H εύτρωτη Ευρωπαϊκή οικονομία

by ggeorgan

ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΙΩΑΝΝΟΥ

ΣΥΜΒΟΥΛΟΣ ΠΡΕΣΒΕΙΑΣ Α’

Μάιος 2009

Η ευρωζώνη μπροστά στην κρίση

Η εξελισσόμενη διεθνής οικονομική κρίση είναι, δίχως καμμία αμφιβολία, προϊόν της διπλής παθογένειας που χαρακτήριζε μέχρι πρόσφατα την οικονομία των ΗΠΑ, προϊόν δηλαδή, από την μία πλευρά, της χειραγώγησής της από μία ομάδα ιδεοληπτικών παραοικονομολόγων που ασελγώντας ανεξέλεγκτα επί της, ορθής, ιδέας της αποτελεσματικότητας των αγορών ισχυρίζονταν κατ’ ουσίαν ότι με το να πουλά και να ξαναπουλά κανείς συνεχώς στις αγορές τίτλους δικαιωμάτων επί των ιδίων αγαθών, με διαφορετική όμως κάθε φορά ομαδοποίηση, επιφέρει την αύξηση της πραγματικής αξίας τους και, από την άλλη, της αδυναμίας των οικονομούντων ατόμων της συγκεκριμένης χώρας να προσαρμόσουν τις καταναλωτικές τους ροπές στις πραγματικές μεσομακροπρόθεσμες εισοδηματικές τους δυνατότητες. Αυτό είχε σαν αποτέλεσμα δύο, αλληλοενισχυόμενες και αλληλοτροφοδοτούμενες, διαδικασίες επώασης της κρίσης: μία στον κλάδο των ακινήτων, στην πραγματική οικονομία, και μία στον χρηματοπιστωτικό τομέα. Αμφότεροι διογκώνονταν προεξοφλώντας μελλοντικά εισοδήματα που οι υπόλοιποι οικονομικοί κλάδοι δεν είχαν σε καμμία περίπτωση δυνατότητα να δημιουργήσουν. Συνεπώς, για την αμερικανική οικονομία, αλλά επίσης και για την βρε1 τανική που λειτούργησε σαν αντίγραφό της, η παρούσα «βίαιη διόρθωση» δεν είναι παρά η αναγκαία διαδικασία μέσω της οποίας οι εισοδηματικές προσδοκίες και οι καταναλωτικές συμπεριφορές του κοινού, που είχαν διογκωθεί αβάσιμα εξ αιτίας του κερδοσκοπικού παραλογισμού των δύο συγκεκριμένων «θυλάκων», θα προσαρμοσθούν στις υπαρκτές, και όχι φανταστικές, δυνατότητες των υπόλοιπων κλάδων, εκείνων που αποτελούν και την «παραγωγική βάση» της οικονομίας. Η οδυνηρή αυτή διόρθωση ήδη στους λίγους μήνες του 2008 που εκδηλώθηκε μείωσε τον διαθέσιμο πλούτο των αμερικανικών νοικοκυριών (ακίνητα, ομόλογα, μετοχές) κατά 18%, ή 11 τρισεκατομμύρια δολλαρίων, ποσό που αντιστοιχεί περίπου στο ΑΕΠ της Μεγάλης Βρετανίας, της Γερμανίας και της Ιαπωνίας μαζί1.

Υπό το φώς των ανωτέρω, όμως, είναι ιδιαίτερα παράδοξο το γεγονός ότι, παρά την υπερατλαντική προέλευση της κρίσης, η οικονομική κάμψη που προβλέπεται να ενσκήψει στην Ευρώπη, και ιδιαίτερα στην ευρωζώνη, θα είναι μεγαλύτερη από εκείνη των ΗΠΑ. Σύμφωνα με τις εκτιμήσεις του ∆ιεθνούς Νομισματικού Ταμείου για το 2009 το ΑΕΠ στις 16 χώρες της ευρωζώνης θα μειωθεί κατά 4,2%, ποσοστό αισθητά ψηλότερο από το 2,8% που προβλέπεται να μειωθεί στην ίδια την χώρα απ’ όπου ξεκίνησε η κρίση2. Το γεγονός φαίνεται ακόμη πιο παράξενο αν αναλογισθεί κανείς ότι, σε αντίθεση με τις ΗΠΑ και την Μεγάλη Βρετανία, στις οικονομίες της ευρωζώνης δεν παρατηρήθηκε ούτε παράλογη φρενίτιδα στην αγορά των σύνθετων χρηματιστικών προϊόντων, ούτε (με κάποιες εξαιρέσεις όπως η Ισπανία και η Ιρλανδία) ανεξέλεγκτη κερδοσκοπική διόγκωση στον τομέα των κατασκευών. Ο εύτρωτος αυτός χαρακτήρα της οικονομίας της ευρωζώνης, κατά συνέπεια, είναι ένα παράδοξο που αξίζει να μελετηθεί γιατί ακόμη και ίδιο εάν ήταν το μέγεθος της κάμψης στις ΗΠΑ και στην Ευρώπη, και πάλι αυτό θα ήταν προβληματικό για την τελευταία.

Μία από τις υποθέσεις ερμηνείας που έχουν προταθεί είναι και εκείνη της μεγαλύτερης εξωστρέφειας3. Σύμφωνα με αυτήν η οικονομία της ευρωζώνης πλήττεται από την κρίση σε μεγαλύτερο βαθμό απ’ ότι η οικονομία των ΗΠΑ, μεταξύ άλλων και γιατί οι επί μέρους οικονομίες της, και κυρίως η ναυαρχίδα της δηλαδή η γερμανική οικονομία, είναι πολύ περισσότερο προσανατολισμένες στις, και συνεπώς εξαρτημένες από τις, εξαγωγές. Όμως η ερμηνεία αυτή δεν μπορεί να γίνει δεκτή διότι είναι λογικά πρωθύστερη: θα είχε νόημα μόνο εάν η πηγή της κρίσης βρισκόταν σε μία τρίτη περιοχή, πέραν των ΗΠΑ και της Ευρώπης. Τότε πράγματι θα ήταν λογικό να θεωρείται ότι η πιο ανοιχτή οικονομία θα «εισήγαγε» μεγαλύτερο ποσοστό κάμψης της δραστηριότητας της. Μόνο που στην συγκεκριμένη περίπτωση κάτι τέτοιο δεν ευσταθεί: η ευρωζώνη είναι περίπου ισοδύναμο οικονομικά μέγεθος με τις ΗΠΑ και γι’ αυτό δεν είναι δυνατόν να «εισαχθεί» σε αυτήν περισσότερη κάμψη απ’ όσην οι ΗΠΑ μπορούν να «εξάγουν». Πέραν βεβαίως του γεγονότος ότι η υπόθεση της εξωστρέφειας δεν επιβεβαιώνεται ούτε και σε σχέση με άλλες χώρες: στην περίπτωση της ιδιαίτερα εξωστρεφούς κινεζικής οικονομίας αναμένεται να παρατηρηθεί επιβράδυνση του ρυθμού ανάπτυξης αλλά όχι αρνητικό πρόσημο σε αυτήν όπως στην Ευρώπη, ενώ και η «απόλυτη μείωση» του ρυθμού είναι πιο περιορισμένη (5,1 για την ευρωζώνη έναντι 2,5 για την Κίνα). Η παγκόσμια οικονομία άλλωστε, ως σύνολο, αναμένεται να συρρικνωθεί σε πολύ μικρότερο βαθμός από την ευρωπαϊκή, δηλαδή μόνο κατά 1,9%.

Μία δεύτερη ερμηνεία κάνει λόγο για τις ανελαστικότητες και τις περιορισμένες «ευελιξίες» της ευρωπαϊκής οικονομίας4. Σύμφωνα με αυτήν οι αγκυλωμένες δομές της «κοινωνικής οικονομίας της αγοράς», δηλαδή του τρόπου οργάνωσης που σε μικρότερο ή μεγαλύτερο βαθμό κυριαρχεί στην ευρωζώνη, με τα εκτεταμένα δικαιώματα των εργαζομένων και τα υψηλά επιδόματα ανεργίας, έχουν σαν αποτέλεσμα να αδυνατεί η ευρωπαϊκή οικονομία να «απαντήσει» ικανοποιητικά στην εξελισσόμενη κρίση και να προσαρμόσει την προσφορά της στις νέες συνθήκες της ζήτησης. Όμως, ούτε και η άποψη αυτή επαληθεύεται, μέχρι σήμερα τουλάχιστον, από τα γεγονότα. Τον Απρίλιο του 2009 η ανεργία στην ευρωζώνη και στις ΗΠΑ όχι μόνο ήταν ισοδύναμη (8,90 % του εργατικού δυναμικού), αλλά και σε σχέση με ένα χρόνο νωρίτερα, δηλαδή την χρονική στιγμή πλήρους εκδήλωσης της κρίσης, έχει εξελιχθεί ταχύτερα στην τελευταία5. Εάν ευσταθούσε η υπόθεση της ευρωπαϊκής «ανελαστικότητας» θα έπρεπε η ανεργία στις ΗΠΑ να ήταν αισθητά χαμηλότερη της αντίστοιχης ευρωπαϊκής, πράγμα που θα σήμαινε ότι η -σχετικά καλύτερη οικονομική απόδοση της αμερικανικής οικονομίας θα ήταν αποτέλεσμα της ταχύτερης προσαρμογής των παραγωγικών συντελεστών της στις νέες συνθήκες που δημιουργήθηκαν από την κρίση. Επειδή όμως αυτό δεν συμβαίνει -και αν θέλει κανείς να ακριβολογήσει ποτέ και πουθενά δεν έχει υπάρξει πραγματική «ευελιξία» και πλήρης ελαστικότητα των αγορών εργασίας- δεν είναι δυνατόν να συναγάγει κανείς ότι η ερμηνεία της ευρωπαϊκής υστέρησης θα μπορούσε να αποδοθεί, και μάλιστα εκ των προτέρων, σε αιτίες που βρίσκονται στην κλίμακα της μικρο-οικονομίας, και ιδιαίτερα στον χαρακτήρα των εργασιακών σχέσεων και των αγορών εργασίας.

Βέβαια, δεν είναι δυνατόν να αρνηθεί κανείς πως οι διαστάσεις της ευρωπαϊκής κάμψης οφείλονται σε κάποια αυτογενή, ιδιαίτερα, χαρακτηριστικά του ευρωπαϊκού οικονομικού οικοδομήματος. ∆εδομένου όμως πως είναι αναντίρρητο ότι ο τρόπος εκδήλωσης της συγκεκριμένης κρίσης είχε μακρο-οικονομικό χαρακτήρα, θα ήταν λάθος να ξεκινήσει κανείς αποδίδοντας τις αιτίες της αλλά και αναζητώντας τις λύσεις και τους επιβαλλόμενους για τον περιορισμό του εύρους της χειρισμούς σε μικρο-οικονομικό επίπεδο και σε ρυθμίσεις που θα βελτίωναν τις «ευελιξίες» στις επί μέρους αγορές. Όχι βέβαια πως αυτό δεν είναι σημαντική παράμετρος της πολιτικής που θα πρέπει να εφαρμοσθεί, δεδομένου μάλιστα ότι η κρίση φαίνεται να έχει ρίζες και στην «πραγματική οικονομία»6. Πλην όμως, και εκτός του ότι η ανάγκη για αυξήσεις στην παραγωγικότητα είναι πάγια ή ότι η ενίσχυση της «ευελιξίας» είναι μακροχρόνια διαδικασία, γεγονός παραμένει πως μία κρίση που εκδηλώνεται στο επίπεδο των συνολικών μεγεθών της οικονομίας (aggregates) πρέπει πρωτίστως να αντιμετωπισθεί εκεί. Αλλά εκεί ακριβώς είναι που παρατηρείται και η μεγάλη διαφορά μεταξύ της Ευρώπης και της Αμερικής, όπου η δεύτερη δείχνει να ενεργεί με πολύ μεγαλύτερη ελευθερία κινήσεων και αποφασιστικότητα από την πρώτη, τόσο στο επίπεδο της δημοσιονομικής πολιτικής όσο και στο επίπεδο της νομισματικής.

Το όπλο της δημοσιονομικής πολιτικής και το Σύμφωνο Σταθερότητας

Ο τρόπος με τον οποίο εκδηλώθηκε η κρίση στις ΗΠΑ ήταν τέτοιος ώστε χωρίς να υπάρξει πολύ συζήτηση για το θέμα, σχεδόν εν μία νυκτί, στάλθηκαν στον κάλαθο των αχρήστων (και μάλλον δια παντός) διάφορες οικονομικές δοξασίες που στις προηγούμενες δεκαετίες αποτελούσαν την οικονομική ορθοδοξία κυριαρχώντας σε πανεπιστήμια και αγορές (rational expectations theory, real business cycle theory, efficient markets theory). Ταυτόχρονα, με την ίδια ακριβώς αστραπιαία και αυτόματη διαδικασία, επανήλθε στο προσκήνιο η κεϋνσιανή αντίληψη ερμηνείας και ρύθμισης της οικονομίας. Αποτέλεσμα ήταν η ταχύτατη υιοθέτηση μίας ενεργού πολιτικής δημοσιονομικής επέκτασης με σκοπό να ανασχεθεί η επερχόμενη ύφεση. Το συνολικό ύψος των ποσών που προϋπολογίσθηκαν για τις διάφορες δράσεις της πολιτικής αυτής θα δημιουργήσει για την τρέχουσα δημοσιονομική χρήση έλλειμμα που θα ανέλθει στο 1,8 τρισεκατομμύρια δολλαρίων, δηλαδή στο 12,5% του ΑΕΠ, κάτι που εάν το πιθανολογούσε κάποιος προ ενός έτους θα εκλαμβανόταν ή για παράφρων ή για αδαής.

Πίσω από αυτή την γιγαντιαία επέκταση του ελλείμματος δεν κρύβονται παρά οι κλασσικές κεϋνσιανές απόψεις, με κυρίαρχη εκείνη της αυξητικής για το επίπεδο του εισοδήματος πολλαπλασιαστικής δράσης του. Πρόκειται για μία αντίληψη η οποία για χρόνια εθεωρείτο, από την προγενέστερη οικονομική ορθοδοξία, ως μία παράλογη δοξασία : η διόγκωση των δαπανών του προϋπολογισμού, χρηματοδοτημένη είτε μέσω δανεισμού είτε μέσω αύξησης της φορολογίας, δεν μπορούσε να αυξήσει το εισόδημα γιατί των δαπανών του δημοσίου θα είχε προηγηθεί η «εξώθηση» και ματαίωση (crowding out) των επενδυτικών δαπανών στις οποίες θα προέβαιναν είτε οι φορολογηθέντες πολίτες εάν δεν είχαν φορολογηθεί, είτε οι επιχειρηματίες που θα είχαν δανεισθεί τα κεφάλαια τα οποία αντ ́ αυτών δανείσθηκε το κράτος, αυξάνοντας μάλιστα με την ζήτησή του και το επιτόκιο δανεισμού7. Συνεπώς, για την αντι κεϋνσιανή αντίληψη, μία παρόμοια πολιτική δεν μπορεί να έχει αυξητική επίδραση στο επίπεδο του εισοδήματος αφού οι αντικρουόμενες κινήσεις συμψηφίζονται και τελικά αλληλοεξουδετερώνονται. (Ακόμη περισσότερο μάλιστα, η αντι-κεϋνσιανή ορθοδοξία πιστεύει ότι μακροπρόθεσμα η οικονομία ζημιώνεται, δεδομένου ότι πάντα μία κρατική δαπάνη ή επένδυση είναι λιγότερο παραγωγική από μία ιδιωτική). Εάν υπήρχε κάποιος πολλαπλασιαστής αυτός δεν θα μπορούσε παρά να ισούται με 0. Για τις απόψεις που αποτελούσαν την οικονομική ορθοδοξία στις ΗΠΑ μέχρι προ έτους, άλλωστε, δεν υπάρχουν καν οικονομικές πολιτικές που δύνανται να αυξήσουν το επίπεδο του εισοδήματος γιατί σε όποια κατάσταση και αν βρίσκεται η οικονομία αυτή είναι η καλύτερη δυνατή υπό τις δεδομένες συνθήκες (markets always clear) και συνεπώς θεωρίες σαν εκείνη του πολλαπλασιαστή εμπίπτουν στην σφαίρα των voodoo economics8.

Στην κεϋνσιανή αντίληψη αντίθετα, οι αγορές δεν τείνουν νομοτελειακά προς το άριστο σημείο ισορροπίας τους. Συνεπώς η κρατική παρέμβαση σε περιόδους κάμψης ή ύφεσης της οικονομίας είναι επιβεβλημένη για δύο λόγους :

-Πρώτον γιατί οι επιχειρηματίες αντιμετωπίζοντας ένα δυσμενές οικονομικό τοπίο που δεν προσφέρει σε ορατό ορίζοντα ευκαιρίες κερδοφόρων επενδύσεων, παρασύρονται από ένα αγελαίο πνεύμα (animal spirits) απαισιοδοξίας και επενδυτικής αδράνειας. Εξ αιτίας αυτού ικανό ποσοστό του παραγωγικού δυναμικού, αλλά και του διαθέσιμου χρηματικού κεφαλαίου, παραμένουν αργούντα, δημιουργώντας ανεργία και πτώση του επιπέδου του εισοδήματος. Η κρατική δαπάνη, αντίθετα, κινούμενη όχι με το κριτήριο του βραχυπρόθεσμου κέρδους αλλά της αναζωογόνησης της οικονομίας, και παίρνοντας είτε την μορφή της επένδυσης είτε την μορφή της εισοδηματικής ενίσχυσης δοκιμαζόμενων στρωμάτων του πληθυσμού, ενεργοποιεί εκ νέου το οικονομικό κύκλωμα και δίνει την δυνατότητα αλλαγής της συνολικής ψυχολογικής ατμόσφαιρας προκειμένου να εξέλθει η οικονομία από την κρίση.

-∆εύτερον γιατί η κρατική δαπάνη ενεργοποιεί τα αδρανούντα κεφάλαια, μεταφέροντας τα από την αποταμίευση (η οποία αυξήθηκε κατά 3% μέσα σε ένα χρόνο στις ΗΠΑ), ή τον αποθησαυρισμό των τραπεζών (στην παρούσα συγκυρία), στην κατανάλωση και μάλιστα σε οικονομικές ομάδες που θα τα διαθέσουν άμεσα για να καλύψουν ζωτικές βιοτικές ανάγκες τους τροφοδοτώντας 10

περαιτέρω κατανάλωση και περαιτέρω δημιουργία εισοδήματος. Στην λογική της θεωρίας του πολλαπλασιαστή κάθε δαπάνη ενεργοποιεί μία σειρά άλλων επιγενόμενων δαπανών που όλες μαζί συμποσούνται σε μία αύξηση του επιπέδου του εισοδήματος (και βεβαίως, αντίθετα, κάθε ματαίωση δαπάνης ματαιώνει και μία σειρά άλλων υποβιβάζοντας το εισοδηματικό επίπεδο). Έτσι, η κρατική δαπάνη, μεταφέροντας χρηματικούς πόρους οι οποίοι έχουν αντληθεί είτε με φορολόγηση είτε με δανεισμό, από χρήσεις που έχουν μικρότερη ροπή για κατανάλωση σε χρήσεις με συνολικά μεγαλύτερη ροπή, πιστεύεται ότι δημιουργεί μία αλυσίδα διαδοχικών άλλων δαπανών που κινητοποιούν αργούντες παραγωγικούς πόρους με αποτέλεσμα να ενεργοποιείται ένας «πολλαπλασιαστικός μηχανισμός» αξίας ίσης ή μεγαλύτερης από το 1. Αυτό σημαίνει πως η «αναμόχλευση» της αποταμίευσης μέσω της κρατικής παρέμβασης και δαπάνης δημιουργεί ίσο ή και περισσότερο εισόδημα από το μέγεθος της ίδιας της δαπάνης, αυξάνοντας το συνολικό επίπεδο ευημερίας της κοινωνίας (καθώς και το μέγεθος της τελικής συνολικής αποταμίευσης)9. Στην πιο συζητημένη σήμερα στις ΗΠΑ σχετική μελέτη ο πολλαπλασιαστής της χρηματοδοτημένης από δανεισμό δημόσιας δαπάνης, υπό τις παρούσες συνθήκες, έχει υπολογισθεί ότι ισούται με 1,5 και είναι προτιμητέος από ένα άλλο πολλαπλασιαστή, αυτόν της μείωσης της φορολογίας που εκτιμάται στο 0,9710.

Ενώ όμως αυτά συμβαίνουν στις ΗΠΑ στην, θεωρούμενη ως εξ ορισμού κεϋνσιανή, Ευρώπη οι διαθέσεις είναι τελείως διαφορετικές. Αποφασίζοντας να αφιερώσουν στην αντιμετώπιση της κρίσης ένα ποσό που δεν ξεπερνά το 1,5% του ευρωπαϊκού ΑΕΠ τόσο η ΕΕ όσο και οι περισσότερες ευρωπαϊκές κυβερνήσεις, δείχνουν διστακτικές να προχωρήσουν στην εφαρμογή μίας αποφασιστικής επεκτατικής δημοσιονομικής πολιτικής για την τόνωση της ζήτησης φοβούμενες τις δευτερογενείς μακροχρόνιες συνέπειες που αυτή μπορεί να έχει, όπως η διόγκωση του δημόσιου χρέους. Ο φόβος αυτός στην περίπτωση ορισμένων χωρών της ευρωζώνης υποδαυλίζεται και από την υποψία ότι η δική τους δημοσιονομική επέκταση θα διαρρεύσει προς τις γειτονικές χώρες (ή την Κίνα !) λειτουργώντας τονωτικά κυρίως για την εκεί οικονομία και αφήνοντας σε αυτές μόνο το αυξημένο δημόσιο χρέος. Το κυριότερο όμως είναι ότι η αμηχανία της Ευρώπης οφείλεται, σε πολύ μεγάλο βαθμό, στο θεσμικό πλαίσιο της οικονομικής πολιτικής εντός του οποίου καλείται να λειτουργήσει: στο Σύμφωνο Σταθερότητας (Growth and Stability Pact). Οι δεσμεύσεις που αυτό επιβάλλει και η περιοριστική φιλοσοφία από την οποία διέπεται όχι μόνο δημιουργούν μία σειρά από αγκυλώσεις που αποθαρρύνουν την αναζήτηση δραστικών λύσεων αλλά και διαχέουν στην αγορά μία αντίληψη επικρεμάμενου κινδύνου ακόμη και εκεί που πραγματικά δεν υπάρχει, δυσχεραίνοντας ακόμη περισσότερο την προσπάθεια αντιμετώπισης της κρίσης.

Στην αρχική του μορφή το Σύμφωνο χαρακτηριζόταν από μία σοβαρή λογική ασυνέπεια. Ενώ επέβαλε στα επί μέρους κράτη την εγκατάλειψη δύο βασικών αντικυκλικών εργαλείων όπως είναι η νομισματική και η συναλλαγματική πολιτική, εισαγάγοντας το ενιαίο νόμισμα, την ίδια στιγμή, θέτοντας τις γνωστές οροφές του ελλείμματος στο 3% και του χρέους στο 60%, περιόριζε δραστικά και την δυνατότητα προσφυγής στο τρίτο και εναπομένον εργαλείο που είναι η δημοσιονομική πολιτική. Ήταν λοιπόν σαφής ειρωνεία της τύχης ότι η πρώτη χώρα που έπεσε θύμα της αντινομίας αυτών των περιορισμών, όταν το 2002 σε συνθήκες κάμψης της οικονομικής δραστηριότητάς της αναγκάσθηκε να παραβιάσει την οροφή του 3%, ήταν η ίδια που επέμενε πεισμόνως για την θέσπισή τους: η Γερμανία. Τελικά το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο του Μαρτίου 2005, όπως είναι γνωστό, τροποποίησε τις ανελαστικές ρυθμίσεις του Συμφώνου κατά έναν τρόπο που από πολλούς ερμηνεύθηκε ως εγκατάλειψη των περιορισμών που αφορούν το δημοσιονομικό έλλειμμα και το δημόσιο χρέος των κρατώνμελών της ευρωζώνης. Αυτό βέβαια δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα. Γεγονός όμως είναι ότι σήμερα πλέον πράγματι οι περιορισμοί είναι πολύ πιο χαλαροί, κάτι που φαίνεται και από τις μεγάλες υπερβάσεις του κανόνα του 3% για το έλλειμμα που, εν όψει της τρέχουσας κρίσης, προσωρινά επέτρεψε η Ευρωπαϊκή Επιτροπή για ορισμένες χώρες της ευρωζώνης (Ελλάδα, Γαλλία, Ισπανία, Ιρλανδία), ενώ προβλέπεται να ακολουθήσουν και άλλες. Από την άλλη πλευρά όμως εκείνο που έχει διαφοροποιηθεί σημαντικά είναι η στάση των αγορών έναντι των ελλειμμάτων: ενώ μέχρι πρόσφατα οι οικονομικοί αναλυτές θεωρούσαν ως απόλυτα παράδοξο το γεγονός πως οι αγορές δεν διέκριναν μεταξύ «σωφρόνων» και «μωρών» χωρών της ευρωζώνης και απορροφούσαν τα κρατικά ομόλογα αμφοτέρων με το ίδιο περίπου επιτόκιο11, μετά την εκδήλωση της κρίσης η κατάσταση σε μεγάλο βαθμό έχει αλλάξει. Τώρα πλέον ο δανεισμός χωρών όπως η Ελλάδα, η Ιταλία ή η Ιρλανδία, πραγματοποιείται με πολύ περισσότερο επαχθή επιτόκια από ότι ο δανεισμός της Γερμανίας.

Φυσικά μία παρόμοια εξέλιξη δεν αποτελεί κεραυνό εν αιθρία. Εν πολλοίς είναι συνδυασμός δύο παραγόντων: αφ’ ενός της «υπνωτικής» επίδρασης που ασκούσε το ενιαίο νόμισμα στις υπερχρεωμένες χώρες κατά την περίοδο της οικονομικής ανθήσεως, πείθοντάς τες ότι θα είναι σε θέση εσαεί να δανείζονται με επιτόκια που δεν θα περιέχουν επιβάρυνση κινδύνου (risk premium) και παρωθώντας τες στην παράβλεψη της συνεχούς διόγκωσης του χρέους τους και, αφ’ ετέρου, της διαχύσεως στις διεθνείς αγορές μίας ψυχολογίας, όχι πάντα δικαιολογημένου, πανικού που όμως οδηγεί στην αναζήτηση υψηλοτέρων αποδόσεων όταν πρόκειται για τοποθετήσεις σε τίτλους που θεωρούνται -χωρίς πάντα και να είναι επισφαλείς. Η νέα αυτή πραγματικότητα έχει σοβαρές συνέπειες για την οικονομική πολιτική δεδομένου ότι πάντοτε σε συνθήκες κρίσης διαμορφώνονται, όσον αφορά τα δημοσιονομικά και την πιστοληπτική αξιοπιστία, δύο ομάδες χωρών με τελείως διαφορετικές ιδιότητες12 : σε χώρες με ελεγχόμενα δημοσιονομικά και, κυρίως, περιορισμένο δημόσιο χρέος οι διεθνείς χρηματοπιστωτικές αγορές δείχνουν εμπιστοσύνη όταν οι κυβερνήσεις τους αποφασίσουν να ακολουθήσουν μία επεκτατική δημοσιονομική πολιτική για αναχαίτιση της κάμψης. Αντίθετα, όσον αφορά τις χώρες με διογκωμένο δημόσιο χρέος, δηλαδή χώρες για τις οποίες στο περιβάλλον της διεθνούς κρίσης αρχίζει να συζητείται και το ενδεχόμενο της «στάσεως πληρωμών», οι αγορές δείχνουν εμπιστοσύνη μόνο όταν οι κυβερνήσεις τους παρέχουν αποδείξεις πως ακολουθούν την ακριβώς αντίθετη πορεία δηλαδή μία πολιτική περιορισμού των ελλειμμάτων, που όμως σε συνθήκες όπως οι σημερινές δεν μπορεί να είναι τίποτε άλλο παρά πολιτική συσταλτικού χαρακτήρα που δεν αναχαιτίζει την κάμψη της οικονομικής δραστηριότητας αλλά την ενισχύει. (Αυτό σε μεγάλο βαθμό αντανακλάται και στην απαίτηση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής να περιορίσει τα ελλείμματα της η Ελλάδα σε επίπεδο κάτω του 3% σε συντομότερο χρονικό διάστημα -ως το 2010 απ’ ότι οι άλλες «παραβατικές» χώρες, έστω και αν το δικό τους έλλειμμα είναι μεγαλύτερο).

Στο συγκεκριμένο σημείο όμως εκδηλώνεται ο προβληματικός χαρακτήρας της ευρωπαϊκής δημοσιονομικής απάντησης στην κρίση: χώρες όπως η Ελλάδα, οι οποίες δεν είναι σε θέση λόγω του υψηλού δημόσιου χρέους τους και του παθητικού ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών τους -και της κρίσης εμπιστοσύνης που εξ αυτών δημιουργείται στις αγορές να ακολουθήσουν επεκτατική αντι-κυκλική δημοσιονομική πολιτική, θα περίμεναν να ευεργετηθούν από τις δευτερογενείς έστω επιπτώσεις της πολιτικής των υπολοίπων χωρών της ευρωζώνης, εκείνων δηλαδή οι οποίες, παρά το ότι δεν έχουν σοβαρό πρόβλημα χρέους και αξιοπιστίας ως προς την χρεωστική τους φερεγγυότητα, αντιμετωπίζουν το φάσμα μίας εξ ίσου σοβαρής, ή και σοβαρότερης ακόμη οικονομικής κάμψης. Πλην όμως, κάτι τέτοιο δεν συμβαίνει: η ατμομηχανή της ευρωπαϊκής οικονομίας, η Γερμανία, καθώς και οι υπόλοιπες ρωμαλέες, όσον αφορά τις βασικές παραμέτρους, οικονομίες της Βόρειας Ευρώπης περιορίζονται σε μία άτολμη δημοσιονομική πολιτική, που δεν βοηθά ούτε τις ίδιες ούτε τους εταίρους τους, περιμένοντας και αυτές ίσως την λύση να έλθει έξωθεν: από το τολμηρό stimulus plan που εφαρμόζει η κυβέρνηση Obama στις ΗΠΑ, αλλά και από την ανθεκτικότητα της κινεζικής οικονομίας.

Το όπλο της νομισματικής πολιτικής και η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα

Αντίθετα με την δημοσιονομική, η νομισματική πολιτική στις ΗΠΑ δεν υπήρξε πεδίο δραματικών ανακατατάξεων όσον αφορά τις δεσπόζουσες θεωρητικές πεποιθήσεις, πράγμα που οφείλεται στο γεγονός ότι ο χαρακτήρας και η κατεύθυνση της κρίσης -που ξεκίνησε από το ευρύτερο οικοδόμημα των πιστωτικών ιδρυμάτων και στην συνέχεια πέρασε στην πραγματική οικονομία ήταν τόσο έκδηλοι ώστε ουσιαστικά το πλέγμα των μέτρων που ελήφθησαν αποτελούσαν αμυντική αντανακλαστική αντίδραση, δείχνοντας όμως, ταυτόχρονα, και το όρια που η πεπατημένη νομισματική πολιτική μπορεί να έχει σε παρόμοιες συνθήκες. Προκειμένου να μην καταρρεύσει η πραγματική οικονομία με τον ίδιο τρόπο που κατέρρευσε ο χρηματιστηριακός-πιστωτικός τομέας και προκειμένου να απωθηθεί το διαγραφόμενο φάσμα μίας αντιπληθωριστικής ύφεσης, η οποία θα χαρακτηριζόταν από σπειροειδή πτώση των τιμών και της παραγωγής, το Fed (η Κεντρική Ομοσπονδιακή Τράπεζα των ΗΠΑ) προχώρησε τάχιστα σε μία σταθερή μείωση του κεντρικού τραπεζικού επιτοκίου οδηγώντας το μέχρι τον ουσιαστικό μηδενισμό του. Επειδή όμως αυτό δεν ήταν αρκετό, προφανώς γιατί το επιτόκιο δεν είναι ούτε το μόνο ούτε το βασικό κριτήριο για την επενδυτική απόφαση των επιχειρηματιών, αλλά και γιατί η απώλεια εμπιστοσύνης μεταξύ των τραπεζών είχε ουσιαστικά νεκρώσει την διατραπεζική αγορά, οι νομισματικές αρχές αναγκάσθηκαν να προχωρήσουν και σε άλλα, πολύ πιο δραστικά μέτρα. Πρόκειται για την πολιτική της αύξησης της μάζας των μέσων πληρωμής, γνωστή ως quantitative easing.

Βέβαια, η δημιουργία νέων χρηματικών μέσων πληρωμής δεν είναι κάτι ασυνήθιστο για τις Κεντρικές Τράπεζες εφ’ όσον αποτελεί μία από τις βασικές λειτουργίες που επιτελούν. Η διαφορά βρίσκεται στο γεγονός ότι ενώ στις κανονικές συνθήκες η επέκταση της νομισματικής βάσης έχει σκοπό να ακολουθήσει την ονομαστική μεγέθυνση του ΑΕΠ προσφέροντας τα μέσα για την ομαλή συνέχιση των συναλλαγών, στην περίπτωση του quantitative easing συμβαίνει το αντίθετο: η επέκταση των μέσων πληρωμής είναι μεγαλυτέρων διαστάσεων και λαμβάνει χώρα εν μέσω ενός συρρικνούμενου ΑΕΠ, ακριβώς λόγω της προσπάθειας να ανακοπεί η συρρίκνωσή του. Χρησιμοποιούνται γι’ αυτήν μέσα όπως είναι η απ’ ευθείας αγορά εκ μέρους της Κεντρικής Τράπεζας κρατικών τίτλων ή ομολόγων του ιδιωτικού τομέα, η δανειοδότηση των εμπορικών τραπεζών για να πράττουν το ίδιο μέσω της πίστωσης των λογαριασμών των «υποχρεωτικών διαθεσίμων» τους, ή απλά η παροχή «ρευστότητας» σε αυτές για να είναι σε θέση να φέρουν σε πέρας τα πιστωτικά «καθήκοντά» τους έναντι της αγοράς. Ο λόγος για τον οποίον επιλέγεται η συγκεκριμένη πρακτική είναι πως η υπάρχουσα αποταμίευση και τα διαθέσιμα πιστωτικά μέσα δεν επαρκούν ούτε για την χρηματοδότηση του δημόσιου τομέα13, ούτε για την εξισορρόπηση του ισοζυγίου (balance sheet) των τραπεζών και τον εφοδιασμό τους με τα ρευστά διαθέσιμα που απαιτούνται για την κάλυψη των υποχρεώσεών τους και για την παροχή νέων πιστώσεων στην οικονομία, ιδιαίτερα μάλιστα μετά την διαγραφή από το ενεργητικό τους των δανείων προς τους, εξ αιτίας της κρίσης, πτωχεύσαντες οφειλέτες ή την ύπαρξη σε αυτό μεγάλου όγκου επισφαλειών (γνωστών και ως «τοξικών» δανείων).

Η πλήρως αντισυμβατική αυτή πρακτική δημιουργεί πολλές αντιδράσεις και ανησυχίες γιατί συγκρούεται μετωπικά με τις πεποιθήσεις που κυριάρχησαν κατά την περίοδο που αποκλήθηκε Great Moderation, δηλαδή την περίοδο που οι Κεντρικές Τράπεζες θεωρήθηκε ότι είχαν καταφέρει να τιθασεύσουν τον πληθωρισμό και να εξομαλύνουν τον «οικονομικό κύκλο». Η εκτεταμένη δημιουργία «νέου χρήματος» (γιατί αυτό είναι το quantitative easing) φοβίζει όλους όσους δεν είναι πεπεισμένοι για το ενδεχόμενο μίας βαθειάς ύφεσης, διότι θεωρούν ότι η υπερβάλλουσα χρηματική κυκλοφορία, μόλις η οικονομία ανακάμψει, θα υποδαυλίσει εκρηκτικές πληθωριστικές πιέσεις που μπορεί να οδηγήσουν μέσω μίας σειράς δυσμενών παρενεργειών (κατάρρευση της συναλλαγματικής ισοτιμίας για το δολλάριο, στην περίπτωση της οικονομίας των ΗΠΑ) σε μία πραγματική ύφεση, από τελείως άλλο δρόμο. Η απάντηση των υπερασπιστών του quantitative easing, βέβαια, είναι πως ο κίνδυνος μίας αντιπληθωριστικής σπειροειδούς ύφεσης (deflation), στην οποία οι τιμές θα μειώνονται μαζί με την ζήτηση και τα εισοδήματα, αυξάνοντας σε πραγματική αξία και καθιστώντας μη εξυπηρετήσιμα τα χρέη του ιδιωτικού τομέα, είναι και πιο κοντινός και μεγαλύτερος από τον κίνδυνο μίας πληθωριστικής έξαρσης στην επόμενη φάση του οικονομικού κύκλου. Για την περίπτωση εκδηλώσεως πληθωριστικών πιέσεων, άλλωστε, στην φάση της ανάκαμψης, το σύστημα διαθέτει μηχανισμό αναστροφής της πιστωτικής επέκτασης: η Κεντρική Τράπεζα θα προσφέρει προς πώληση τους κρατικούς και ιδιωτικούς τίτλους που θα έχει συσσωρεύσει κατά την διάρκεια του quantitative easing ενεργοποιώντας έτσι δύο διαδικασίες ανάσχεσης του πληθωρισμού: πρώτον, μειώνοντας την ποσότητα της νομισματικής κυκλοφορίας αφού θα αποσύρει μέρος του νέου χρήματος που προηγουμένως είχε δημιουργήσει και, δεύτερον, ωθώντας τα επιτόκια σε ανοδική πορεία, πράγμα που αποτελεί το βασικό αντιπληθωριστικό «εργαλείο». Βέβαια όλα αυτά έχουν ένα βαθμό σχετικότητας, διότι δεν είναι καθόλου βέβαιο ότι οι τιμές πώλησης των τίτλων θα είναι τέτοιες που θα επιτρέψουν την απόσυρση όλου του υπερβάλλοντος χρήματος, ενώ η μεταφορά των τίτλων από την Κεντρική Τράπεζα στο κοινό θα επιβαρύνει το δημόσιο με πραγματικές πληρωμές τόκων στους κατόχους τους επιβαρύνοντας την δημοσιονομική του χρήση14. Θα πρέπει να σημειωθεί ότι στην παρούσα κρίση στην τεχνική του quantitative easing δεν έχει προσχωρήσει μόνο το Fed (προϋπολογίζοντας ένα ποσό περίπου 2 τρισεκατομμυρίων δολλαρίων) αλλά και η Τράπεζα της Αγγλίας (με ποσό 125 δισεκατομμυρίων λιρών).

Και ενώ όλα αυτά συμβαίνουν στον αγγλοσαξωνικό χώρο, η Κεντρική Τράπεζα της Ευρώπης κινείται με τελείως διαφορετικούς ρυθμούς και με τελείως διαφορετικές ανησυχίες. Τον Ιούλιο του 2008 σε μία στιγμή που όλα τα στοιχεία της επερχόμενης κρίσης είχαν ήδη εκδηλωθεί, αυτή, καθοδηγούμενη από μία παρωχημένη και ανυπόληπτη θεωρητική αντίληψη («νομισματισμός»- monetarism), βλέποντας μόνο την τιμή του πετρελαίου και επιδιώκοντας να επιβεβαιώσει τα αντιπληθωριστικά διαπιστευτήρια της, αύξανε το βασικό της επιτόκιο στο 4,25%, αντί να το μειώσει, εμπεδώνοντας την εντύπωση ότι είναι ένας γραφειοκρατικός μηχανισμός που φέρει τα χαρακτηριστικά μίας άλλης εποχής και μίας άλλης πραγματικότητας (της Bundesbank της περιόδου της ∆υτικής Γερμανίας). Εκτοτε ακολουθεί τις ενέργειες των άλλων κεντρικών τραπεζών με διαφορά φάσεως και υιοθετεί το εκάστοτε παράδειγμα τους με καθυστέρηση που μόνο χρήσιμη για την ευρωπαϊκή οικονομία δεν είναι. Είναι φυσικό λοιπόν -επικαλούμενη και τους καταστατικούς της περιορισμούς- να αρνείται να προχωρήσει σε ριζοσπαστικές πρακτικές του τύπου quantitative easing (παρ’ ότι εν μέρει το πράττει σιωπηρά με την αφειδή παροχή ρευστότητας στις ιδιωτικές τράπεζες), μέχρι βεβαίως να συμμορφωθεί ρητά και σε αυτό, όπως μάλλον ετοιμάζεται να κάνει τώρα, ξεκινώντας από την απ’ ευθείας αγορά εταιρικών ομολόγων. Ακούγοντας κανείς, πάντως, τον ∆ιοικητή της να μιλά σχηματίζει την εντύπωση ότι σκοπός της λειτουργίας της Τράπεζας δεν είναι η λείανση των μηχανισμών της ευρωπαϊκής οικονομίας για την καλύτερη απόδοσή τους αλλά ο ηθικός κολασμός των κρυφών εραστών του πληθωρισμού.

Η αδυναμία της ΕΚΤ να ανταποκριθεί αποτελεσματικά στην κρίση έγινε γλαφυρά εμφανής στην εξής περίπτωση : προκειμένου να αποφευχθεί η κατάρρευση του ευρωπαϊκού τραπεζικού συστήματος λόγω της έλλειψης ρευστότητας, η ΕΚΤ έθεσε στην διάθεσή των εμπορικών τραπεζών ποσό 100 δισεκατομμυρίων ευρώ από το οποίο μπορούν να δανεισθούν με το κεντρικό τραπεζικό επιτόκιο για διάστημα 6 μηνών (που πρόσφατα ανακοινώθηκε ότι θα επεκταθεί στο ένα έτος) με την κατάθεση, ως εχεγγύων, τίτλων που αυτές διαθέτουν στο χαρτοφυλάκιό τους, αντίστοιχης (ονομαστικής) αξίας με το δανειζόμενο ποσό. Κατά τον πρόσφατο δανεισμό του ελληνικού ∆ημοσίου που, για τους γνωστούς λόγους το περιθώριο (spread) του επιτοκίου σε σχέση με το γερμανικό ήταν ιδιαίτερα υψηλό, ελληνικές τράπεζες, σύμφωνα με τα δημοσιεύματα του τύπου15, αγόρασαν πενταετή ομόλογα απόδοσης 5,5% ύψους δισεκατομμυρίων ευρώ, τα οποία κατέθεσαν ως εχέγγυα στην ΕΚΤ για να δανεισθούν ποσό ίσο με την ονομαστική τους αξία με επιτόκιο 2%. Με τον τρόπο αυτό έχουν συμβεί τα εξής: το ελληνικό δημόσιο, και μαζί του η ελληνική οικονομία θα ασθμαίνουν προκειμένου να αποπληρώσουν τα ιδιαίτερα υψηλά, και μάλλον άδικα, τοκοχρεολύσια που επωμίσθηκαν εξ αιτίας της, όχι απόλυτα ορθολογικής, παρορμήσεως της διεθνούς αγοράς. Την ίδια στιγμή οι ελληνικές ιδιωτικές τράπεζες θα έχουν εξασφαλίσει, ακόπως, απόδοση 3,5% των κεφαλαίων που χρησιμοποίησαν, τα οποία βεβαίως έχουν και πάλι στα χέρια τους, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι τους έχει δοθεί κάποιο επιπρόσθετο κίνητρο για να τα διοχετεύσουν πλέον στην πραγματική ελληνική οικονομία. (Μάλλον το αντίθετο συμβαίνει). Όλα αυτά δε γιατί η ΕΚΤ, θύμα μίας σοβαρής ιδεολογικής αρτηριοσκλήρωσης, θεωρεί ότι, ακόμη και στις εξαιρετικές συνθήκες κρίσης των οποίων είμαστε μάρτυρες-«μία φορά κάθε 100 χρόνια»- και σε αντίθεση με ό,τι πράττει το Fed και η Τράπεζα της Αγγλίας, δεν έχει το δικαίωμα να προχωρήσει στην αγορά τίτλων κρατικού χρέους που εκδίδουν πληττόμενες από την κρίση χώρες της ευρωζώνης. Από αυτό και μόνο το περιστατικό είναι εύκολο να αντιληφθεί κανείς ότι η ΕΚΤ δεν είναι ένας ενεργός παράγοντας αλλά μάλλον μία αδρανής μάζα στην προσπάθεια ανάσχεσης της επερχόμενης κάμψης της ευρωπαϊκής οικονομίας.

Η οικονομική κρίση στην Ευρώπη είναι στις ρίζες της μία ιδεολογική και πολιτική κρίση ταυτότητας.

Είναι γνωστό ότι η οικονομική, παρά τον χαρακτηρισμό της dismal science που την ακολουθεί, δεν θεωρείται επιστήμη, και αυτό γιατί οι βασικές της υποθέσεις δεν μπορούν να αναπαραχθούν σε συνθήκες εργαστηρίου και να ελεγχθούν με πειραματικό τρόπο ως προς την ορθότητά τους. Η παρούσα κρίση όμως έχει δύο πολύ ενδιαφέροντα χαρακτηριστικά. Το πρώτο είναι πως, όπως παρατήρησε κάποιος, έχουν σταλεί στον κάλαθο των αχρήστων σχεδόν όλες οι θεωρίες, εξεζητημένες και μη, που προέκυψαν μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο. Τα θέματα που συζητούνται τώρα, και τα ερωτήματα που πλανώνται, θα ήταν ιδιαίτερα οικεία σε έναν οικονομολόγο της δεκαετίας του 1930 εάν έξαφνα επανερχόταν στην ζωή. Το δεύτερο είναι ότι ο χειρισμός της κρίσης, κατά διαφορετικό τρόπο από διάφορες μεγάλες οικονομικές δυνάμεις, έχει λίγο τον χαρακτήρα ενός πειράματος, η δαπάνη για την πραγματοποίηση του οποίου, βέβαια, μπορεί να ανέλθει σε μερικές δεκάδες τρισεκατομμύρια δολλαρίων απολεσθέντος εισοδήματος, και σε μερικά εκατομμύρια χαμένων θέσεων εργασίας για αρκετά χρόνια. Αφού στην πρώτη φάση του το πείραμα απέδειξε, πανηγυρικά είναι η αλήθεια, ότι η απόλυτη και τυφλή πίστη στις ανεξέλεγκτες δυνάμεις της αγοράς είναι καταστροφική, στο δεύτερο καλείται να απαντήσει και εάν η λελογισμένη, κεϋνσιανής έμπνευσης, κρατική παρέμβαση για την επίτευξη συνθηκών που προσεγγίζουν το σημείο της οικονομικής ισορροπίας (πλήρους απασχόλησης), είναι λυσιτελής. Ένα δευτερογενές ερώτημα στο σημείο αυτό είναι εάν το δομικά κεϋνσιανό σύστημα της Ευρώπης, με τους «αυτόματους σταθεροποιητές» που διαθέτει (κληροδοτημένους στην παρούσα από τις προηγούμενες γενεές), αλλά χωρίς ιδιαίτερο δημοσιονομικό «κέντρισμα» στην οικονομία αρκεί ως απάντηση στην κρίση ή, αντίθετα, εάν ενδεδειγμένη πολιτική είναι η πολύ ισχυρότερη δημοσιονομική επέκταση που επέλεξε η νέα πολιτική ηγεσία των ΗΠΑ. (Βέβαια οι εκφραστές του επιστημολογικού σκεπτικισμού θα αρνηθούν όλα τα παραπάνω θεωρώντας ότι όποια και αν είναι η εξέλιξη ουδεμία εδραία επιστημονικά διαπίστωση μπορεί να προκύψει και η άσκηση της οικονομικής πολιτικής θα συνεχίσει να είναι μία τεχνική στηριγμένη στην διαίσθηση και στην καθαρά υποκειμενική εκτίμηση).

Σε κάθε περίπτωση όμως οφείλει κανείς να λάβει υπ’ όψιν του πως η οικονομία της ευρωζώνης χαρακτηρίζεται και από τις θεμελιακές παραμέτρους του Συμφώνου Σταθερότητας και της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας που την διαφοροποιούν από το τυπικό υπόδειγμα της οικονομίας που συναντάται στα διδακτικά εγχειρίδια. Από την μέχρι στιγμής εμπειρία προκύπτει το συμπέρασμα ότι και τα δύο θα πρέπει να προσαρμόσουν την λειτουργία τους στις πραγματικές ανάγκες που έχουν προκύψει, διορθώνοντας όποια αδυναμία διαπιστώθηκε. Το Σύμφωνο Σταθερότητας, αίφνης, θα πρέπει να αναδιατυπώσει τους όρους που εισήγαγε το 2005 ώστε να καταστεί δυνατόν οι παρεμβάσεις τους να μην είναι μόνο πυροσβεστικές, εκ των υστέρων, αλλά και προληπτικές, εκ των προτέρων. Μία χρήσιμη ιδέα θα ήταν να αντικατασταθούν οι αναφορές στο όριο του ελλείμματος στο 3%, και η υποχρέωση της μείωσης κατά 0,5% σε περιόδους ανάπτυξης, με την υποχρέωση των κρατών να διατηρούν σε μηδενικό επίπεδο τον κινητό μέσο όρο της δημοσιονομικής τους χρήσεως για τα έξι τελευταία έτη. Αυτό θα δίνει την δυνατότητα στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή να επεμβαίνει ζητώντας την λήψη περαιτέρω μέτρων ακόμη και σε περιόδους που ο προϋπολογισμός θα είναι πλεονασματικός μεν, όχι όμως αρκετά για να φέρει τον μέσο δείκτη του ελλείμματος στο επιθυμητό επίπεδο. Για την ΕΚΤ πάλι, προκειμένου να μην χρηματοδοτεί σε συνθήκες βαθειάς κρίσης με επιτόκιο 2% ιδιωτικές τράπεζες που δεν πρόκειται ούτως ή άλλως να επιβιώσουν εάν το κράτος τους το οποίο δανείζεται την ίδια ακριβώς στιγμή με 6% χρεοκοπήσει, (δηλαδή προκειμένου να μην σπαταλά με τόσο άστοχο τρόπο τα χρηματικά διαθέσιμα της ευρωπαϊκής οικονομίας για τα οποία έχει επωμισθεί την ευθύνη), χρήσιμο θα ήταν να καθορισθούν κάποιες ποσοστώσεις αντίστοιχες των Ειδικών Τραβηκτικών ∆ικαιωμάτων του ∆ιεθνούς Νομισματικού Ταμείου, με βάση τις οποίες, όταν ένα κράτος της ευρωζώνης αντιμετωπίζει πρόβλημα δανεισμού, και το περιθώριο των επιτοκίων που καλείται να καταβάλει ξεπερνά κατά 2% το μέσο επιτόκιο των άλλων χωρών της ομάδας, να είναι σε θέση να αντλήσει κεφάλαια από την ΕΚΤ με το βασικό της επιτόκιο, αναλαμβάνοντας βέβαια και ορισμένες σαφείς και απαράβατες υποχρεώσεις διόρθωσης της οικονομικής του πορείας-όπως θα συνέβαινε και εάν προσέφευγε στο εξωευρωπαϊκό IMF.

Το μεγάλο πρόβλημα της Ευρώπης, πάντως, δεν βρίσκεται ούτε στο αν η δημοσιονομική της ώθηση είναι μικρή ή μεγάλη, ούτε στο αν η νομισματική της πολιτική είναι τολμηρή ή άτολμη. Βρίσκεται κατά κύριο λόγο στο ότι τόσο οι κυβερνήσεις της, και κυρίως εκείνες των δύο πιο σημαντικών χωρών της ευρωζώνης, όσο και η Ευρωπαϊκή Επιτροπή και η ΕΚΤ δεν έχουν καμμία σαφή αντίληψη για τον χαρακτήρα της τρέχουσας κρίσης αλλά και για την κατεύθυνση προς την οποία θα πρέπει να προχωρήσουν η ευρωπαϊκή οικονομία και η ευρωπαϊκή κοινωνία στην χαώδη αλλά και κομβική σημερινή συγκυρία της ιστορίας τους. Το ότι στην πρόσφατη συνάντηση των G-20 στο Λονδίνο οι ηγέτες και της Γερμανίας και της Γαλλίας έσπευσαν να διακηρύξουν πως αυτή η κρίση είναι αποκλειστικά δημιούργημα της Wall Street και οι δικές τους οικονομίες ουδεμία ευθύνη φέρουν, ενώ μάλιστα ο δεύτερος προσέθεσε με έμφαση και ότι «ο καπιταλισμός του laissez faire είναι νεκρός», είναι δηλώσεις που δεν πρέπει να λαμβάνονται τοις μετρητοίς. Όχι βέβαια γιατί δεν ευσταθούν. Ευσταθούν απολύτως. Πλην όμως προ έτους θα ήταν αδύνατο να αποσπάσει κανείς, από τους ίδιους ανθρώπους, έστω και υπαινικτικές τοποθετήσεις προς την ίδια κατεύθυνση. ∆ιακηρυγμένη πολιτική του Γάλλου προέδρου, μέχρι ακριβώς πριν την εκδήλωση της κρίσης, ήταν να μετασχηματίσει τον χαρακτήρα των κοινωνικο-οικονομικών δομών της χώρας του κατά τέτοιο τρόπο ώστε η «κοινωνική οικονομία της αγοράς» που την χαρακτηρίζει και που μέχρι προ δεκαπενταετίας εθεωρείτο ως επιτυχημένο υπόδειγμα οργάνωσης (capitalisme rhénan16) να παραχωρήσει την θέση της σε ένα υβρίδιο νέας οικονομίας μετοχικού τύπου και «ευέλικτου κράτους» όπως αυτό που μεσουρανούσε γύρω και πάνω από την Wall Street. Η φιλοσοφία της οικονομικής πολιτικής που έθεσε σε εφαρμογή, κυρίως στην προσπάθειά του να ακυρώσει την εφαρμογή της 35ωρης εβδομάδας εργασίας, χαρακτηριζόταν από την εγκατάλειψη της βασικής ιδέας του John Maynard Keynes («η «ενεργός ζήτηση» δημιουργεί την προσφορά») και από την επιστροφή στην βασική ιδέα του Jean Baptiste Say (και μήτρα όλων των σύγχρονων θεωριών περιορισμού του οικονομικού ρόλου του κράτους) πως «η προσφορά περιέχει πάντα τα μέσα που δημιουργούν την ζήτηση». Το εγχείρημα αυτό, που αποτελούσε παραλλήλως και ένα ενδιαφέρον πείραμα στην ίδια την πραγματική οικονομία, ανακόπηκε και απέτυχε εξ αιτίας της διεθνούς οικονομικής κρίσης. Μίας κρίσης που, όσο ειρωνικό και αν φαίνεται, επέδρασε στην γαλλική οικονομία περιορίζοντας την συνολική ζήτηση, την οποία η «προσφορά» από μόνη της δεν μπόρεσε, και δεν μπορεί όπως αποδεικνύεται, να αναζωογονήσει. Ένα αντίστοιχο πείραμα που έλαβε επίσης χώρα υπό την παρούσα γαλλική πολιτική ηγεσία αφορούσε τον δημοσιονομικό τομέα όπου με την μείωση των φορολογικών συντελεστών πιστευόταν ότι θα αυξηθούν τα φορολογικά έσοδα και θα μειωθεί το δημοσιονομικό έλλειμμα. Κάτι τέτοιο δεν συνέβη φυσικά, (όπως δεν είχε συμβεί και στο αντίστοιχο πείραμα της κυβερνήσεως Reagan στις ΗΠΑ την δεκαετία του 1980 με βάση τις απόψεις της γνωστής «καμπύλης Laffer») και το έλλειμμα αντί να μειωθεί, αυξήθηκε.

Στην περίπτωση της Γερμανίας, παρά το ότι θα πρέπει να παραδεχθεί κανείς ότι δεν παρατηρήθηκε το παραμικρό φαινόμενο ερωτοτροπίας με το υπόδειγμα της casino economy, εμφανής επιδίωξη των πολιτικών ηγεσιών την τελευταία δεκαπενταετία (συμπεριλαμβανομένης και της προηγούμενης κυβερνήσεως, δηλαδή ενός συνασπισμού σοσιαλδημοκρατών και «πρασίνων») ήταν να συμμετάσχει η χώρα στην παγκοσμιοποιημένη οικονομία μέσω της εφαρμογής ενός είδους κοινωνικού και οικονομικού dumping, μειώνοντας τις πραγματικές αποδοχές των εργαζομένων και «εξάγοντας» ουσιαστικά την ανεργία της στην υπόλοιπη Ευρώπη, και ιδιαίτερα στις χώρες που δεν μπορούσαν να ακολουθήσουν στην συμπίεση των αποδοχών, πολιτική που έγινε γνωστή και ως «beggar-thy-neighbor» real devaluation policy. Η προσπάθεια επικεντρωνόταν στο να διατηρηθεί η Γερμανία ως μία εξαγωγική δύναμη με βάση κυρίως τα προϊόντα της δεύτερης βιομηχανικής επανάστασης (που έλαβε χώρα στα τέλη του 19ου αιώνα). Αυτό πέτυχε πρόσκαιρα, αλλά στην συνέχεια οδήγησε στην σημερινή κρίση και σύγχυση, πράγμα που ήταν απολύτως φυσικό εάν λάβει κανείς υπ’ όψιν του ότι η παγκοσμιοποίηση φέρνει ταχύτατα έναν νέο διεθνή καταμερισμό εργασίας όπου οι δραστηριότητες αυτές είναι πολύ περισσότερο κερδοφόρες σε χώρες όπως η Κίνα, η Νότιος Κορέα ή η Ταϊβάν17.

Παράλληλα, υπό την αυτάρεσκη σκέπη της Ευρωπαϊκής Ένωσης, στην Ανατολική Ευρώπη αναπτυσσόταν ένα κερδοσκοπικό κακέκτυπο της αμερικανικής οικονομίας, χωρίς καμμία παραγωγική βάση, καθώς οι χώρες της περιοχής αύξαναν τον εξωτερικό δανεισμό τους σε επίπεδα ακόμη μεγαλύτερα και από εκείνα των χωρών της νοτιοανατολικής Ασίας που οδηγήθηκαν σε πτώχευση στην δεκαετία του 1990. Ταυτοχρόνως, υπό το μακάριο βλέμμα της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, οι εμπορικές τράπεζες της «παλαιάς»–κυρίως- Ευρώπης χρηματοδοτούσαν την όλη διαδικασία αφειδώς, με δάνεια σε ευρώ. Η κατάρρευση της κερδοσκοπικής έξαρσης όμως έφερε και την κατάρρευση της συναλλαγματικής ισοτιμίας των νομισμάτων των χωρών της Ανατολικής Ευρώπης, καθιστώντας την έγκαιρη εξυπηρέτηση των σε ευρώ δανείων τους σχεδόν αδύνατη και συσσωρεύοντας στο ενεργητικό των ευρωπαϊκών τραπεζών τεράστια ποσά επισφαλειών («τοξικών» δανείων) η συνειδητοποίηση του μεγέθους των οποίων δημιουργεί τον φόβο ότι το ευρωπαϊκό τραπεζικό σύστημα θα χρειασθεί χρόνια, εάν όχι και δεκαετίες, για να εξυγιανθεί18. Είναι απαραίτητο να σημειώσει κανείς εδώ ότι, όπως στις ΗΠΑ έτσι και στην Ευρώπη, όλες αυτές οι πολιτικές κατευθύνσεις και πρακτικές επιλογές που τώρα καταδεικνύονται ως αιτία νοσηρών δεινών και ζοφερών προοπτικών -και εκπλήσσουν για την αμβλύνοια και την αφέλειά τουςστην ακριβώς προηγούμενη περίοδο εθεωρούντο ως πραγματισμός και οξυδέρκεια, η δε έκφραση έστω και του παραμικρού «ετερόδοξου» προβληματισμού απορριπτόταν ως ανεδαφική ή σχολαστική θεωρητικολογία.

Εάν θέλει κανείς να δώσει μία μεταφορική εικόνα για να περιγράψει αυτό που συμβαίνει σήμερα, και εξηγεί εν πολλοίς την ιδεολογική σύγχυση και την πρακτική αμηχανία της Ευρώπης, είναι ότι ενώ κάποιοι από τους ηγέτες, της έχοντας εγκαταλείψει περιχαρείς την «κοινωνική οικονομία της αγοράς», βάδιζαν προς τον νέο παράδεισο που πίστευαν ότι θα βρουν στο υπόδειγμα της χώρας των derivatives και της securitization, είδαν έκπληκτοι τον Barack Obama να έρχεται από την αντίθετη κατεύθυνση δηλώνοντας ότι το οικοδόμημα της business oriented κοινωνίας και της completely unregulated αγοράς κατέρρευσαν οριστικά και ότι οι ΗΠΑ θα αναζητήσουν την μελλοντική τους ευημερία σε μία κοινωνία που θα μοιάζει περισσότερο με αυτό που η Ευρώπη κατάφερε να οικοδομήσει με κοινωνικούς και πολιτικούς αγώνες δύο αιώνων και πλέον.

Το πρόβλημα της Ευρώπης, συνεπώς, βρίσκεται στο γεγονός ότι η πολιτική ιθύνουσα τάξη της υποτίμησε την αξία της ίδιας της κοινωνίας της, δηλαδή μίας κοινωνίας που εκτός των άλλων προσφέρει, αποδεδειγμένα, στους πολίτες της καλύτερη ποιότητα ζωής από εκείνη που προσφέρει η κοινωνία των ΗΠΑ στους δικούς της. Αυτό το τόσο σημαντικό όμως στοιχείο παραβλέφθηκε και υποβαθμίστηκε, μόνο και μόνο γιατί η τελευταία δείχνει να υπερτερεί, οριακά σε κάποια μακρο-λογιστικά μεγέθη. Αντί να επιδιώξουν να διορθώσουν τα επί μέρους προβλήματα που πράγματι υπάρχουν (έλλειψη «ευελιξίας» στην αγορά εργασίας, παρασιτισμός στον δημόσιο τομέα κλπ), διατηρώντας όμως αλώβητο τον πυρήνα της «κοινωνικής οικονομίας της αγοράς», και μαζί με αυτό να διατηρήσουν σε ισχύ ένα «κοινωνικό συμβόλαιο» με όλες τις πλειοψηφικές ομάδες του πληθυσμού, που θα επέτρεπε να αναζητηθούν σε συλλογικό επίπεδο, ριζοσπαστικά καινοτόμες και γι’ αυτό ορθές και λειτουργικές λύσεις στα εντελώς νέα προβλήματα που θέτουν η αναπόφευκτη παγκοσμιοποίηση και η περιβαλλοντική πρόκληση, οι ευρωπαϊκές πολιτικά ιθύνουσες τάξεις πίστεψαν ότι η λύση βρίσκεται στην ριζική ανατροπή των δεδομένων και στην υιοθέτηση ενός κοινωνικού και οικονομικού υποδείγματος το οποίο, αν μη τι άλλο, διακρινόταν, κυρίως, για την αλαζονική –έως αναιδή ιδεολογική επιθετικότητά του (σε όλα τα πεδία βέβαια και όχι μόνο στο οικονομικό). Η απίσχναση αυτή της ιδεολογικής αυτονομίας της Ευρώπης, και η απουσία στρατηγικού προτάγματος για την κοινωνία της εξηγεί λοιπόν γιατί σήμερα δεν υφίσταται πραγματική απάντηση στην διεθνή οικονομική κρίση και γιατί η ευρωζώνη κινείται χωρίς πυξίδα μέσα σε αυτήν, τρέφοντας την ελπίδα ότι τύχη αγαθή, και η δημοσιονομική ώθηση από την πλευρά των ΗΠΑ και της Κίνας, θα δώσουν λύση και στο δικό της πρόβλημα.

1 Flow of Funds Accounts of the United States-Federal Reserve statistical release-March 12, 2009.

2 Global Economy Contracts, With Slow Recovery Next Year-International Monetary Fund, World Economic Outlook, April 22, 2009.

3 Χαρακτηριστικά: Eurozone braces itself for the perfect storm-Anatole Kaletsky-The Times, April 9, 2009.

4 Χαρακτηριστικά: U.S., Europe are an ocean apart on Human Toll of Joblessness, Marcus Walker and Roger Thurow-The Wall Street Journal-May 7, 2009.

5 Tο IMF θεωρεί ως αρχή της οικονομικής κρίσεως σε διεθνές επίπεδο τον Ιούνιο του 2008. Σύμφωνα με τα στοιχεία του US Bureau for Labor Statistics και της Eurostat, αντίστοιχα, η ανεργία τον Απρίλιο του 2008 στις ΗΠΑ έφθανε το 5% και στην ευρωζώνη στο 7,3%.

6 Παραδόξως όμως και εκεί τα πράγματα φαίνονται χειρότερα στην περίπτωση της οικονομίας των ΗΠΑ, όπου σύμφωνα με τον OECD ο ρυθμός αύξησης της παραγωγικότητας της εργασίας μειωνόταν σταθερά από το 2004, παρά της ευρωζώνης, όπου παρέμενε στάσιμος. Πρβλ. The real economy and the crisis: revisiting productivity fundamentals-OECD, Statistical Directorate-11/05/2009.

7 Είτε το κοινό που, αντιλαμβανόμενο ότι η αύξηση του δανεισμού του Δημοσίου θα το επιβάρυνε με υψηλότερους φόρους μελλοντικά, θα αντιδρούσε αυξάνοντας την αποταμίευσή του και μειώνοντας αντίστοιχα την κατανάλωσή του (Ricardo effect), είτε οι εργαζόμενοι που αντιλαμβανόμενοι, πλήρως ορθολογικά, ότι οι κρατικές δαπάνες θα αυξήσουν τον πληθωρισμό θα απαιτούσαν ονομαστικές αυξήσεις για να αντισταθμίσουν την απώλεια πραγματικού εισοδήματος αφήνοντας έτσι το επίπεδο του πραγματικού, και όχι ονομαστικού, συνολικού εισοδήματος ανάλλαχτο !

8 Μία σύνοψη της δημόσιας συζήτησης που έλαβε χώρα μεταξύ των κορυφαίων οικονομολόγων των ΗΠΑ, και δημιουργεί εν μέρει ανατριχιαστικά συναισθήματα για το αποκαλυπτόμενο μέγεθος της άγνοιας που ορισμένοι επιφανείς ακραίοι «φιλελεύθεροι» έχουν για τον τρόπο λειτουργίας των οικονομικών κυκλωμάτων, βρίσκεται στο Les libéraux contre les plans de relance-Gilles Raveaut-Alternatives Économiques, no 278, mars 2009.

9 Μία αντι-κεϋνσιανή παρομοίωση που χρησιμοποιείται για να «αποδομήσει» την έννοια του πολλαπλασιαστή περιγράφοντάς τον ως μεταφυσικού χαρακτήρα πεποίθηση είναι εκείνη που συγκρίνει το Δημόσιο και την κρατική δαπάνη με τον Ιησού Χριστό που ευλόγησε τον άρτο και τους ιχθείς στην έρημο, πολλαπλασιάζοντας τα, για να τραφούν οι πιστοί του (Κατά Μάρκον-η’-6 έως 8). Αντίθετα όμως η έντιμη ιδεολογικά παρομοίωση θα έπρεπε να γίνεται με την παραβολή «του σπορέως» (Κατά Λουκάν-η’-5 έως 15), όπου όπως ο σπόρος στην γόνιμη γη, έτσι και η δημόσια δαπάνη, επιμηκύνοντας την παραμονή των εισοδημάτων στο οικονομικό κύκλωμα και αυξάνοντας την «ενεργό ζήτηση», γονιμοποιεί το δυνητικά εύφορο έδαφος των αργούντων παραγωγικών συντελεστών.

10 The job impact of the American recovery and reinvestment plan Christina Romer, Jared Bernstein January 10, 2009. Για την αντίθετη άποψη πρβλ: New Keynesian versus Old Keynesian government spending multipliers-Cogan, Tobias, Taylor, Wieland-CEPR discussion paper 7236, March 2009 καθώς και: Government spending is not free lunch-Robert J. Barro-The Wall Street Journal-January 22, 2009.

11 The Euro and the Stability Pact-Martin Feldstein-NBER Working Paper no W11249-April 2005.

12 The effectiveness of fiscal policy in stimulating economic activity. A review of the literature.- Richard Hemming, Michael Kell, Selma Mahfanz.-IMF working paper WP/02/208-December 2002.

13 Πολλοί αναλυτές θεωρούν ότι το ήμισυ τουλάχιστον του δανεισμού των ΗΠΑ για το 2008 θα χρειασθεί να προέλθει από το quantitative easing. Πρβλ. Je ne connais pas de pays qui ne profitent pas des paradis fiscaux-Jacques Sapir-L’ Hebdo-12/03/2009.

14 Οι τόκοι που το Fed τουλάχιστον λαμβάνει για τα κρατικά χρεόγραφα που διατηρεί στο χαρτοφυλάκιό του είναι λογιστικοί και όχι πραγματικοί γιατί επιστρέφουν, μαζί με όλα τα κέρδη του, στον ομοσπονδιακό προϋπολογισμό των ΗΠΑ.

15 «Μπίζνα» κερδών από τα ομόλογα-Κυριακάτικη Ελευθεροτυπία-15/02/2009.

16 Σύμφωνα με τον προσφυή χαρακτηρισμό του Michel Albert του οποίου το γραμμένο το 1991 και ξεχασμένο έκτοτε βιβλίο Le capitalisme contre le capitalisme αποδεικνύεται σήμερα προφητικό.

17 Σε μία οικονομική κάμψη οι δύο δαπάνες που μειώνονται πρώτα είναι οι επενδύσεις των επιχειρήσεων (δαπάνες για κεφαλαιουχικό εξοπλισμό) και οι αγορές διαρκών καταναλωτικών αγαθών από τα νοικοκυριά. Αυτό εξηγεί και την κάμψη των γερμανικών εξαγωγών, εφ’ όσον σε αυτά ακριβώς τα προϊόντα έχει εξειδικευθεί η οικονομία της Γερμανίας. Το ίδιο πράγμα εξηγεί και την απροθυμία της Γερμανίας να ακολουθήσει δημοσιονομικές πολιτικές τόνωσης της ζήτησης : η μείωση γι’ αυτήν έχει προέλθει από το εξωτερικό και όχι από την εσωτερική της αγορά.

18 Germany needs more than an accounting trick-Wolfgang Munchau-Financial Times-May 17,2009.

———————————————————————————————————–

Βιβλιογραφικὴ σημείωση – Ἱστορικὸ δημοσιεύσεως

. A. Ιωάννου, «Η εύτρωτη Ευρωπαϊκή οικονομία», ∆ελτίο Ανάλυσης, Επιστημονικό Κέντρο Ανάλυσης και Σχεδιασμού, Υπουργείο Εξωτερικών, τεύχος 48, σ. 23-38, Μάιος 2009.