύο.

Στις παρούσες συνθήκες, συνεπώς, καλός Έλληνας πατριώτης δεν είναι εκείνος που δημαγωγεί φωνασκώντας εναντίον των υποτιθέμενων «τοκογλύφων» και «καταστροφέων», προσπαθώντας να ιδιοποιηθεί την δυσαρέσκεια όσων νόμιζαν ότι ζούσαν ευημερούντες και εξασφαλισμένοι σε μία ευρωπαϊκή αναπτυγμένη οικονομία και βρέθηκαν ξαφνικά πενόμενοι, άνεργοι και με απολύτως αβέβαιο μέλλον σε μία τριτοκοσμική, ως προς την καθημερινότητά της, χώρα. Καλός Έλληνας πατριώτης δεν είναι εκείνος ο οποίος ισχυρίζεται δημαγωγικά ότι όλη η δυσπραγία που βιώνουμε είναι προϊόν «ύφεσης» επειδή υποτιμήθηκαν (και μάλιστα σκοπίμως) οι «πολλαπλασιαστές» και επειδή το πρωτογενές έλλειμμα του 10% του ΑΕΠ μειώθηκε και δεν αυξήθηκε περαιτέρω, όπως οι, κατά δήλωσίν τους, εγχώριοι οπαδοί του νομίζουν ότι ισχυριζόταν ο ατυχής Κέυνς πως πρέπει να συμβαίνει. Αντίθετα, καλός Έλληνας πατριώτης είναι αυτός που αντιλαμβάνεται ότι η χώρα βρίσκεται σε διαρθρωτική κρίση η οποία κινδυνεύει να πάρει μορφή όχι μόνο πλήρους «διαρθρωτικής κατάρρευσης» αλλά ολοσχερούς διάλυσής της, και ως εκ τούτου προσπαθεί να προωθήσει τις οικονομικές μεταρρυθμίσεις, αλλά και τις συλλογικές κοινωνικές πρωτοβουλίες οι οποίες θα αποτρέψουν την φρικτή αυτή απειλή από το να γίνει πραγματικότητα. Είναι επίσης καλός Έλληνας πατριώτης αυτός ο οποίος αντί να ευαγγελίζεται μαγικές λύσεις με «πολλαπλασιαστές» και «διαπραγματεύσεις», και αντί να δαιμονοποιεί τους ξένους υποτιθέμενους δήμιους της κοινωνίας μας, έχει το θάρρος να μιλήσει ανοιχτά για τα συλλογικά σφάλματα που μας έφεραν εδώ σήμερα, και για το έλλειμμα κοινωνικής υπευθυνότητας που χαρακτηρίζει το σώμα της ελληνικής κοινωνίας και αποτελεί το υπέδαφος επάνω στο οποίο αναπτύχθηκαν όλες οι πλάνες και οι παραισθήσεις της.

Βεβαίως εδώ μπορεί να εγείρει κανείς το εξής ερώτημα: εάν πράγματι η κρίση της ελληνικής οικονομίας είναι μία κρίση «διαρθρωτικής κατάρρευσης» και όχι «ύφεσης» κεϋνσιανού τύπου, πως μπορεί να το γνωρίζει αυτό ο απλός άνθρωπος ; Οφείλει ο κάθε Έλληνας πολίτης να είναι μύστης της οικονομικής θεωρίας και να έχει εντρυφήσει όχι μόνο στον Κέυνς αλλά επίσης στον Wicksell, στον Hayek και στον Minsky, που οι απόψεις τους αποτελούν σε μεγάλο βαθμό το υπόβαθρο της θεωρίας αυτής (και που το έργο τους παραμένει αμετάφραστο στα ελληνικά σχεδόν στο σύνολό του) ; Είναι δυνατόν ο Έλληνας άνεργος βιομηχανικός εργάτης, για παράδειγμα, που κατατρύχεται από το άγχος της επιβίωσης να αντιληφθεί αυτό που κατά τα φαινόμενα δεν έχει καταφέρει να αντιληφθεί ούτε ένας διακεκριμένος κάτοχος του βραβείου Νόμπελ για την οικονομική θεωρία, όπως ο Paul Krugman ; Και τι σημασία έχει για την πραγματική ζωή η θεωρητική διαπίστωση ότι η κρίση οφείλεται σε «διαρθρωτική κατάρρευση», είναι μία αντιπροσωπευτική κρίση χρέους και προέρχεται από την εξέλιξη του «χρηματοπιστωτικού κύκλου» και δεν είναι, απλά, μία κλασσική μορφή περιοδικής «ύφεσης» κεϋνσιανού τύπου η οποία απορρέει από τις διακυμάνσεις του «επιχειρηματικού κύκλου» ;

Η απάντηση στα παραπάνω είναι σχετικά απλή. Ναι, ό Έλληνας πολίτης μπορεί να το αντιληφθεί αυτό και δεν χρειάζεται να έχει ιδέα από οικονομική θεωρία, όπως δεν έχει ιδέα, αντιστοίχως, ο πολίτης άλλων χωρών με πολύ πιο συνετές επιλογές. Και ναι, το θέμα έχει πολύ μεγάλη -τεράστια- σημασία, διότι το είδος της κρίσης που διάγουμε πρέπει να καθορίσει τις απαντήσεις που θα δώσουμε σε αυτήν μέσα από τις πολιτικές που θα επιλέξουμε. Λανθασμένες απαντήσεις πολιτικής θα είναι καταστροφικές για την χώρα.

Ο μέσος Έλληνας πολίτης είναι σε θέση να διαπιστώσει ότι η χώρα βρίσκεται σε κατάσταση «διαρθρωτικής κατάρρευσης», εάν εξετάζοντας τον κοινωνικό του περίγυρο, (και τον εαυτό του φυσικά), προχωρήσει σε έναν ειλικρινή απολογισμό της οικονομικής και πολιτικής συμπεριφοράς του τα τελευταία 15 χρόνια. Θα διαπιστώσει τότε δύο πράγματα: πρώτον, ότι κυρίαρχο χαρακτηριστικό της περιόδου υπήρξε η συλλογική δαιμονιώδης αναζήτηση της προσόδου, χωρίς κανέναν ενδοιασμό και καμμία ανησυχία για το ότι αυτή η πρόσοδος τις περισσότερες φορές δεν είχε καμμία σχέση με την παραγωγή πραγματικού προϊόντος (υλικού ή άυλου) και κοινωνικής χρησιμότητας και δεν παρείχε, ως εκ τούτου, κανένα εχέγγυο βιωσιμότητας και διάρκειας στον χρόνο. Αυτή όμως η πλήρης αδιαφορία για την μη-αντιστοίχιση παραγωγής και κατανάλωσης, μόχθου και ευημερίας, αποτελούσε από οικονομική άποψη συμπεριφορά μωρών παρθένων, που οδήγησε τελικά σε οικονομικές επενδύσεις που δεν πρόκειται να αποσβεσθούν ποτέ και σε χαρτοφυλάκια με «αρνητικές θέσεις», δηλαδή στα πιο αντιπροσωπευτικά και αυθεντικά στοιχεία μίας διαρθρωτικής οικονομικής κατάρρευσης. (Πολλές φορές δε η επιπόλαια αυτή συμπεριφορά εκινείτο έξω από τα όρια της νομιμότητας, ή της ηθικής -και αυτό είναι γνωστό). Το δεύτερο που θα διαπιστώσει ο ειλικρινής ενδοσκοπούμενος αλλά και αναλογιζόμενος Έλληνας πολίτης είναι ότι ενώ ήδη ενεργούσε μέσα σε ένα οικονομικό περιβάλλον το οποίο ήταν υπερβολικά ευνοϊκό για να μην εγκλείει παγίδες (το περιβάλλον του ευρώ), δεν περιορίστηκε τουλάχιστον σε αυτό αλλά, ταυτοχρόνως, σε όλες τις πολιτικές επιλογές του, όχι μόνο σε εθνικό επίπεδο αλλά και σε περιφερειακό, τοπικό, επαγγελματικό, συνδικαλιστικό, επέλεξε να υποστηρίξει τις δυνάμεις εκείνες οι οποίες, κατά περιόδους, πλειοδοτούσαν στην προσφορά προσόδων και υπερθεμάτιζαν για τα πλεονεκτήματα της αναντιστοιχίας μηδενικού μόχθου και άμετρης ευημερίας10. Σήμερα βεβαίως η μήνις όσων υποφέρουν έχει στραφεί εναντίον των πολιτικών της εποχής. Γιατί όμως ; Μήπως οι ίδιοι οι σήμερα πάσχοντες δεν τους επέλεξαν χθες ; Άλλωστε, με την εξαίρεση βεβαίως όσων καταχράσθηκαν δημόσιο πλούτο, όλοι οι υπόλοιποι εκλεγέντες είναι αθώοι λόγω βλακείας. Εάν τους ακούσει κανείς να μιλάνε σήμερα, ή εάν διαβάσει τι γράφουν, είναι σαφές ότι όχι μόνο τότε δεν καταλάβαιναν τι έπρατταν αλλά ακόμη και σήμερα δεν έχουν καταλάβει τι έπραξαν.

Με τον τρόπο αυτό, δηλαδή με τις δύο θεμελιώδεις επιλογές της ελληνικής κοινωνίας που την προσανατόλισαν σταθερά προς την τυφλή αναζήτηση της προσόδου και την πλήρη αδιαφορία για την διαδικασία παραγωγής πραγματικού πλούτου αλλά και ποιότητας ζωής, αλλά και εξ αιτίας της λανθασμένης επιλογής της συμμετοχής στην ΟΝΕ (αλλά αφού αυτή, τέλος πάντων, έγινε που έγινε, στην συνέχεια και με την λανθασμένη πορεία εντός αυτής) 11, η ελληνική οικονομία άρχισε να εξελίσσεται παραμορφωτικά, σε μία κλασσική περίπτωση κλαδικής δυσπλασίας, η οποία δεν μπορούσε να οδηγήσει πουθενά αλλού εκτός από την κατάρρευσή της σε προβλεπτό χρονικό διάστημα. Η ήδη ισχνή παραγωγική βάση της χώρας συνέχισε να υποχωρεί, (αναλογικά προς τους υπόλοιπους κλάδους), δίνοντας την θέση της στην διευρυμένη εξυπηρέτηση της κατανάλωσης, στην εκτίναξη του όγκου και των αξιών των ακινήτων, και στον γιγαντισμό του δημόσιου τομέα ο οποίος ήταν και εκείνος ο οποίος δημιουργούσε τα απαραίτητα εισοδήματα μέσω του θηριώδους δανεισμού του που είχε καταστεί επιτρεπτός από την παραίσθηση που επικρατούσε διεθνώς, στην πρώτη περίοδο της ΟΝΕ, ότι από τούδε και εις το εξής το ελληνικό δημόσιο ήταν εξ ίσου φερέγγυος δανειζόμενος με το γερμανικό ή το φινλανδικό. Αυτό είχε σαν αποτέλεσμα το εξής: την ίδια στιγμή που οι παραγωγικές μονάδες έφευγαν για την Βουλγαρία και τα Σκόπια, ή έκλειναν οριστικά, λόγω της υψηλής δαπάνης λειτουργίας τους στην ευημερούσα, πλέον, και γι’ αυτό «ακριβή» Ελλάδα, και παρά το ότι οι Έλληνες δεν είχαν σταματήσει ούτε στιγμή να παραπονούνται, να αυτοοικτίρονται για την βάσκανο τύχη τους αλλά και να «αγωνίζονται» ενάντια στην «νεοφιλελεύθερη» μάστιγα της «λιτότητας»(!), σκηνές εντυπωσιακής ανάπτυξης, μίας κοινωνίας που έδειχνε ότι είχε βρει πλέον τον δρόμο προς την ευδαιμονία εξελίσσονταν. Έστω και αν ουδέποτε είχε δική της αυτοκινητοβιομηχανία, ή Ελλάδα έφθασε να έχει περισσότερα αυτοκίνητα ανά 1.000 κάτοικους από όσα η Αμερική 12, και μάλιστα ο εθνικός της στόλος είχε πολλές πρωτιές όσον αφορά την αναλογική συμμετοχή προβεβλημένων προϊόντων της διεθνούς παραγωγής. (Μόνο στις Maybach και στις Bentley η Ελλάδα, ίσως για κάποιο λόγο που έχει σχέση με την παραδοσιακή στενότητα των δρόμων της, δεν ήταν μεταξύ των πρώτων αγορών παγκοσμίως. Σε όλους τους παρεμφερείς τύπους, όμως, αρίστευε). Ποδοσφαιριστές σε ομάδες τρίτης κατηγορίας, χωρίς προοπτική να πάνε και ψηλότερα, θεωρούσαν τον εαυτό τους επαγγελματία και μάλιστα προσελάμβαναν και «μάνατζερ». Στην απέναντι γωνία από εκεί όπου κατοικεί ο υπογράφων, σε ένα ταπεινό πρώην ψαροχώρι της Αττικής, άνοιξε στα τέλη του 2008 ένα πολυτελές κατάστημα που δεν είχε καταστεί ακριβώς σαφές τι εμπορεύεται πριν τουλάχιστον το διευκρινίσει η ίδια η ιδιοκτήτρια απαντώντας σε σχετική ερώτηση : είδη feng sui. Σε διάφορες περιοχές της Αττικής με αρβανίτικα τοπωνύμια, οι γηγενείς πωλούσαν αγροτεμάχια εφαπτόμενα του σχεδίου πόλεως σε τιμές αντίστοιχες εκείνες των οικοπέδων στο κέντρο του Τόκυο στην δεκαετία του 1980. Οι οικοπεδούχοι στις περιοχές κοντά στα Σπάτα είδαν τις τιμές των ιδιοκτησιών τους να εκτοξεύονται στα ουράνια. Ο λόγος: ή έλευση του νέου αεροδρομίου στην περιοχή. Η ίδια ευτυχής εξέλιξη όμως, δηλαδή άνοδος της τιμής της γης, παρατηρήθηκε και στην περιοχή γύρω από το Ελληνικό. Ο λόγος : η αποχώρηση του αεροδρομίου από την περιοχή. Την ίδια στιγμή σε όλην την Ελλάδα ξεφύτρωναν σαν μανιτάρια νοσοκομεία, διαγνωστικά κέντρα, πανεπιστήμια, ΤΕΙ Δημοσίων Σχέσεων και ότι άλλο μπορεί να φανταστεί κανείς, σε έναν οργασμό ανάπτυξης και δημιουργίας. Όποιος, πάντως, δεν ήθελε να σταδιοδρομήσει στον ιδιωτικό τομέα ανοίγοντας αντιπροσωπεία της Montblanc στο Λιανοκλάδι, σταδιοδρομούσε στον δημόσιο : εφοδιαζόμενος με το γνωστό σημειωματάκι «δεν κάνει για τίποτα, βάλτε τον όπου νάναι» στελέχωνε Δήμους, ΔΕΚΟ ή οργανισμούς που λειτουργούσαν χωρίς αντικείμενο, μόνο για να μισθοδοτούν τους υπαλλήλους τους, στους οποίους μάλιστα πολύ συχνά δεν έβρισκε χώρο ούτε για να καθήσει, και έτσι μπορούσε να (μην) εργάζεται από το σπίτι. Οι συνταξιοδοτήσεις σε τρυφερή ηλικία αποτελούσαν ένα κεκτημένο δικαίωμα για όσους, -όντας ασφαλισμένοι σε «ευγενή» ταμεία βέβαια και όχι στο ΙΚΑ- αντιπροσώπευαν συμβολικά έναν λαό που είχε δουλέψει πολύ στους προηγούμενους αιώνες και τώρα εδικαιούτο να αναπαυθεί. Και βέβαια το κυριότερο : έστω και αν είχες σκάφος 22 μέτρα και τρία εξοχικά στο Πόρτο-Χέλι, στην Μύκονο και στην Χαλκιδική, κανένας εφοριακός δεν θα ήταν τόσο αγενής ώστε να σε ρωτήσει πως το κατάφερες αυτό αφού δηλώνεις ετήσια εισοδήματα 4.900 ευρώ ! Φυσικά, δε, όλες οι αναθέσεις έργων και οι προμήθειες του Δημοσίου, αλλά και όλες οι συναλλαγές του πολίτη με αυτό, γίνονταν με τον γνωστό, χαριτωμένο, πατροπαράδοτο τρόπο χάρις στον οποίον η Ελλάδα θεωρείται διεθνώς ως η πλέον διεφθαρμένη χώρα του βορείου ημισφαιρίου. Αυτή ήταν η χώρα πριν το 2009 : μία κοινωνία που με εξαίρεση εκείνην την μειοψηφία του πληθυσμού που εργαζόταν σε εξαρτημένη εργασία στον ιδιωτικό τομέα και δεν ευημερούσε (σήμερα δε και πάλι είναι εκείνη που υφίσταται πιο σκληρά τις συνέπειες της κρίσης), όλες οι άλλες ομάδες και στρώματα είχαν πλησιάσει πολύ κοντά στο να κάνουν όλα τους τα όνειρα πραγματικότητα. Είναι η αιτία που όλα αυτά ξαφνικά συνετρίβησαν οι λάθος «πολλαπλασιαστές» του ΔΝΤ και το ότι ο Olivier Blanchard δεν μελέτησε τον Κέυνς τουλάχιστον τόσο καλά όσο οι εγχώριοι τηλεαστέρες ; Είναι η αιτία, μήπως, πως οι Γερμανοί αντί να ασχοληθούν με το πως θα διεισδύσουν στις αγορές της Κϊνας και της Ινδίας, συνωμότησαν για να εξανδραποδίσουν την ελληνική κοινωνία και να της αφαιρέσουν τους πολύτιμους πλουτοπαραγωγικούς της πόρους ;

Είναι προφανές πως για να απαντήσει κάποιος στο εν λόγω ερώτημα δεν απαιτείται καθόλου να έχει ενδιατρίψει στον Minsky, να έχει κριτική άποψη για το «φίλτρο» των Hodrick- Prescott, και να παίζει στα δάκτυλα το θεώρημα του Pontryagin. Αρκούν λίγη ειλικρίνεια και λίγη λογική. Οι οποίες θα του προσφέρουν την δυνατότητα να απαντήσει και στο δεύτερο σκέλος του ερωτήματος, που είναι και το πιο σημαντικό: πως μπορεί η Ελλάδα να ξεφύγει από την παρούσα κατάσταση ; Πώς μπορεί να αποτινάξει από πάνω της τον εφιάλτη του ενάμιση εκατομμυρίου ανέργων ; Μήπως, αυτό που χρειάζεται να γίνει είναι μία πολιτική τόνωσης της «ενεργού ζήτησης» η οποία, βοηθούντων και των μεγάλων «πολλαπλασιαστών», θα επαναφέρει σύντομα την κατάσταση εκεί που βρισκόταν το 2009 ; Ώστε ο ποδοσφαιριστής της τρίτης εθνικής κατηγορίας (Φούτμπολ Λίγκ 2 επί τω ελληνικoτέρω) να ξαναγίνει επαγγελματίας, ο «μάνατζερ» να ξαναλειτουργήσει το γραφείο του, τα καταστήματα με το feng sui να ξανανοίξουν και οι Δήμοι της χώρας να αρχίσουν ξανά να προσλαμβάνουν μαζικά νέους υπαλλήλους ; Αυτή είναι η απάντηση που δίνει όποιος οικονομολόγος πιστεύει ότι η κρίση είναι κεϋνσιανού τύπου. Και δυστυχώς, αυτή είναι επίσης η απάντηση που κυριαρχεί στην κοινή γνώμη και στους διαμορφωτές της. Ως εκ τούτου κάθε μέτρο οικονομικής πολιτικής που προτείνεται ή εφαρμόζεται στην βάση της οικονομικής λογικής και της πρακτικής αναγκαιότητας, με σκοπό την βελτίωση της κατάστασης, τίθεται στην προκρούστεια κλίνη της άτοπης αυτής ψευδο-κεϋνσιανής θεωρίας και καρατομείται. Έτσι μπορεί κανείς, αίφνης, να διαβάσει ότι επειδή ο «πολλαπλασιαστής» της μισθολογικής δαπάνης του Δημοσίου (υποτίθεται ότι) είναι 2, μία μείωση της κατά 5 δισεκατομμύρια θα έχει σαν αποτέλεσμα την μείωση του ΑΕΠ κατά 10 δισεκατομμύρια ! Χωρίς βέβαια οι υποστηρικτές των εν λόγω επιχειρημάτων να συλλογίζονται στιγμή πως η χώρα έχει ένα φοβερό πρόβλημα ανταγωνιστικότητας της παραγωγής της αλλά και χρηματοδότησης του δημοσίου ελλείμματος της. Και πως η υποτιθέμενη «τόνωση της εσωτερικής ζήτησης» έτσι όπως την αντιλαμβάνονται, με διατήρηση της παραγωγής σε ένα εντελώς μη ανταγωνιστικό επίπεδο δαπανών και συνεχιζόμενη επιβάρυνση του δημοσίου χρέους, θα ήταν κάτι που θα επέτεινε το πρόβλημα και δεν θα το ανέσχεε: το ελληνικό ΑΕΠ θα ανακάμψει μόνο όταν ανακάμψει η παραγωγή, η οποία ακόμη και σήμερα υπολείπεται της ζήτησης κατά πολύ.

Ή, πάλι, είναι καθιερωμένο, μόλις γίνεται συζήτηση για το ύψος της μισθολογικής δαπάνης (και όχι αποκλειστικά για τον κατώτατο μισθό), όποιος τολμά να το συνδέσει με την ανταγωνιστικότητα της ελληνικής οικονομίας, να κανονιοβολείται με τα γνωστά οργίλα επιχειρήματα ότι τυχόν μείωση της μισθολογικής δαπάνης θα μειώσει την ζήτηση και θα βαθύνει την ύφεση ! Εκείνο που μπορεί να σκεφτεί κανείς σε αυτές τις περιπτώσεις είναι ότι στην Ελλάδα η κεϋνσιανή θεωρία έχει ολικά υφαρπαγεί από την ιερά συμμαχία της παρασιτικής δημοσιοϋπαλληλίας και του αντιπαραγωγικού μεταπρατισμού οι οποίοι πιστεύουν, ή τουλάχιστον θέλουν να δείχνουν ότι πιστεύουν, πως «ανάπτυξη» σημαίνει η πάση θυσία διόγκωση του δημόσιου τομέα καθώς και του τομέα των «διεθνώς μη-εμπορευσίμων», υπηρεσιών και ιδιαίτερα, μεταξύ αυτών, των πλέον παρασιτικών και των πλέον μεταπρατικών κλάδων τους. Αντικρούοντας αυτόν τον ακραίο παραλογισμό είναι υποχρεωμένος κανείς να τονίζει ότι αναπτυξιακό σήμερα στην Ελλάδα δεν είναι το «να πέφτουν λεφτά στην αγορά» γενικώς και αφηρημένως, αλλά μόνο ό,τι ενισχύει τον παραγωγικό τομέα, απομειώνοντας το φορολογικό και γραφειοκρατικό άχθος του και βελτιώνοντας την διεθνή του ανταγωνιστικότητα. Οι αμοιβές που δεν αντιστοιχούν στην παραγωγικότητα της εργασίας, δεν λειτουργούν αναπτυξιακά. Λειτουργούν αντιαναπτυξιακά και δημιουργούν συνεχώς νέους ανέργους.

Είναι, λοιπόν, κυρίως για τον λόγο αυτό που πρέπει να ξεκαθαρίσει στο μυαλό οικονομολογούντων και μη, ότι η κρίση της ελληνικής οικονομίας δεν είναι μία κρίση μειωμένης «ενεργού ζητήσεως», κεϋνσιανού τύπου αλλά ότι, αντιθέτως, είναι μία κρίση κατάρρευσης των δομών της και του γεγονότος ότι κατέστη, μετά από μία μακρά πορεία προς λάθος κατεύθυνση, παντελώς μη-ανταγωνιστική έχοντας διαμορφώσει μία κλαδική σύνθεση που δεν ήταν βιώσιμη παρά μόνο προσωρινά και αυτό με συνεχείς εγχύσεις δανειακών κεφαλαίων, μίας διαδικασίας δηλαδή που είχε σαφή ημερομηνία λήξεως. (Ημερομηνία που για την Ελλάδα βρισκόταν κάπου στις αρχές του ολεθρίου έτους 2009). Πρέπει να γίνει κατανοητό, και να ειπωθεί πολύ καθαρά προς όλους τους συνδικαλιστές, τηλεπαρουσιαστές, τραγουδοποιούς αλλά και πανεπιστημιακούς οικονομολόγους που διαμορφώνουν την κυρίαρχη οικονομική ιδεολογία στην χώρα, ότι εάν πράγματι υπάρχει μειωμένη ζήτηση στην ελληνική οικονομία αυτό δεν οφείλεται σε κάποιες συσταλτικές δημοσιονομικές πολιτικές που επιβλήθηκαν στην χώρα από τους «τοκογλύφους» δανειστές. Οφείλεται στο γεγονός ότι η παραγωγική βάση της ελληνικής οικονομίας, αυτή δηλαδή που και στους τρεις τομείς της είναι σε θέση να παραγάγει «διεθνώς εμπορεύσιμα» προϊόντα και να εισπράξει πραγματικά χρήματα με την μορφή ευρώ ή άλλων νομισμάτων («πραγματικά» με την έννοια ότι πριν ξοδευθούν έχουν εισπραχθεί), είναι εξαιρετικά ισχνή και αδύναμη και ως εκ τούτου δεν μπορεί να συντηρήσει την υπερτροφική παρασιτική-καταναλωτική υπερδομή της, την οποία μέχρι προ τίνος συντηρούσε και διόγκωνε ο θηριώδης και ανέμελος δανεισμός. Ως εκ τούτου η υπερδομή αυτή τώρα καταρρέει, επιφέροντας την κοινωνική διάλυση που τόσο οδυνηρά βιώνει η χώρα. (Παρασέρνοντας μάλιστα μαζί της και ένα υγιές κομμάτι του παραγωγικού τομέα διότι, για παράδειγμα, εάν οι τράπεζες δεν μπορούν να χρηματοδοτήσουν την αγορά πρώτων υλών μίας ανταγωνιστικής, κατά τα άλλα, βιομηχανίας, είναι πολύ πιθανόν να την οδηγήσουν σε μία πτώχευση που πραγματικά δεν θα της αξίζει). Και αυτό δεν είναι δυνατόν να θεραπευθεί βραχυχρόνια, (όπως συμβαίνει στις κεϋνσιανές κρίσεις), μέσω της «τόνωσης της ζήτησης» (που κανείς φυσικά δεν μπαίνει στον κόπο να μας πει ποιος θα την χρηματοδοτούσε-ακόμη και αν ήταν αυτό το θέμα). Όταν έχεις ενάμιση εκατομμύριο ανέργους σε μία χώρα σαν την Ελλάδα, και τολμάς να μιλάς για «πολλαπλασιαστές» και να υπονοείς ότι μπορούν όλοι να επανέλθουν στην απασχόληση σε σύντομο χρονικό διάστημα μέσω κάποιας «επεκτατικής» πολιτικής, τότε δεν είσαι απλά ηλίθιος, είσαι κακοποιός. Το ενάμιση εκατομμύριο ανέργων, αν δεν γίνει και δύο εκατομμύρια στα χρόνια που έρχονται, θα παραμείνει για πολύ μία πικρή, αβάσταχτη πραγματικότητα για την Ελλάδα, και ήδη μία γενιά ανθρώπων είναι κατεστραμμένη κοινωνικά και ψυχολογικά και πλήρως απαξιωμένη επαγγελματικά. Αυτή είναι μία αλήθεια την οποία πρέπει όλοι να έχουμε υπ’ όψιν μας, με καθαρό τρόπο, ώστε να μπορέσουμε να αναζητήσουμε εκείνες τις λύσεις και τις μεθόδους με τις οποίες η αβάσταχτα μακρυά πορεία μέχρι να στηθεί και πάλι η χώρα στα πόδια της θα γίνει, τουλάχιστον, λίγο συντομότερη και λίγο επιτυχέστερη. Διότι, για να αποκατασταθούν κοινωνικά οι άνεργοι του σήμερα, αυτό που χρειάζεται η χώρα είναι μία επανάσταση παραγωγικής αναδιάρθρωσής της η οποία θα αλλάξει και την δομή της και την οικονομική της ταυτότητα. Πράγμα που απαιτεί τόσο μία μακροοικονομική ανατροπή, η οποία θα φέρει τα μακρο-μεγέθη της σε αντιστοιχία με τις ανάγκες μίας βιώσιμης μεσο-μακροπρόθεσμα κλαδικής ισορροπίας, όσο και μία μικροοικονομική ανατροπή, που θα απελευθερώσει πραγματικά τις ασφυκτιώσες από παρανοϊκούς περιορισμούς αγορές της (και που είναι αντικείμενο ενός άλλου άρθρου).

Για να γίνει κατανοητό πόσο μεγάλο και δύσκολο είναι το πρόβλημα που θα αντιμετωπίσει η Ελλάδα στις επόμενες δεκαετίες αρκεί να αναφέρει κανείς το εξής : προκειμένου να επιτύχει ξανά το επίπεδο εισοδήματος και κατανάλωσης που απολάμβανε το 2008, χωρίς όμως την φορά αυτή να βρίσκεται σε κατάσταση δομικής ανισορροπίας και να κινδυνεύει με νέα καταστροφή, θα πρέπει να αναπτυχθεί ομαλά, με μέσο ετήσιο όρο πραγματικής ανάπτυξης του ΑΕΠ γύρω στο 2,5%, για περισσότερο από 20 χρόνια. Προκειμένου δηλαδή να έχει έναν κατώτατο μισθό 750-800 ευρώ και μία κατανάλωση 170 δισεκατομμυρίων ευρώ, (όπως είχε το 2008), όπου ο μεν πρώτος θα επιτρέπει στην ελληνική οικονομία να είναι ανταγωνιστική και ως «μισθός ισορροπίας» δεν θα δημιουργεί ανεργία, η δε δεύτερη θα αντιστοιχεί στο 55% του ΑΕΠ, όπως συμβαίνει στις χώρες της ευρωζώνης, και όχι στο 75% όπως συνέβαινε εδώ στην δεκαετία πριν την κρίση (και δεν θα είναι προϊόν δανεισμού), η Ελλάδα θα πρέπει να επιτύχει έναν επίπεδο ΑΕΠ 310 δισεκατομμυρίων ευρώ. Εάν αρχίσει να αναπτύσσεται από το 2015, όταν το ΑΕΠ της θα βρίσκεται στα 180 περίπου δισεκατομμύρια ευρώ, και ο μέσος ρυθμός (πραγματικής και υγιούς πλέον) ανάπτυξής της είναι γύρω στο 2,5%, -κάτι όχι ιδιαίτερα εύκολο- τότε θα φθάσει το επίπεδο εισοδήματος των 310 δισεκατομμυρίων (άρα και το επίπεδο κατανάλωσης του 2008) κάπου ανάμεσα στο 2035 και στο 2040 ! Και όλα αυτά φυσικά υπό την προϋπόθεση ότι θα γίνουν όλες εκείνες οι ανατροπές που θα μεταλλάξουν την ελληνική οικονομία από παρασιτική, μεταπρατική, διεφθαρμένη και αντιπαραγωγική στο ακριβώς αντίθετό της.

Όσον αφορά, λοιπόν, την μακροοικονομική ανατροπή, η οποία δεν είναι παρά η άλλη πλευρά της παραγωγικής ανάταξης, αυτή δεν μπορεί να ξεκινήσει από τίποτε άλλο εκτός από την πλήρη και πεντακάθαρη συνειδητοποίηση της πραγματικότητας. Είναι απολύτως απογοητευτικό να ακούει και να διαβάζει κανείς ακόμη και σώφρονες κατά τα άλλα, οικονομολογικά εγγράμματους, ανθρώπους, να εξανίστανται για τις επιβαλλόμενες διορθώσεις στο ύψος της μισθολογικής δαπάνης, διαμαρτυρόμενοι ότι η Ελλάδα δεν μπορεί και δεν πρέπει «να πέσει στο επίπεδο της Βουλγαρίας». Η ένστασή τους αυτή δείχνει άγνοια της πραγματικότητας, αλλά και αδιαφορία για την τύχη του ενάμιση εκατομμυρίου ανέργων. Διότι το θέμα δεν είναι να μειώσει η Ελλάδα τους μισθούς της στο επίπεδο της Βουλγαρίας, αλλά -δυστυχώς- να ανταγωνισθεί την Βουλγαρία στο επίπεδο των προϊόντων που προσφέρονται προς την διεθνή αγορά. Διότι –δυστυχώς και πάλι- παράγει ομοειδή προϊόντα με αυτήν, και όχι με την Γερμανία ή την Φινλανδία.13 Και –δυστυχώς- στην διάρκεια της πρώτης δεκαετίας της τρίτης χιλιετίας, όταν ο μεταπρατικός παρασιτισμός διογκωνόταν στην Ελλάδα, οι παραγωγικές της μονάδες δεν την εγκατέλειπαν για να μεταφερθούν στην Γερμανία, στην Φινλανδία και στην Σουηδία αλλά για να μεταφερθούν στην Βουλγαρία, στα Σκόπια και στην Ρουμανία. Με αυτές τις χώρες λοιπόν είναι που πρέπει να ανταγωνισθεί η Ελλάδα για να μπορέσει να δημιουργήσει βιώσιμες θέσεις εργασίας για το ενάμιση εκατομμύριο ανέργων της. Θα ήταν πολύ ωραίο αν μπορούσε να ανταγωνισθεί την Silicon Valey, και με την παραγωγή της να οδηγήσει στο περιθώριο της αγοράς την Apple και την Google, διδάσκοντας παράλληλα μερικά μαθήματα για το πως προωθείς προϊόντα τεχνολογικής αιχμής στην Microsoft και στην Intel. Δυστυχώς, όμως, δεν είναι σε θέση να το κάνει αυτό σήμερα. Εάν βέβαια οι Έλληνες το θέλουν πολύ έντονα μπορούν να προσπαθήσουν με ενθουσιασμό και να ανεβούν γρήγορα και με ορμή στην διεθνή αλυσίδα προστιθέμενης αξίας ώστε σε δύο ή τρεις γενεές να βρίσκονται στην πρώτη κατηγορία του διεθνούς καταμερισμού εργασίας, κάτι που το κατάφεραν και χώρες όπως η Ιαπωνία, η Ταϊβάν, η Σιγκαπούρη ή η Νότιος Κορέα. Προκειμένου να το επιτύχουν αυτό, όμως, πρέπει, όπως έπραξαν και οι συγκεκριμένες χώρες στις δεκαετίες του ‘50 και του ‘60, να ξεκινήσουν από το επίπεδο που πραγματικά βρίσκονται τώρα και να ακολουθήσουν τον δύσκολο δρόμο της ανόδου.

Για τον λόγο αυτό η συνειδητοποίηση του γεγονότος ότι η Ελλάδα δεν διέρχεται μία κεϋνσιανού τύπου «ύφεση», αλλά πλήττεται από μία βαθιά κρίση «διαρθρωτικής κατάρρευσης», δεν είναι ένα απλό ζήτημα σχολαστικής οικονομολογικής θεωρητικολογίας. Είναι μία ουσιώδης προϋπόθεση για να συνειδητοποιηθεί από την ελληνική κοινωνία τι ακριβώς της έχει συμβεί και προς τα που βρίσκεται η διέξοδος. Εάν επρόκειτο για ένα πρόβλημα συγκυριακής υποχώρησης του εισοδήματος η οποία θα ήταν δυνατόν να αποκατασταθεί με τον κατάλληλο συνδυασμό δημοσιονομικής και νομισματικής πολιτικής, (την οποία, κατά τους εγχώριους δημαγωγούς, προφανώς δεν εισηγήθηκε το ΔΝΤ γιατί εκτός από «νεοφιλελεύθερο» που είναι έκανε λάθος και τους «πολλαπλασιαστές»), τότε δεν θα χρειαζόταν να αλλάξουμε πολλά πράγματα ως πολίτες αυτής της χώρας. Το πρόβλημα θα λυνόταν σύντομα, (δηλαδή βραχυχρόνια, αφού, άλλωστε, μακροχρόνια θα είμαστε όλοι νεκροί) και εμείς θα μπορούσαμε να παραμείνουμε σταθεροί στις συμπεριφορές μας, στις οικονομικές και επαγγελματικές μας επιλογές, στην φιλοσοφία ζωής που ακολουθήσαμε μέχρι τώρα.

Επειδή όμως το πρόβλημα της ελληνικής οικονομίας είναι πρόβλημα «διαρθρωτικής κατάρρευσης» και αυτή η διαδικασία προβλέπεται να είναι μακρά και επώδυνη, χωρίς κανείς να γνωρίζει πραγματικά πόσο πολύ θα διαρκέσει και σε τι καινούργιο σχήμα κοινωνικής και οικονομικής σύνθεσης και ισορροπίας θα καταλήξει στο τέρμα της, τα πράγματα είναι δυστυχώς πολύ διαφορετικά και πολύ πιο κρίσιμα. Κανείς δεν μπορεί να είναι πλέον βέβαιος για τις επιλογές του και για την εξασφάλιση της ευημερίας του. Είναι χιλιάδες τα όσα πρέπει να αλλάξουν, αλλά για να γίνει αυτό θα πρέπει πρώτα η ελληνική κοινωνία να συνειδητοποιήσει, χωρίς στρουθοκαμηλισμούς και φενακισμούς, ότι ο τρόπος που έζησε μέχρι σήμερα έχει τελειώσει. Η σχέση μόχθου-απόλαυσης που νόμιζε ότι είχε επιτύχει δεν ισχύει πλέον, ενώ και το επίπεδο κατανάλωσης που νόμιζε ότι είχε οριστικά κατακτήσει αποτελεί οριστικά ανάμνηση. Η μόνη ελπίδα για να ανταποκριθεί ικανοποιητικά στις βιοτικές, και όχι μόνο, προκλήσεις επιβίωσης που θα αντιμετωπίζει από τούδε και στο εξής βρίσκεται στον συνδυασμό δύο εγχειρημάτων, στα οποία έως σήμερα δεν είχε δώσει ιδιαίτερη σημασία. Στο οικονομικό επίπεδο η μόνη ελπίδα επιβίωσης της χώρας είναι με την ολόπλευρη ένταξή της στην διεθνή ανταγωνιστική αγορά μέσω της όσο το δυνατόν μεγαλύτερης παραγωγής «διεθνώς εμπορευσίμων» προϊόντων που θα της επιτρέψει να συντηρήσει ένα ικανό για την εξασφάλιση της κοινωνικής συνοχής επίπεδο εισοδήματος και απασχόλησης. Στο κοινωνικό επίπεδο, αντίθετα, θα πρέπει να επιλέξει μία αντίστροφη πορεία αποεμπορευματοποίησης των σχέσεων και των αξιών. Και τούτο διότι η βαθύτερη κοινωνιολογική και φιλοσοφική αιτία για την οποία η Ελλάδα εισήλθε στις συνθήκες της βαθιάς διαρθρωτικής κρίσης είναι η εξής αντίφαση που την χαρακτήριζε : ενώ ουσιαστικά αδιαφορούσε για την παραγωγή «διεθνώς εμπορευσίμων» προϊόντων, από την άλλη πλευρά θεωρούσε ότι ακόμη και ζωτικές, θεμελιώδεις ανάγκες που καλύπτονται και ικανοποιούνται μόνο με βιωματικό τρόπο και με την υπευθυνότητα της ατομικής και συλλογικής ανάληψης του κινδύνου της ελευθερίας, καθώς και ερωτήματα που αφορούν το ίδιο το νόημα της εν τω κόσμω ύπαρξης, ήταν δυνατόν να καλυφθούν και να απαντηθούν μέσω της εξαγοράς ψευδεπίγραφων υποκατάστατων και αλλοτρίων προτύπων στις αγοραίες τιμές που τις προσέφερε η υπερκαταναλωτική και μεταπρατική ψευδαίσθηση στην οποία ζούσε. Και αυτό ήταν το λάθος που την έφερε στο χείλος της καταστροφής όπου βρίσκεται σήμερα.

1 Reinhart M. Carmen.- Rogoff Kenneth, “This Time Is Different: Eight Centuries of Financial Folly”, Princeton University Press, 2009.

2 Spilimbergo Antonio, Symansky Steve, Schindler Martin, “Fiscal Multipliers”, IMF Staff position note, May 20, 2009, SPN/09/11.

3 Βλ. Baum Anja, Poplawski-Ribeiro Marcos and Weber Anke, “Fiscal Multipliers and the State of the Economy”, IMF Working Paper, WP/12/286.

4 Βλ. Auerbach J. Alan and Gorodnichenko Yuriy, “Fiscal multipliers in recession and expansion”, NBER, 16 February 2012. Εν τούτοις η εργασία αυτή είναι πολύ σημαντική διότι αποδεικνύει ότι οι «πολλαπλασιαστές» δεν είναι «γραμμικοί» εφ’ όσον είναι πολύ μεγαλύτεροι στις κάμψεις του ΑΕΠ, απ’ όσο στις αυξήσεις του.

5 Βλ. Borio, Claudio, “The financial cycle and macroeconomics; What have we learnt ?”, BIS Working Papers no 395, December 2012. (Διαθέσιμο και στο διαδίκτυο). Βλ. επίσης:Borio, Claudio, “Macroeconomics and the financial cycle: Hamlet without the Prince ?”, Vox, 2 February 2012. Βλ. επίσης για το ίδιο θέμα: Ιωάννου, Δημήτρης, «Τζων Μέυναρντ Κέυνς: η οικονομική θεωρία ως ηθικό πρόταγμα», The Athens Review of books, Ιούνιος 2012.

6 Δεν στερείται ευρύτερων συμπαραδηλώσεων η δηκτική παρατήρηση του Edmund Phelps για τον τρόπο που ο Olivier Blanchard και ο Ben Bernanke υποστήριζαν το 2004 την κυρίαρχη δοξασία της εποχής, δηλαδή την Great Moderation. Βλ: “Expecting the unexpected; an interview with Edmund Phelps”, Bloomberg, 12 February 2012.

7 Αυτά δηλαδή που λέει περίπου και το κείμενο που απετέλεσε την αιτία του ψευτο-σκανδάλου των υποτιμημένων «πολλαπλασιαστών» : “… there is no single multiplier for all times and all countries. Multipliers can be higher or lower across time and other economies. In some cases, confidence effects may partly offset direct effects. As economies recover, and economies exit the liquidity trap, multipliers are likely to return to their precrisis level”. Blanchard Olivier-Leigh Daniel, “Growth Forecast Errors and Fiscal Multipliers”, IMF Working Paper, WP/13/1.

8 Keynes, John Maynard, “The General Theory of Employment, Interest and Money”, (1936), The Royal Society edition, 1973, σ. 114.

9 Βλ. Rajan Raghuram, “Why Stimulus Has Failed”, Project Syndicate, 22 January 2013.

10 Και για να μην δημιουργηθεί η εντύπωση ότι το κείμενο αυτό επιχειρεί να προβάλει κάποια συγκεκριμένη πολιτική δύναμη, ο συντάκτης του ασμένως αποδέχεται την παρατήρηση ότι αυτοί οι σώφρονες άνθρωποι που θα έλεγαν το σωστό, στις συντριπτικά περισσότερες των περιπτώσεων ούτε καν υπήρχαν ! Η Ελλάδα της περιόδου της «ευημερίας» της δεν παρήγαγε αρκετούς αλαφροΐσκιωτους που να τολμούν να πουν την αλήθεια αντίθετα με τις επιθυμίες τους πλήθους ! Και αυτό είναι που πληρώνει τώρα με πικρό τίμημα.

11 Ιωάννου Δημήτρης, «Χρονικόν μεγάλης πλαναισθησίας», http://www.scribd.com/collections /3009140/Φιλοξενούμενα-Hosted.

12 Fisher Max, “It’s Official : Western Europeans Have More Cars Per Person Than Americans”, The Atlantic, 14 August 2012.

13 Και για να είμαστε ακριβέστεροι η Βουλγαρία και η Ρουμανία παράγουν, κατά τι, πιο τεχνολογικά σύνθετα προϊόντα απ’ ότι η Ελλάδα. Ευτυχώς η ΠΓΔΜ υπολείπεται. Βλ. Abdon Arnelyn et al, “Product Complexity and Economic Development”, Working Paper no 616, Levy Economics Institute, p. 37 (Appendix C. Complexity Ranking of the 124 Countries).

———————————————————————————————————–

Βιβλιογραφικὴ σημείωση – Ἱστορικὸ δημοσιεύσεως

∆. A. Ιωάννου, «Η «διαρθρωτική κατάρρευση» της ελληνικής οικονομίας»,

http://www.anixneuseis.gr/?p=60505,

15 Μαρτίου 2013

http://foreignaffairs.gr/articles/69311/dimitris-a-ioannoy/i-%C2%ABdiarthrotiki-katarreysi%C2%BB-tis-ellinikis-oikonomias?page=show,

17 Μαΐου 2013

Advertisements