Η ΟΝΕ και το τέλος της ειδωλολατρείας

by ggeorgan

ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΙΩΑΝΝΟΥ

Σύμβουλος Πρεσβείας Α’

Μάρτιος 2010

Eίναι γεγονός ότι η αποχώρηση της Ελλάδας από την ευρωζώνη, σήμερα, θα επέφερε αδιανόητη οικονομική καταστροφή και κοινωνική οπισθοδρόμηση. Το πιθανότερο είναι ότι θα προκαλούσε μία δεκαετία πλήρους νομισματικής αστάθειας, (ανάλογη εκείνης της περιόδου 1944-1953), στην οποία οι εγχρήματες ανταλλαγές σε μεγάλο βαθμό θα αντικαθίσταντο από τον πρωτόγονο αντιπραγματισμό και η αποταμίευση από την χρυσοφιλία, με αποτέλεσμα την επί μακρόν καθίζηση της παραγωγικής δραστηριότητας στην χώρα. Συνεπώς, ουδείς θα μπορούσε να εισηγηθεί στα σοβαρά την εκούσια επιστροφή στο καθεστώς της δραχμής. Και όχι μόνο αυτό: ακόμη και εάν, παρ’ ελπίδα, η Ελλάδα απετύγχανε κάποια στιγμή να χρηματοδοτήσει από τις διεθνείς αγορές κεφαλαίου τις άμεσες ανάγκες της θα έπρεπε να αντιπαρέλθει κάθε σκέψη αποχώρησής της από την ευρωζώνη, εγκαθιδρύοντας τάχιστα ένα «δυαδικό» νομισματικό καθεστώς με χρήση του ευρώ για τις εξωτερικές συναλλαγές και εισαγωγή, για μία μεταβατική περίοδο, ληξιπρόθεσμα μετατρέψιμων σε ευρώ «δραχμικών» τίτλων (IOUs) για τις εσωτερικές συναλλαγές.

Μόνο που η πραγματιστική διαπίστωση περί των καταστροφικών αναταράξεων που, στις παρούσες συνθήκες, θα ακολουθούσαν μία πολιτική επιστροφής στο εθνικό συναλλαγματικό σύστημα της δραχμής, σε καμμία περίπτωση δεν συνεπάγεται και την ορθότητα της συζυγούς, αντίστροφης, απόφανσης : ότι, δηλαδή, και η επιλογή της ένταξης της Ελλάδας στην ΟΝΕ υπήρξε ορθή. Όμως πλήθος σχολιαστών και αρθρογράφων, προφανώς ευρισκόμενο σε μία ψυχολογική ανάγκη εξορκισμού της καταθλιπτικής τρέχουσας πραγματικότητας, ισχυρίζεται ακριβώς αυτό, επιδιδόμενο στην άσκηση της “δραχμοτρομοκρατίας” και αναλισκόμενο στην περιγραφή, με την δύναμη της φαντασίας βέβαια, των ερεβών στα οποία θα βρισκόταν σήμερα η Ελλάδα εάν δεν είχε έγκαιρα καταστεί μέλος της ευρωζώνης.

Θα πρέπει, όμως, κάποια στιγμή, ως κοινωνία, να πάψουμε να ζούμε ερήμην της πραγματικότητας και να αρχίσουμε να μαθαίνουμε από την εμπειρία μας. Η ελληνική σήμερα είναι παγκοσμίως, τηρουμένων των αναλογιών, η πλέον αποτυχημένη εθνική οικονομία, και άθυρμα του κάθε κερδοσκόπου, ακριβώς εξ αιτίας της συμμετοχής της στην ΟΝΕ. Κανενός είδους διαχείριση του εθνικού πλούτου, όσο εγκληματική και εάν ήταν, δεν θα είχε οδηγήσει στην παρούσα κατάσταση εάν δεν είχαν λάβει χώρα :

αφ’ ενός η, παρακινούμενη και από την διεθνή υπερεπάρκεια επενδύσιμων κεφαλαίων (savings glut) αλλά οφειλόμενη κυρίως στην οφθαλμαπάτη του κοινού ευρωπαϊκού νομίσματος, “τύφλωση” των αγορών οι οποίες έως τα μέσα του 2008 παρείχαν αφειδώς χρηματοδότηση των ελληνικών ελλειμμάτων με όρους ανάλογους με εκείνους που χρηματοδοτούσαν πολύ πιο υγιείς οικονομίες, αποκρύπτοντας έτσι από το οπτικό πεδίο της κοινής γνώμης την καταστροφή που εξελισσόταν με την σώρευση υπέρογκων δανειακών υποχρεώσεων. (Φθάνει να αναλογιστεί κανείς ότι υπήρξαν περίοδοι, κυρίως στο διάστημα 2004-2007, όπου το επιτόκιο δανεισμού της Ελλάδας ήταν σχεδόν ίσο με τον εσωτερικό της πληθωρισμό, πράγμα που σημαίνει ότι ο δανειστής ουσιαστικά αποδεχόταν το ενδεχόμενο να αποπληρωθεί με εισόδημα που θα προέρχεται από την ονομαστική αύξηση των τιμών, δηλαδή από «αέρα»)

αφ’ ετέρου, το γεγονός ότι ο θετικός διαφορικός πληθωρισμός της Ελλάδας σε σχέση με την υπόλοιπη ευρωζώνη, συνδυασμένος με την στασιμότητα, αν όχι και μείωση, της παραγωγικότητας υπέσκαπτε επί σταθερής βάσεως την ανταγωνιστικότητα της ελληνικής οικονομίας που πραγματοποιούσε τις εξωτερικές συναλλαγές της στην νομισματική μονάδα του ευρώ η οποία, εξ αντικειμένου, λειτουργούσε ανατιμητικά καθιστώντας τα εξαγόμενα αγαθά όλο και ακριβότερα και τα εισαγόμενα όλο και φθηνότερα.

Το συνδυασμένο αποτέλεσμα των δύο αυτών φαινομένων είναι γνωστό : η Ελλάδα σήμερα έχει παγκοσμίως (ως ποσοστό του ΑΕΠ) το υψηλότερο πραγματικό δημόσιο χρέος και το υψηλότερο δημόσιο έλλειμμα για το 2009. Κυρίως όμως έχει τον χειρότερο δείκτη από όλους όσον αφορά την κατεύθυνση των μελλοντικών πληρωμών της: το χρέος της διακρατείται κατά 70% από ξένους και όχι Έλληνες επενδυτές, πράγμα που σημαίνει ότι στις επόμενες δεκαετίες θα πρέπει να «καταστρέφει» σταθερά σημαντικό ποσοστό από τον εθνικό της πλούτο απλά για την εξυπηρέτησή του, γιατί σε αντίθεση με την αποπληρωμή χρέους σε Έλληνες πιστωτές που τα χρήματα ανακυκλώνονται εντός της ελληνικής οικονομίας, η αποπληρωμή σε ξένους αποτελεί εισόδημα που χάνεται για πάντα. (Στην περίπτωση της Ιαπωνίας της οποίας, τυπικά, το εθνικό χρέος είναι σχεδόν διπλάσιο της Ελλάδας, ποσοστό 80% διακρατείται από Ιάπωνες, και μάλιστα στην συντριπτική του πλειοψηφία από την κεντρική τράπεζα της χώρας-είναι δηλαδή σαν να μην υπάρχει. Κάτι παραπλήσιο ισχύει και για την Ιταλία όπου σημαντικό ποσοστό του χρέους βρίσκεται στα χέρια του ιταλικού κοινού).

Εάν εθνικό νόμισμα ήταν η δραχμή θα ήταν χειρότερα τα πράγματα; Κατηγορηματικά όχι, υπό την προϋπόθεση βεβαίως ότι θα επρόκειτο για ένα ελεύθερα κυμαινόμενο και όχι “συνδεδεμένο” με το ευρώ νόμισμα, καθώς και ότι στόχος της πολιτικής της Κεντρικής Τράπεζας θα ήταν η διατήρηση του πληθωρισμού εντός μίας “ζώνης διακύμανσης”. Σε καθεστώς ελεύθερα κυμαινόμενης δραχμής κάθε απόπειρα άσκησης ανεύθυνης ή τυχοδιωκτικής οικονομικής πολιτικής θα είχε σαν αποτέλεσμα άμεσες ισχυρές υποτιμητικές πιέσεις που όχι μόνο θα καθιστούσαν τον χαρακτήρα της ανάγλυφο και εμφανή, αλλά και θα ακύρωναν στην πράξη τις στοχεύσεις της. Οι “αγορές”, δηλαδή, λειτουργώντας πολύ πιο αποτελεσματικά απ ́ ότι στην περίπτωση του ευρώ, θα “τιμωρούσαν” εξ αρχής τις άστοχες οικονομικές πολιτικές και θα “πειθαρχούσαν” στιγμιαία την οιαδήποτε πολιτική ηγεσία, πολύ πριν αυτή οδηγήσει την εθνική οικονομία, και την χώρα, στο χείλος του γκρεμού. Βεβαίως στην Ελλάδα θα κυκλοφορούσαν λιγότερες Porsche Cayenne όμως τα μακροοικονομικά μεγέθη θα ήταν πιο ισορροπημένα: η κατανάλωση θα ήταν πιο κοντά στο επίπεδο της παραγωγής, η ανταγωνιστικότητα –και γι’ αυτό και οι επενδύσεις– αν μη τι άλλο δεν θα ήταν μονίμως σε καθοδική πορεία, η ροπή για εθνική αποταμίευση και λόγω της επενδυτικής δυναμικής και λόγω των θετικών πραγματικών επιτοκίων θα ήταν ισχυρότερη και, το κυριότερο, το δημόσιο χρέος θα είχε παραμείνει σε διαστάσεις που θα ήταν απολύτως ελέγξιμες. Κάθε ανατροπή αυτών των ισορροπιών θα αντικατοπτρίζονταν βραχυπρόθεσμα, και θα διορθώνονταν μεσοπρόθεσμα, από τις υποτιμητικές τάσεις στην εξωτερική ισοτιμία της δραχμής.

Βεβαίως, κάποιος θα μπορούσε να ρωτήσει εάν αυτή ήταν η εικόνα της ελληνικής οικονομίας πριν από το 2002. Η απάντηση στο ερώτημα είναι διττή :

η δραχμή δεν υπήρξε ποτέ ελεύθερα κυμαινόμενο νόμισμα. Μεταπολεμικά ήταν πάντοτε προσδεδεμένη είτε στον χρυσό, είτε στο δολλάριο, είτε στο ecu. Ακόμη και στην περίοδο που τυπικά εμφανιζόταν ως κυμαινόμενη, στην πραγματικότητα ελεγχόταν πλήρως από την Τράπεζα της Ελλάδας η οποία με τις «διολισθητικές» συνήθως παρεμβάσεις της προσπαθούσε, με κάποια αλχημιστικά κριτήρια, να συγκεράσει πολιτικούς και οικονομικούς στόχους. Από το συνολικό αναπτυξιακό, αλλά και μακρο-λογιστικό, αποτέλεσμα της περιόδου 1953-2002 οφείλουμε να συμπεράνουμε ότι, με εξαίρεση μία μικρή περίοδο μετά το 1953, η ελεγχόμενη δραχμή ήταν ένα υπερτιμημένο νόμισμα που δεν υποβοηθούσε την ανάπτυξη της ελληνικής οικονομίας αλλά μάλλον την παρεμπόδιζε. Ενδεχομένως, περισσότερο παντός αλλού, ήταν υπεύθυνη για την αρχική δημιουργία του φαινομένου που κοινώς, και ορθώς, περιγράφεται με την έκφραση «οι Έλληνες ζουν πάνω από τις δυνατότητές τους» και, κυρίως, για την ατροφική παραγωγική βάση της χώρας·

από την άλλη πλευρά, όμως, η ελληνική οικονομία σε συναλλαγματικό καθεστώς δραχμής ουδέποτε βρέθηκε σε ανάλογη κατάσταση με αυτήν που βρίσκεται σήμερα. Διότι έστω και «συνδεδεμένη», έστω και διαχρονικά υπερτιμημένη, η δραχμή, ως εθνικό νόμισμα διέθετε μηχανισμούς εξισορρόπησης. Κάθε σοβαρή απόκλιση της οικονομικής πολιτικής ή των οικονομικών μεγεθών από τα όρια αντοχής της εθνικής οικονομίας είχε σαν άμεσο αποτέλεσμα την μαζική «φυγή» προς τα ξένα νομίσματα, ή τον χρυσό, ή τα ξένα προϊόντα και την ανάλογη μείωση των συναλλαγματικών αποθεμάτων της Τράπεζας της Ελλάδας, πράγμα που καθιστούσε προφανή και επιβεβλημένη την ανάγκη λήψης διορθωτικών μέτρων.

Θα πρέπει βεβαίως να τονιστεί ότι στην περίπτωση του νομισματικού καθεστώτος στο οποίο θα έπρεπε να βρισκόμαστε αντί του σημερινού, δεν μιλάμε για την ύπαρξη μίας δραχμής που θα ήταν μεν εθνική νομισματική μονάδα της Ελλάδας, αλλά σε «κλειδωμένη» ισοτιμία με το ευρώ. Κάτι τέτοιο δεν θα είχε κανένα νόημα. Αν η Ελλάδα είχε επιλέξει –πράγμα που θα έπρεπε να είχε πράξει– να παραμείνει εκτός ευρώ, ο λόγος θα ήταν ακριβώς για να διαθέτει ένα κυμαινόμενο νόμισμα που θα της επέτρεπε να αντιστέκεται αποτελεσματικά στις «ασύμμετρες αναταράξεις» (asymmetric shocks) στις οποίες η διαρθρωτικά προβληματική οικονομία της είναι ιδιαίτερα ευάλωτη.

Βεβαίως, και πάλι κάποιος θα ένοιωθε την ανάγκη να παρατηρήσει εδώ ότι η είσοδος στο ευρώ αποφασίσθηκε ακριβώς διότι εκτιμήθηκε πως αυτό προσέφερε πλεονεκτήματα σε σημεία που θεωρούνταν ως πάγια και διαχρονικά προβλήματα της Ελλάδας. Ποιά όμως είναι αυτά τα πλεονεκτήματα, και πως αξιολογούνται σήμερα ;

το πρώτο, και σημαντικότερο ίσως, πλεονέκτημα που –υποτίθεται πως– θα εξασφάλιζε η Ελλάδα δεν ήταν οικονομικού αλλά πολιτικού χαρακτήρα: η συμμετοχή στο ευρώ θα την καθιστούσε και μέλος του «σκληρού πυρήνα» της ΕΕ, με ό,τι αυτό συνεπάγεται. Πρόκειται όμως για ένα φαντασιακό πλεονέκτημα, συμπλεγματικής γενεαλογίας, και όχι για κάτι που έχει σχέση με την πραγματικότητα. Και καλά που δεν ακούσαμε, στις ωραίες εποχές, για κάποιον που να αγάπησε την Ελλάδα λόγω της ειδικότερης συμμετοχής της στο ευρώ. Αλλά σήμερα ; Που οι εταίροι μας, σε δρόμους και πλατείες, αυτομαστιγώνονται αλύπητα ανακαλώντας στην μνήμη τους την ώρα και την στιγμή που επέτρεψαν στην χώρα μας να γίνει μέλος της ΟΝΕ χωρίς να πληροί τις τυπικές αρχικές προϋποθέσεις ; Είμαστε μήπως κερδισμένοι πολιτικά ;

το δεύτερο πλεονέκτημα θα ήταν οικονομικό και θα είχε σχέση με την μείωση των δαπανών μετατροπής του συναλλάγματος (transaction costs) που χρησιμοποιείται για εμπορικές πράξεις και επενδύσεις: δεν είναι κάτι εντελώς ασήμαντο σε ομαλούς καιρούς, αλλά στις σημερινές κατακλυσμιαίες συνθήκες μοιάζει πραγματικά μηδαμινό ·

το τρίτο πλεονέκτημα θα είχε σχέση με την σταθερότητα του προγραμματισμού της οικονομίας εφ’ όσον η ύπαρξη ενιαίου νομίσματος θα επέτρεπε τον καλύτερο μεσο-μακροχρόνιο προγραμματισμό των επιχειρήσεων και θα αύξανε το ενδο-ευρωπαϊκό εμπόριο. Εκτός βεβαίως του ότι πράγματι το αύξησε, αλλά καταστρεπτικά εις βάρος μας, πρόκειται στην ουσία για ένα ψευδο-πλεονέκτημα: η «χρηματοπιστωτική καινοτομία» (financial innovation), κυρίως των τελευταίων ετών, εκτός από όλα τα δεινά πού έχει προκαλέσει, έχει προσφέρει και κάποια θετικά, και ένα εξ αυτών είναι η δημιουργία πιστωτικών «εργαλείων» και πρακτικών που εξαφανίζουν σχετικούς κινδύνους και αβεβαιότητες στις συναλλαγές μεταξύ οικονομιών και επιχειρήσεων οι οποίες δεν λειτουργούν στο ίδιο νομισματικό σύστημα·

το τέταρτο, και υποτίθεται σημαντικότερο οικονομικό, πλεονέκτημα έχει σχέση με την νομισματική σταθερότητα που θα επικρατούσε στην ελληνική οικονομία και θα της έδινε την δυνατότητα να χρηματοδοτεί άνετα τις ανάγκες της, σε μακροχρόνια βάση και με χαμηλά επιτόκια. Αφού σημειώσει κανείς, εν παρενθέσει, ότι η χρηματοδότηση δεν ήταν το μείζον πρόβλημα της ελληνικής οικονομίας από το 1953 και μετά, μπορεί στην συνέχεια να παρατηρήσει ότι το συγκεκριμένο υποθετικό πλεονέκτημα είναι ακριβώς αυτό που έχει διαψευσθεί –σε όλες τις πτυχές του– και καταρριφθεί περισσότερο από κάθε άλλο στην τρέχουσα κρίση, και βρίσκεται στην πηγή των τεράστιων σημερινών δυσκολιών για την Ελλάδα. Γιατί οι δυνατότητες χρηματοδότησης την εποχή της savings glut πράγματι ήταν τεράστιες και θελκτικές, περισσότερο μάλιστα απ’ ότι μπορούσε να διαχειρισθεί μία χώρα με περιορισμένες πολιτικές αντιστάσεις και ανύπαρκτους μηχανισμούς διαφάνειας. Αποτέλεσμα ήταν ένα ιδιότυπο carry trade όπου ο οριακά νομότυπος δανεισμός του ελληνικού δημοσίου συνδυαζόταν άριστα με την γνωστή ταχυδακτυλουργική αξιοποίηση του δημοσίου πλούτου. Αν συνυπολογιστεί επίσης ότι, με τα αρνητικά πραγματικά επιτόκια που είχε διαμορφώσει, το ευρώ είχε ήδη καταστρέψει την εγχώρια αποταμίευση των νοικοκυριών, μοιραία αποτέλεσμα ήταν να οδηγηθεί η Ελλάδα στον καταστρεπτικό υπερδανεισμό. (Υπενθυμίζεται παρεμπιπτόντως ότι ο άκριτος υπερδανεισμός (excessive leverage) σε ιδιωτικό και δημόσιο τομέα, σε Δύση και –ευρωπαϊκή–Ανατολή, είναι η αιτία της τρέχουσας παγκόσμιας οικονομικής κρίσης). Σε αντίθεση όμως με όλη αυτή την πιστωτική αφθονία της προηγούμενης περιόδου, σήμερα, και λόγω του ευρώ που όλοι γνωρίζουν ότι η Ελλάδα δεν μπορεί να το υποτιμήσει για να γίνει ανταγωνιστική, οι δυνατότητες χρηματοδότησης είναι μηδενικές, και η χώρα αντιμετωπίζει το φάσμα της πιστωτικής ασφυξίας και της κοινωνικο-οικονομικής κατάρρευσης.1

Μπορεί να συναγάγει κανείς από τα ανωτέρω ότι η δημιουργία της ΟΝΕ υπήρξε συνολικά μία ατυχής πρωτοβουλία ; Σε καμμία περίπτωση. Εκείνο όμως που μπορεί να συναγάγει με βεβαιότητα είναι ότι η κάθε οικονομία έχει τις δικές της ανάγκες και ιδιαιτερότητες και πρέπει να αποφασίζει επικεντρώνοντας την προσοχή της σε αυτές, συγκεκριμένα και με πολύ περίσκεψη. Η δημιουργία νομισματικών ενώσεων έχει ευεργετικά αποτελέσματα, αλλά μόνο για όσες οικονομίες έχουν τα απαιτούμενα χαρακτηριστικά και ανήκουν στην λεγόμενη optimum currency area. Οι μικρές προηγμένες οικονομίες της Ευρώπης μάλλον ωφελήθηκαν σημαντικά από το ευρώ διότι διέθεταν τον απαραίτητο ενδογενή δυναμισμό και τις απαιτούμενες «ευελιξίες» των αγορών τους (και μάλιστα «ασφαλοευελιξίες»-flexicurity, έστω και αν ο όρος έχει δημιουργηθεί σε μία χώρα εκτός ευρώ) που η Ελλάδα στερούνταν. Ακόμη πιο χαρακτηριστική περίπτωση είναι εκείνη της Γαλλίας η οποία, πριν και από την υιοθέτηση του κοινού νομίσματος, από την δεκαετία του 1990, ακολουθώντας την πολιτική του franc fort και ουσιαστικά προσδένοντας την νομισματική της πολιτική στην αντίστοιχη της Γερμανίας, κατάφερε να αντιπαρέλθει όλες τις πρόσκαιρες δυσχέρειες που αυτό της δημιουργούσε με αποτέλεσμα να βρίσκεται σήμερα στην σχετικά καλύτερη θέση από όλες τις μεγάλες ευρωπαϊκές οικονομίες. Στην αντίθετη πλευρά, όμως, υπάρχουν και οικονομίες οι οποίες, έστω και αν δεν το είχαν συνειδητοποιήσει μέχρι πρόσφατα, βρίσκονται έξω από τα όρια της optimum currency area. Χαρακτηριστική περίπτωση η Πολωνία: είναι η χώρα της Ευρώπης η οποία ευτύχησε να μην προλάβει να γίνει μέλος της ΟΝΕ πριν το 2008 με αποτέλεσμα στην τρέχουσα οικονομική κρίση να επιδείξει την μεγαλύτερη «ανθεκτικότητα», πράγμα που κατά κύριο λόγο οφείλεται στο εθνικό της νόμισμα, το οποίο υποτιμώμενο θεαματικά έδωσε την δυνατότητα της απόσβεσης των όποιων, προερχόμενων από το εξωτερικό, «ασύμμετρων κραδασμών» υπέστη η οικονομία της. Δεν ήταν βέβαια παρόμοια η τύχη της Λετονίας, η οποία διατηρώντας το νόμισμά της συνδεδεμένο με το ευρώ είδε την μείωση του ΑΕΠ της για το 2009 να πλησιάζει το 20%. Και δεν θα μπορούσε κανείς να ξεχάσει, παρ’ ότι αφορούν την προ-ΟΝΕ περίοδο, τις «αναγκαστικές» υποτιμήσεις του 1992-1993 για τα εθνικά νομίσματα της Μεγάλης Βρετανίας, της Ιταλίας και της Ισπανίας που όμως είχαν ευεργετικά αποτελέσματα για τις οικονομίες τους για διάρκεια μεγαλύτερη της δεκαετίας-υποτιμήσεις τις οποίες είναι βέβαιο ότι η τελευταία τουλάχιστον από τις παραπάνω χώρες θα αναπολεί με νοσταλγία.

Σήμερα είναι προφανές, περισσότερο από κάθε άλλη φορά, ότι η χώρα μας βρίσκεται έξω από τα όρια της ευρωπαϊκής optimum currency area, τα οποία δεν είναι γεωγραφικά αλλά δομο-λειτουργικά. Πριν από την είσοδό της στην ΟΝΕ η Ελλάδα θα έπρεπε να είχε συζητήσει σοβαρά και σε βάθος εάν η δική της οικονομία, διαρθρωμένη γύρω από αγορές που αγνοούν κάθε έννοια ευελιξίας και στερούμενη παντελώς ενδογενούς αναπτυξιακού δυναμισμού και επιχειρηματικότητας, μπορούσε να αντέξει την αποστέρηση δύο θεμελιωδών δικλείδων οικονομικής ασφαλείας όπως είναι η συναλλαγματική και η νομισματική πολιτική. Θα έπρεπε επίσης να είχε αναζητήσει τυχόν «αφανείς κινδύνους» μέσα στο νέο σύστημα, που η εμπειρία στην συνέχεια έδειξε ότι υπάρχουν (όπως ήταν η savings glut της περιόδου 2002-2008 που μετετράπη στην σημερινή απαγορευτική απογείωση των spreads). Η συζήτηση αυτή όμως δεν έγινε ποτέ. Η εισδοχή στο σύστημα της ευρωπαϊκής νομισματικής ένωσης ήταν κάτι αντίστοιχο με την μικρασιατική εκστρατεία το 1919 : από την στιγμή που κατέστη εφικτή, ήταν αδύνατο για οιονδήποτε έστω και να την εξετάσει με βάση την ψυχρή λογική, ενώ η αμφισβήτησή της θα ήταν πραγματικά αδιανόητη πράξη ιεροσυλίας που θα έρχονταν αντιμέτωπη με το θέσφατο αξίωμα του συλλογικού ασυνείδητου ότι «το ευρωπαϊκότερο είναι καλύτερο του ευρωπαϊκού». Ας ελπίσουμε τουλάχιστον ότι δεν θα έχει και την ίδια κατάληξη με την μικρασιατική εκστρατεία.

Η αναπόφευκτη “εσωτερική υποτίμηση” της ελληνικής οικονομίας

Η άποψη πως είναι δυνατόν σήμερα να υπάρξει μία διέξοδος από την τρέχουσα κρίση ρευστότητας που πλήττει τόσο τον δημόσιο όσο και τον ιδιωτικό τομέα της ελληνικής οικονομίας χωρίς να μειωθούν ουσιαστικά τα εισοδήματα των εργαζομένων είναι απολύτως ανεδαφική. Το τερατώδες δημοσιονομικό έλλειμμα που «αποκαλύφθηκε» μετά τις εκλογές δεν είναι στην πραγματικότητα παρά η ταμειακή όψη του άλλου μεγάλου ελλείμματος που μαστίζει επίσης την ελληνική οικονομία, του ελλείμματός δηλαδή του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών, το οποίο από το 1999 (έτος προσδέσεως της δραχμής στο ευρώ) έως σήμερα βρίσκεται σε μέσο επίπεδο άνω του 10%. Η αδυναμία της ελληνικής οικονομικής υποδομής να παραγάγει το εισόδημα που «απαιτούσε» η ελληνική κοινωνία είχε σαν αποτέλεσμα την υποκατάσταση της παραγωγής από τον κρατικό δανεισμό. Το δημόσιο, στις ληθαργικές συνθήκες που δημιουργούσε το ευρώ στην περίοδο της savings glut, δανειζόταν εκτεταμένα για να δημιουργεί τα εισοδήματα εκείνα που αφ’ ενός θα εξασφάλιζαν την επανεκλογή του κυβερνώντος κόμματος, μέσω της λεγόμενης «αναδιανομής», και αφ’ ετέρου θα επέτρεπαν την αλύπητη λεηλασία των δημοσίων αγαθών από τους πιστούς του κομματικού μηχανισμού. Η γενεσιουργός αιτία του δίδυμου ελλείμματος, που προσέγγισε σήμερα τα όριά του φέρνοντας την ελληνική οικονομία στο χείλος της κατάρρευσης, βρισκόταν στο γεγονός ότι τόσο εξ αιτίας της ακαμψίας των εσωτερικών της αγορών, όσο και εξ αιτίας της ακαμψίας του ευρώ, οι αμοιβές και τα εισοδήματα υπερέβαιναν κατά πολύ το παραγόμενο προϊόν, και στον ιδιωτικό τομέα και στον δημόσιο. Τώρα πλέον όμως η Ελλάδα διαθέτει ως μόνη δυνατότητα, εκτός της χρεοκοπίας, την προσφυγή στην «εσωτερική υποτίμηση», στην μείωση δηλαδή των αποδοχών και των εισοδημάτων των οικονομικά ενεργών πολιτών της κατά τέτοιο τρόπο ώστε αυτά να ευθυγραμμιστούν με την παραγωγικότητά τους.

Η λύση αυτή βέβαια θα είναι επώδυνη. Περισσότερο επώδυνη μάλιστα απ’ ότι φαίνεται εκ πρώτης όψεως γιατί θα επιφέρει όχι μόνο κάμψη της οικονομικής δραστηριότητας αλλά και βίαιες αναπροσαρμογές του οικονομικο-κοινωνικού τοπίου, αφού θα εξαφανίσει όλες τις οριακής αποδοτικότητας εκμεταλλεύσεις που συνδέονται με τον υπερ-καταναλωτισμό και τον παρακρατικό παρασιτισμό. Είναι όμως η μόνη πραγματιστική, και γι’ αυτό και «φιλολαϊκή», λύση αφού προσφέρει κάποιες ελπίδες βιώσιμης μεσο-μακροπρόθεσμης προοπτικής. Από το 1999 και εντεύθεν όλες οι απαραίτητες διαρθρωτικές ισορροπίες της εθνικής οικονομίας έχουν ανατραπεί δεδομένου ότι την τελευταία δεκαετία η χώρα ουδόλως αποταμίευε, σε μακροοικονομική βάση, ενώ ταυτόχρονα τροφοδοτούσε την λογιστική, όπως αποδεικνύεται, μεγέθυνση του ΑΕΠ μέσω του υπερβάλλοντος εξωτερικού δανεισμού, τον οποίον τώρα καλείται να αποπληρώσει.

Βεβαίως ένθεν κακείθεν ακούγονται απόψεις σύμφωνα με τις οποίες, έστω και την ύστατη στιγμή, θα υπάρξει έξωθεν συνδρομή σωτηρίας απέναντι στην κρίση. Μόνο που αυτές είναι ενδεικτικές της σύγχυσης που πλανάται, ακόμη και εκεί όπου δεν θα έπρεπε, εφ’ όσον η επαπειλούμενη «στάση πληρωμών» συγχέεται με την γενικότερη περίοδο δομικής αναδιάρθρωσης στην οποία αναγκαστικά εισέρχεται η ελληνική οικονομία. Η όλη φιλολογία περί εξωτερικής, και δη ευρωπαϊκής «συνδρομής», αποτυγχάνει να κατανοήσει την ουσία του προβλήματος ταυτίζοντάς το με την εξ ίσου δραματική αλλά διαφορετικής φύσεως τρέχουσα «ταμειακή» δυσκολία, την οποία μάλιστα και συσκοτίζει-διότι όχι μόνο δεν θα ήταν καταστροφικό αλλά μάλλον θα ήταν σωτήριο εάν η Ελλάδα, με συνολικό δημόσιο χρέος 300 δισεκατομμυρίων ευρώ, και προκειμένου να αποφύγει την άμεση κατάρρευση δανειζόταν τα άμεσα απαιτούμενα με «φιλικό» επιτόκιο από το ανανεωμένο IMF, το οποίο σήμερα τυγχάνει πολύ πιο ευέλικτο και με ανοικτό πνεύμα απ’ ότι τα τραγικά καθιδρύματα της ΕΚΤ και της Ευρωπαϊκής Επιτροπής. Μόνο που, από οπουδήποτε και αν προέλθει, η «βοήθεια» –και θα υπάρχουν πολλές ευκαιρίες γιατί το πρόβλημα ρευστότητας δεν θα λυθεί με μία μόνο πράξη στήριξης– θα έχει και πάλι τον χαρακτήρα δανεισμού, έστω και με καλύτερους όρους σε σχέση με τις τρέχουσες απαιτήσεις των «αγορών». Είναι όμως αφελές να πιστεύεται πως θα υπήρχε κάποιος που θα προσέφερε ως δώρο στην Ελλάδα 100 ή 150 δισεκατομμύρια ευρώ για να διαγράψει μέρος των υποχρεώσεων της και να επιλύσει το θεμελιώδες πρόβλημά της επαναφέροντας το δημόσιο χρέος της σε διαχειρίσιμα επίπεδα. Το συγκεκριμένο πρόβλημα θα πρέπει να το χειρισθεί μόνη της και γι’ αυτό τα επόμενα πέντε, τουλάχιστον, χρόνια η Ελλάδα θα πρέπει να μάθει να ζει αντιμετωπίζοντας καθημερινά το φάσμα της χρεοκοπίας, όντας μάλιστα φυλακισμένη στο ευρώ που θα δυσχεραίνει στον υπέρτατο βαθμό κάθε προσπάθεια αναβάθμισης της ανταγωνιστικότητάς της.

Η προσπάθεια αποφυγής της χρεοκοπίας, βεβαίως, απαιτεί την πλήρη συνειδητοποίηση της πραγματικής καταστάσεως εκ μέρους του ελληνικού λαού και αυτό μέχρι στιγμής δεν συμβαίνει, κυρίως γιατί στην κοινή γνώμη κυριαρχούν δύο ειδών ιδεολογικές διαστροφές της πραγματικότητας : η πρώτη προέρχεται από «προοδευτικούς» κύκλους και ισχυρίζεται πως η κρίση είναι δημιούργημα κάποιων «κερδοσκόπων», για να αυξήσουν τα «κέρδη» τους, και πως με την απλή επίδειξη φιλολαϊκής πυγμής εκ μέρους της πολιτικής ηγεσίας θα ήταν δυνατόν να εξανεμισθεί. Η δεύτερη, από αντίθετη ιδεολογικά κατεύθυνση, διατελώντας ακόμη υπό την ηδεία μέθη του κλέους του 1981 ή του 2002, πιστεύει βαθειά ότι, ακόμη και εάν μας λέει κάποια πικρά λόγια, η Ευρώπη δεν θα μας εγκαταλείψει στην μοίρα μας, αφού αυτά που μας συνδέουν είναι τόσα πολλά… Μόνο που και οι δύο απόψεις είναι γραφικές ιδεοπληξίες μίας παρελθούσης, πλέον, εποχής. Διότι η κρίση οφείλεται στο απλό αντικειμενικό γεγονός ότι, ως εθνικής οικονομίας, μας λείπουν 300 με 500 δισεκατομμύρια ευρώ, πράγμα για το οποίο ουδείς κερδοσκόπος ευθύνεται, αλλά και για το οποίο ουδείς Ευρωπαίος (ή Αμερικανός, ή Ρώσος ή Κινέζος) αδελφός, φίλος ή σύμμαχος είναι σε θέση να μεριμνήσει. Εν μέσω των αντιξοοτήτων που δημιουργεί η συμμετοχή της χώρας στην ΟΝΕ θα πρέπει να μεριμνήσει η ίδια η Ελλάδα και ως εκ τούτου δεν υπάρχει καμμία περίπτωση να αποφευχθεί η βίαιη και οδυνηρή προσαρμογή της οικονομίας της. Διαδικασία η οποία, έστω και εάν αυτό δεν έχει ακόμη πλήρως συνειδητοποιηθεί, θα αποτελέσει από μόνη της μία διακριτή φάση της ιστορικής εξέλιξης του ελληνικού κοινωνικού σχηματισμού και κεντρικό χαρακτηριστικό της θα είναι η αναπότρεπτη ευθυγράμμιση της παραγωγής της χώρας με την κατανάλωσή της, πράγμα που, σε πρώτο τουλάχιστον στάδιο, δεν είναι δυνατόν να στηριχθεί στην –ανέφικτη– αύξηση της παραγωγής αλλά μόνο στην –εφικτή– μείωση της κατανάλωσης (μέσω της «εσωτερικής υποτίμησης»). Κάτι τέτοιο βέβαια συνεπάγεται σωρεία κακουχιών και δοκιμασιών για τον λαό της χώρας αλλά όταν η απλή εξυπηρέτηση (ούτε καν η αποπληρωμή) του δημόσιου χρέους θα απαιτεί, επί ετησίας βάσεως, ένα ποσό που θα υπερβαίνει το 5% του ΑΕΠ είναι προφανές ότι οι διαθέσιμοι πόροι στην ελληνική οικονομία θα είναι εξαιρετικά περιορισμένοι, πράγμα που θα έχει ορατές επιπτώσεις σε όλες τις πτυχές της κοινωνικής πραγματικότητας, είτε για την καθημερινή ζωή πρόκειται, είτε για την εθνική άμυνα, είτε για την εξωτερική πολιτική. Το πιο κρίσιμο, όμως, και δραματικό σημείο είναι εκείνο που αφορά την προσαρμογή των κοινωνικών συμπεριφορών στην διαδικασία της «εσωτερικής υποτίμησης»: εάν η κοινωνία συνειδητοποιήσει γρήγορα τι ακριβώς συμβαίνει και προσαρμόσει την συμπεριφορά της και τις προσδοκίες της στην νέα πραγματικότητα η εξισορρόπηση θα γίνει σχετικά γρήγορα και σχετικά ομαλά. Εάν όχι, τότε η διαδικασία θα είναι μακρά και επώδυνη, με υψηλή ανεργία και κοινωνικές συγκρούσεις.

Για να γίνει κατανοητή η διαφορά με την αμέσως προηγούμενη φάση (της «ευδαιμονίας») θα πρέπει να εξηγηθεί ότι, πλέον, η Ελλάδα όχι μόνο δεν θα μπορεί να δανείζεται κάθε χρόνο (κρυφά-μέσω του «αόρατου ελλείμματος») ένα ποσό που αντιστοιχεί στο 10% του ΑΕΠ της ώστε με αυτό, διαθέτοντας περίπου το ήμισυ, να εξυπηρετεί τις τρέχουσες οφειλές του χρέους της και με το υπόλοιπο να παρουσιάζει λογιστική αύξηση του ΑΕΠ της τάξης του 4 ή 5% αλλά, αντίθετα, θα πρέπει να αφαιρεί ένα ποσοστό μεγαλύτερο από το 5% του ετήσιου ΑΕΠ της για να το στέλνει στο εξωτερικό, απ’ όπου δεν θα επιστρέφει προφανώς ούτε ευρώ. Η δυναμική του χρέους σήμερα είναι αυτό-επιταχυνόμενη εφ’ όσον και το μέγεθος του ξεπερνάει κατά πολύ το ΑΕΠ και ο ρυθμός με τον οποίον αυξάνεται είναι υψηλότερος από τον ρυθμό αύξησης του ΑΕΠ, (δεδομένου ότι για το τρέχον έτος, για παράδειγμα, το επιτόκιο εξυπηρέτησής του θα είναι υψηλότερο από τον ρυθμό ανάπτυξης του ονομαστικού ΑΕΠ). Για τον λόγο αυτό τα λεγόμενα περί ανάγκης επιτεύξεως «πρωτογενών πλεονασμάτων» στις δημοσιονομικές χρήσεις δεν ευστοχούν καθόσον ο σχετικός όρος δεν είναι επαρκής: ακόμη και με την ύπαρξη πρωτογενών πλεονασμάτων το χρέος μπορεί να αυξάνεται, τόσο σε απόλυτους αριθμούς όσο και ως ποσοστό του ΑΕΠ. Η στρατηγική για την αντιμετώπισή του πρέπει να είναι ευρύτερης στόχευσης. Μετά από την αναπόφευκτη τριετή ή τετραετή προσαρμογή όπου τα δεδομένα θα συνεχίσουν να επιδεινώνονται, στην μεθεπόμενη περίοδο θα πρέπει να δρομολογηθεί η «ομαλή προσγείωση»: απαραίτητη προϋπόθεση είναι να επιτευχθεί μέσος ρυθμός μεγέθυνσης της οικονομίας που θα είναι ταχύτερος από εκείνον της μεγέθυνσης του χρέους (αν αυτή συνεχίζεται-που μάλλον θα συνεχίζεται, έστω και επιβραδυμένη) ώστε ο λόγος χρέους προς ΑΕΠ να αρχίσει να μειώνεται σταδιακά προκειμένου κάποια στιγμή, ίσως μετά από μία δεκαετία, να προσεγγίσει επίπεδα που θα προοιωνίζονται μία πιο ευσταθή μακροχρόνια ισορροπία, για να περάσει το σύστημα από τον «φαύλο» στον «ενάρετο κύκλο». Μόνο που αυτό είναι ευκολότερο να λέγεται παρά να γίνεται σε μία χώρα που δεν έχει μάθει καθόλου να κινητοποιεί τους πόρους της παραγωγικά και που, αντίθετα, έχει μάθει να ζει με θηριώδη πρωτογενή ελλείμματα του προϋπολογισμού.

Το άδοξο τέλος της ειδωλολατρίας

Όποιος έχει παρεπιδημήσει σε χώρα του παλαιότερα λεγόμενου “τρίτου κόσμου” ίσως να έχει παρατηρήσει, και να έχει απορήσει, για το πόσο ασυνήθιστα βίαια και καταστρεπτικά, συγκρινόμενα με αντίστοιχες περιπτώσεις στον “αναπτυγμένο” κόσμο, είναι ορισμένα αυτοκινητιστικά δυστυχήματα που συμβαίνουν εκεί. Βέβαια , ο Claude Levi-Strauss και η “πολιτική ορθότητα” των ημερών μας μάς έχουν διδάξει ότι δεν υπάρχουν πολιτισμοί ανώτεροι και κατώτεροι, αυτό όμως δεν πρέπει να μας αποτρέπει από το να προσπαθούμε να ερμηνεύσουμε την πραγματικότητα. Ο λόγος, λοιπόν, για τον οποίον είναι πιθανόν να δει κάποιος σε μία “αναπτυσσόμενη” χώρα έναν απίστευτο σωρό από λαμαρίνες να βρίσκεται σε απόσταση τριακοσίων μέτρων από την λεωφόρο και να αναρωτιέται πως είναι δυνατόν να έφτασε ως εκεί και να πολτοποιήθηκε σε παρόμοιο βαθμό, μπορεί να ονομασθεί “intercultural miscarriage”. Ο ατυχής οδηγός προέρχεται από έναν προνεωτερικό πολιτισμικό και μορφωτικό περίγυρο που δεν τον βοήθησε καθόλου να εξοικειωθεί με τις έννοιες της φυσικής και τις αρχές της μηχανικής. Έχει μάθει να βλέπει τον κόσμο ως ένα άθροισμα μεταφυσικών δυνάμεων και υπερβατικών καταστάσεων. Αναλαμβάνοντας να χειρισθεί ένα προϊόν της νεωτερικότητας όπως το αυτοκίνητο, που οι προκείμενες της δημιουργίας του τού διαφεύγουν παντελώς, είναι φυσικό να το θεωρεί ως ένα μαγικά παντοδύναμο αντικείμενο και να αγνοεί τα όριά του, γιατί θεωρεί πως δεν υπάρχουν. Πιστεύει πως είναι εφικτό να πάρει στροφή 90 μοιρών τρέχοντας με ταχύτητα 160 χιλιομέτρων την ώρα-και, αναπόφευκτα, το τραγικό αποτέλεσμα βρίσκεται σε λίγο στην πλαγιά του απέναντι λόφου.

Είναι δυνατόν να υπάρχουν φαινόμενα “intercultural miscarriage” και στον τομέα των διακρατικών σχέσεων ή της οικονομικής ανάπτυξης ; Η εμπειρία μίας χώρας που όλοι γνωρίζουμε, ευρισκόμενης στο γεωγραφικό και πολιτισμικό μεταίχμιο (ή «ρήγμα») της νεωτερικότητας με την “καθυστέρηση”, μας δείχνει ότι μάλλον υπάρχουν. Στην χώρα αυτή, στην περίοδο από το 1976 (έτος επανεκκίνησης της «ευρωπαϊκής πορείας» της) έως το 2010, πραγματοποιήθηκε ένα ενδιαφέρον πείραμα, μία απόπειρα «εκσυγχρονιστικής μετάλλαξης». Το παράδοξο όμως είναι ότι η απόπειρα αυτή έγινε με όρους μαγγανείας. Με εξαίρεση, ίσως, την εισαγωγή του ΦΠΑ το 1987, στην χώρα που ακόμη σήμερα, το 2010, δεν γνωρίζει πόσους ακριβώς δημόσιους υπάλληλους έχει και πόσο ακριβώς τους πληρώνει, είναι δύσκολο να θυμηθεί κανείς κάποιο μείζον εκσυγχρονιστικό βήμα όλα αυτά τα χρόνια. Αντίθετα βασική και επαναλαμβανόμενη εικόνα που μπορεί να ανακαλέσει κανείς στην μνήμη του, για όλο το διάστη· μα από το 1976 έως το 2010, είναι εκείνη του εκάστοτε Εθνάρχη, Statesman ή πολιτευόμενου να ίσταται έμπροσθεν ενός χαίνοντος προβλήματος, (το οποίο εάν δεν έχει εξ ολοκλήρου δημιουργήσει ο ίδιος με την αβελτηρία του και την ανεπάρκειά του, έχει τουλάχιστον επιβαρύνει τόσο όσο χρειαζόταν για να φτάσει στην άθλια σύγχρονη μορφή του), και να δηλώνει με ύφος βαρύ και ασίκικο, αποθεούμενος από τους πιστούς οπαδούς του, ότι “το πρόβλημα θα λυθεί στα πλαίσια της ευρωπαϊκής πορείας της χώρας”. Προφανώς, τόσο ο συγκεκριμένος ταγός όσο και οι πιστοί του, (κυρίως μάλιστα αυτοί), θεωρούν ή θεωρούσαν, όπως και ο προνεωτερικός οδηγός του νεωτερικού οχήματος στον “τρίτο κόσμο”, ότι, ακόμη και αν οι ίδιοι δεν έχουν τις γνώσεις και τις δεξιότητες να αντιμετωπίσουν αποτελεσματικά την πραγματικότητα και να οικοδομήσουν μία σύγχρονη χώρα, υπάρχει μία γη της επαγγελίας, ένας χώρος υπερβατικών δυνατοτήτων και μαγικών λύσεων που λέγεται ΕΕ, όπου όσο εγγύτερα συγχρωτιστεί κανείς με τους ανθρώπους της και όσο βαθύτερα εμβαπτισθεί στην ρητορική της, τόσο πιο εύκολα θα λυθούν τα προβλήματα, αφ’ εαυτών και με κάποιο μαγικό τρόπο. Δυστυχώς όμως επειδή τα φαινόμενα της «διαπολιτισμικής δυσπλασίας» είναι ανάλογα σε όλα τα μήκη και τα πλάτη, υπάρχει πολύ μεγάλος κίνδυνος η μοίρα της καθοδηγούμενης από τους μύστες του πανευρωπαϊστικού παγανισμού χώρας να είναι ανάλογη με την μοίρα του ατυχούς τριτοκοσμικού εποχούμενου.

Σε όσους θα είχαν την διάθεση να αντιδράσουν με οργίλο τρόπο στην ανωτέρω διαπίστωση θα πρέπει να γίνουν ορισμένες επισημάνσεις, με πρώτη το ότι εάν η θεωρία της optimum currency area προέβλεπε εκτός των οικονομικών και πολιτισμικά όρια, η Ελλάδα θα βρισκόταν έξω και από αυτά, ακριβώς εξ αιτίας της δικής τους νοοτροπίας, όπως και των ομοϊδεατών τους. Η σημερινή οιονεί πτώχευση της χώρας, και ο διεθνής διασυρμός της, δεν είναι μία συμπτωματική παραδρομή ή μία μεμονωμένη ατυχία πρόσκαιρης σημασίας. Αντιθέτως είναι η μοιραία κατάληξη μίας συμπύκνωσης διαδοχικών και επαναλαμβανόμενων λανθασμένων στρατηγικών επιλογών και κατευθύνσεων, καθώς και σωρευτικά καιροσκοπικών ενεργειών, όπου ο ένας παραλογισμός στηριζόταν πάνω στον προηγούμενο χωρίς ποτέ κανείς από τους ζηλωτές του πανευρωπαϊσμού να εγείρει ουσιώδεις αντιρρήσεις. Για όσους θέλουν να καταλαβαίνουν, και δεν παραμένουν προσκολλημένοι στις ψυχολογικές υπεραναπληρώσεις τους, η παρούσα κρίση με το μέγεθος και την σημασία της σηματοδοτεί το τέλος της ψευδαίσθησης που δημιούργησαν οι επαγγελίες του άκριτου ευρωπαϊσμού και η ειδωλολατρική προσέγγιση της «ευρωπαϊκής πορείας» της χώρας Δυστυχώς ή ευτυχώς είναι, επίσης, και ένα σταυροδρόμι της Ιστορίας της, όπου η ανάγκη αλλαγής κατεύθυνσης και αναπροσδιορισμού του τρόπου με τον οποίον οι Έλληνες αντιλαμβάνονται τις σχέσεις τους προς αλλήλους αλλά και προς την διεθνή κοινότητα αποτελεί πλέον όρο ζωής ή θανάτου. Η Ελλάδα είναι και πρέπει να παραμείνει χώρα της Ευρώπης και της ΕΕ. Αυτό όμως δεν αποτελεί ούτε ικανή, αλλά ούτε καν και αναγκαία συνθήκη για την επιβίωσή της και την ευημερία της, (ακόμη δε λιγότερο για τον άμεσα απαιτούμενο μετασχηματισμό της). Αποτελεί απλά μία επικουρική, παράπλευρη, παράμετρο.

Η δημιουργία και προώθηση του “ευρωπαϊκού οράματος” στην μεταπολίτευση υπήρξε μία “φυγή προς τα εμπρός” εκ μέρους μίας καθεστηκυίας τάξης που γνώριζε πολύ καλά πως να διαχειρίζεται ένα (μετ)εμφυλιακό κράτος, αλλά δεν είχε την παραμικρή ιδέα ή δυνατότητα για τον απαιτούμενο εκσυγχρονισμό μίας κοινωνίας η οποία –και όχι μόνο εξ αιτίας της δικτατορίας– είχε παραμείνει επικίνδυνα πίσω από τις ανάγκες της εποχής της. Γι’ αυτό, σε μία πράξη ακραίου καιροσκοπισμού που όμως από τους τάλαινες πιστούς δοξολογήθηκε ως ιστορική πράξη ευθύνης και χρέους, αντέστρεψε –και ανέτρεψε– την λογική σειρά των πραγμάτων προτάσσοντας την είσοδο στην ΕΕ και μεταθέτοντας τον, εκκρεμμούντα ήδη από τότε, εκσυγχρονισμό της χώρας σε μεταγενέστερο χρόνο, θεωρώντας και ομνύοντας πως αυτός θα επέλθει ως φυσική και ώριμη συνέπεια της “ευρωπαϊκής πορείας”. Όπως όμως στον φυσικό και κοινωνικό κόσμο δεν υπάρχει κανένα ανάλογο φαινόμενο όπου ο εκκοινωνισμός να έχει προηγηθεί του απογαλακτισμού, η άθληση της εκγύμνασης, η εξέταση της προπαίδειας ή η ένταξη της μαθητείας έτσι δεν υπάρχει και στον γεωπολιτικό και διπλωματικό κόσμο ιστορικό προηγούμενο όπου η δοκιμασία να προηγήθηκε εκουσίως της εσωτερικής συγκρότησης : οι ΗΠΑ, η Γαλλία, η Γερμανία ή η Ιαπωνία –εάν θεωρούνται βεβαίως σοβαρές χώρες από τους εγχώριους πανευρωπαϊστές– πριν ανοίξουν τα σύνορά τους και εκτεθούν στον διεθνή ανταγωνισμό διήλθαν μακρές περιόδους προστατευτισμού και προετοιμασίας, όχι μόνο οικονομικής αλλά επίσης θεσμικής και δομο-λειτουργικής.

Συνεπώς, σύμφωνα με την απλή λογική αλλά και την ιστορική εμπειρία, ο εκσυγχρονισμός –ή έστω η απόπειρα εκσυγχρονισμού– της χώρας θα έπρεπε να είχε προηγηθεί και να είχε ληφθεί ως ένα απαραίτητο προαπαιτούμενο για την επιτυχή και γόνιμη είσοδό της Ελλάδας στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Μόνο που κάτι τέτοιο δεν αντιστοιχούσε στις δυνατότητες και δεν εξυπηρετούσε τις σκοπιμότητες των ταγών της χώρας στην συγκεκριμένη –όχι ιστορική αλλά– (μικρο)πολιτική συγκυρία. Γι’ αυτό, αντί να χρονοτριβούν στην ενατένιση του, ορατού μεν-ανέφικτου δε για τους ίδιους, εκσυγχρονιστικού στόχου και αποστρέφοντας με βδελυγμία το βλέμμα από το πεισματικά ανεπίλυτο αποχετευτικό, φερ’ ειπείν, πρόβλημα, εστράφησαν στην καταδίωξη της ευρωπαϊκής μεταρσίωσης για να εξασφαλίσουν ακόπως και ενδόξως μία θέση στην Ιστορία, παρασέρνοντας, δυστυχώς, και άπασα την ελληνική κοινωνία στην ειδωλολατρική προσέγγιση της Ευρώπης και στην αστεία μεταφυσική εξιδανίκευσή της που ως εντελώς πρόσφατα, μάλιστα, εμφανιζόταν ως πραγματισμός και υπευθυνότητα: ο υποψήφιος βιολιστής που ως τότε δεν είχε πιάσει ποτέ βιολί στα χέρια του και ούτε είχε περάσει την πόρτα του Ωδείου, θα γινόταν μέλος της φιλαρμονικής των Βρυξελλών και θα αποκτούσε τις δεξιότητες που απαιτούνται στην πορεία, ενδεχομένως λόγω της «μαγείας της μουσικής».

Οι πολιτικοί σχηματισμοί, και οι «οργανικοί διανοούμενοι» που αποδέχθηκαν αυτό το τερατώδες λογικό πρωθύστερο, ήταν μοιραίο να μετατραπούν και αυτοί σε ιερείς του παγανιστικού ναού της (μυθολογικής) Ευρώπης, απεκδυόμενοι κάθε ευθύνη για τον εκ των έσω μετασχηματισμό της ελληνικής κοινωνίας και αναλαμβάνοντας, αντί αυτού, το καθήκον της επιχώριας αντιπροσώπευσης των Βρυξελλών (και των κονδυλίων τους φυσικά).2 Υπ’ αυτές τις συνθήκες όχι μόνο δεν είναι παράλογο αλλά είναι και φυσικό επόμενο ότι η είσοδος της Ελλάδας στην ΕΕ –αφού καμμία από τις εναλλασσόμενες στην εξουσία πολιτικές δυνάμεις δεν αντέστη στον πειρασμό να χρησιμοποιήσει το ευρωπαϊκό δέλεαρ για δημαγωγικούς σκοπούς– υπήρξε στην πραγματικότητα μία πορεία απομάκρυνσής της από τον εκσυγχρονισμό και όχι προσέγγισής της προς αυτόν. Η αναβάθμιση της γεωργίας μίας χώρας κατ’ εξοχήν αγροτικής ανεστάλη (μέχρι και η, μετά από πολλές δεκαετίες προσπαθειών, μεταπολεμικά επιτευχθείσα σιτάρκεια εξέλιπε) και οι αγρότες μετετράπησαν σε επιδοτούμενους από τις Βρυξέλλες άεργους δημόσιους υπάλληλους. Η δυνητική νέα παραγωγική τάξη της χώρας, δηλαδή οι νέοι επιστήμονες και επιχειρηματίες, αντί να δραστηριοποιούνται στην πραγματική οικονομία, μετατράπηκαν σε θηρευτές των ευρωπαϊκών επιδοτήσεων και κονδυλίων. Η αναπόφευκτη αποχώρηση από την χώρα των βιομηχανιών εντάσεως εργασίας ουδόλως συνοδεύθηκε από δημιουργία άλλων στους τομείς της «τεχνολογικής αιχμής», τάση που αν συνεχιστεί η Ελλάδα, σε κάποιες δεκαετίες, δεν θα παράγει τίποτε άλλο παρά μόνο –μικρές ποσότητες από– τυποποιημένο ελαιόλαδο και βρώσιμες ελιές. Οι κρατικοί λειτουργοί στους συναφείς με την πολιτική επιστήμη κλάδους κατέστησαν εθελοβούλως εαυτούς φορείς μίας ευρωπαιολογικής αδολεσχίας που άλλοτε είναι ψυχαγωγική και άλλοτε απλώς αλλόκοτη. Και η εξωτερική πολιτική εισήλθε σε μία περίοδο βαθειάς σύγχυσης περιστρεφόμενη πέριξ του αφασικού ερωτήματος εάν θα πρέπει να αντιμετωπίσει ευθέως τις εξωτερικές επιβουλές ή εάν θα πρέπει να τις παρωθήσει εντός της ΕΕ για να τις αποδυναμώσει3.

Ήταν μέσα σε όλο το κλίμα της ευρωπαϊκής οιονεί παράκρουσης που, με πανεθνική ομοψυχία, κατεπισπεύθηκε και η συμμετοχή της χώρας στην ΟΝΕ. Για τον λόγο αυτό η σημερινή χρεοκοπία δεν είναι μόνο οικονομική. Είναι επίσης, και κυρίως, ιδεολογική και πνευματική. Στις συνθήκες που έχουν διαμορφωθεί η ανάταξη της εθνικής οικονομίας θα είναι ένα εγχείρημα ακραία δυσχερές, και επισφαλές. Διότι πέραν του εξαιρετικά αμφίβολου συγκερασμού των απαραίτητων μακρο-οικονομικών μεγεθών, προϋποθέτει και προαπαιτεί, επίσης, τον ιδεολογικό αναπροσανατολισμό της κοινωνίας μας και την απολάκτιση των μεταφυσικών, ειδωλολατρικών, και ταυτόχρονα καιροσκοπικών ιδεοληψιών και ψευδαισθήσεων που οδήγησαν στην σημερινή καταισχύνη.

1 Εάν η Ελλάδα διέθετε την δική της κυμαινόμενη συναλλαγματική μονάδα, έστω και αν βρισκόταν σε παρόμοια κατάσταση υπερχρέωσης (κάτι που στην πραγματικότητα θα ήταν αδύνατο να συμβεί), και πάλι θα είχε μεγαλύτερες δυνατότητες δανεισμού και επιλογών από όσες έχει σήμερα που βρίσκεται στο ευρώ. Επιπλέον θα ήταν και ευκολότερη, πολιτικά, η παροχή βοήθειας από την ΕΕ !

2 Φυσικά και η ίδια η Ευρώπη δεν είναι άμοιρη ευθυνών. Η γεωπολιτική της πλεονεξία, και η επεκτατική της βουλιμία, όχι μόνο την οδηγούν στο να επαναλαμβάνει παραπτώματα του προ-δημοκρατικού της παρελθόντος (Γιουγκοσλαβία), αλλά και την παρεμποδίζουν στο να διευκρινίσει, απέναντι στον ίδιο της τον εαυτό, εάν ή ένταξη επιβραβεύει τον μετασχηματισμό μίας χώρας ή εάν, αντιθέτως, αποβλέπει σε αυτόν. Η σχετική ασάφεια στα κριτήρια της δημιουργεί προβλήματα και θα δοκιμάσει στο μέλλον τις αντοχές της, όχι τόσο πολύ λόγω της ελληνικής περίπτωσης που ανήκει στο μακρινό, πια, παρελθόν, όσο λόγω της μαζικής ένταξης των χωρών της Ανατολικής Ευρώπης.

3 11 χρόνια μετά το Ελσίνκι η Τουρκία δεν έχει μετατραπεί σε πολιτισμένο γείτονα. Η πιο ενδιαφέρουσα ιστορία όμως, που ξεχάσθηκε από όλους πολύ γρήγορα, είναι εκείνη για τότε που η Ελλάδα πανηγύριζε επί μερικές εβδομάδες για την οριστική επίλυση του Μακεδονικού επειδή η ΕΕ είχε ανακοινώσει «τρεις όρους».

———————————————————————————————————–

Βιβλιογραφικὴ σημείωση – Ἱστορικὸ δημοσιεύσεως

. A. Ιωάννου, «Η ΟΝΕ και το τέλος της ειδωλολατρείας», ∆ελτίο Ανάλυσης, Επιστημονικό Κέντρο Ανάλυσης και Σχεδιασμού, Υπουργείο Εξωτερικών, τεύχος 58, σ. 17-29, Μάρτιος 2010.

Advertisements