Η μεταφυσική της «ευρωπαϊκής πορείας»

by ggeorgan

ΗΜΗΤΡΗΣ ΙΩΑΝΝΟΥ ΣΠΑ

(ΣΥΜΒΟΥΛΟΣ ΠΡΕΣΒΕΙΑΣ Α’)

Φεβρουάριος 2008

I. Ορθολογισμός και σωτηριολογία

Η Ευρώπη υπήρξε στην νεώτερη εποχή πηγή μετακένωσης του πνεύματος του ορθολογισμού προς τον ελλαδικό χώρο, λειτουργώντας ως δίοδος για την είσοδό του στον ιστορικό χρόνο της νεωτερικότητας. Είναι λοιπόν εξαιρετικά παράδοξο το γεγονός ότι από το 1981 και εντεύθεν, δηλαδή από την στιγμή της θεσμικής πρόσδεσης σε αυτήν, η προσφυγή της ελληνικής σκέψης στον ορθολογισμό, όσον αφορά ακριβώς την αξιολόγηση και τον χειρισμό της σχέσης με την νέα Εσπερία, δείχνει να συρρικνώνεται, παλινδρομώντας σε προ-νεωτερικούς τρόπους διαλογισμού με έντονα στοιχεία θρησκευτικής σωτηριολογίας.

Η ευρωπαϊκή ένταξη του 1981, πέραν του στόχου της «στερέωσης της δημοκρατίας», τον οποίον ούτως ή άλλως οι εξελίξεις του ελληνικού κοινωνικού σχηματισμού είχαν ήδη καλύψει και υπερκεράσει, αποτελούσε ένα εγχείρημα που υποτείνονταν από δύο ισχυρές πεποιθήσεις. Η πρώτη ήταν ότι με την ενσωμάτωσή της στην ΕΟΚ η Ελλάδα θα κατοχυρωνόταν γεωπολιτικά και θα έλυνε, οριστικά και δια παντός, το εξ Ανατολών πρόβλημα ασφαλείας. Η δεύτερη ότι η όσμωση της ελληνικής, καχεκτικής και εν πολλοίς παρασιτικής, οικονομίας με την δυναμική κεφαλαιοκρατική οικονομία της Ευρώπης θα παρέσερνε αναπόφευκτα την πρώτη σε μία αναπτυξιακή πορεία εκσυγχρονισμού που θα την καθιστούσε, τελικά, περισσότερο ή λιγότερο πιστό αντίγραφο της δεύτερης. Οι δύο αυτές πεποιθήσεις αποτελούσαν ένα ολικό πολιτικό πρόταγμα ευρείας αποδοχής το οποίο, μάλιστα, πολύ σύντομα, έσπευσαν να ασπασθούν, σχεδόν στο σύνολό του, και οι περισσότεροι από τους μέχρι προ ολίγου πολέμιους και επικριτές του. Κεντρικό στοιχείο του όλου ιδεολογήματος ήταν η βεβαιότητα ότι επέστη η στιγμή κατά την οποία το, συνεχώς -από την εποχή της δημιουργίας του πρώτου κρατικού νεοελληνικού μορφώματος αναλαμβανόμενο και μηδέποτε επιτυγχάνον, εγχείρημα εκσυγχρονισμού του ελληνικού κοινωνικού σχηματισμού, τελικά θα τελεσφορούσε. Εγγύηση αποτελούσε, φυσικά, η μεγάλη Ευρώπη της νεωτερικότητας που άνοιξε επιτέλους φιλόξενα τις αγκάλες της για να δεχθεί την δύστηνο μικρή Ελλάδα.

Η μεταφυσική αυτή πεποίθηση για την ικανότητα της Ευρώπης να μετουσιώσει την ελληνική πραγματικότητα, στην διάρκεια της πρώτης τριακονταετίας της διαδρομής της, από το 1978 μέχρι σήμερα, έδειξε ότι είχε και ένα πρόσθετο, ιδιαίτερα αξιοπρόσεκτο, θρησκευτικό χαρακτηριστικό: την ικανότητα να τρέφεται και να ισχυροποιείται από τις ίδιες της τις αποτυχίες. Όσο περισσότερο τα ιδεολογικά προτάγματά της διαψεύδονταν από την δοκιμασία στην οποία την υπέβαλαν τα αντικειμενικά γεγονότα, τόσο περισσότερο το φρόνημα των πιστών της χαλυβδωνόταν.

II. Ευρώπη και ελληνική εθνική ασφάλεια

Η πρώτη, πιο «απλοϊκή», σχεδόν ξεχασμένη σήμερα, εκδοχή του ιδεολογήματος της «ευρωπαϊκής θωράκισης» της ελληνικής επικράτειας είχε ως κεντρικό της στοιχείο την πεποίθηση ότι αφ’ ής στιγμής η Ευρώπη συνήνεσε να περιλάβει την μικρή και απροστάτευτη Ελλάδα στους κόλπους της, προχωρώντας σε ένα είδος «επένδυσης» στην Νοτιο-ανατολική περιοχή της, δεν θα ήταν δυνατόν να σταθεί ως ουδέτερος τρίτος και αδιάφορος παρατηρητής στις τριβές που δημιουργούσε η τουρκική επιθετικότητα. Η πιο ιδεοληπτική έκφραση της εκδοχής αυτής ομολογούσε την βαθειά πίστη της στην «κυκλικότητα της Ιστορίας»: η ναυμαχία του Ναβαρίνου στην επανάληψή της. Η περισσότερο «πραγματιστική» επικαλούνταν την κεφαλαιοκρατική λογική: καμμία εταιρεία δεν αφήνει χωρίς αντίδραση την επένδυσή της να καταστραφεί και τις αγορές της να αλωθούν και γι’ αυτό η Ευρώπη θα προστάτευε την Ελλάδα οποτεδήποτε θα αντιμετώπιζε απειλή ! Η πραγματικότητα, όπως είναι γνωστό, δεν άργησε να ευτελίσει την τόσο βαθειά βεβαιότητα, ευτυχώς όχι με δραματικό τρόπο αλλά με την αμείλικτη φθοροποιό δράση της καθημερινότητας.

Την εκπτώχευση της πρώτης εκδοχής της «ευρωπαϊκής θωράκισης» της Ελλάδας ακολούθησε μία αρκετά μακρά περίοδος αμηχανίας και ανασφάλειας, η οποία έληξε με αφορμή την επαναδρομολόγηση της «ευρωπαϊκής προοπτικής» της γείτονος. Το γεγονός προσέφερε την ευκαιρία και για την μετάλλαξη της παρ’ ημίν κυριαρχούσης ευρωπαϊκής εμμονής (στην πρωτοπορία της οποίας βρισκόταν τώρα μία νέα γενεά προμάχων) : μπορεί βεβαίως η ένταξη της Ελλάδας στην Ευρώπη να μην ήρκεσε για την κατοχύρωση της εθνικής της ασφάλειας, αλλά εάν εντασσόταν και η Τουρκία ; Και εάν το δέλεαρ της μελλοντικής εισδοχής της εχρησιμοποιείτο με τον κατάλληλο τρόπο για να ενσταλαχτούν σε αυτήν οι αξίες της ειρηνικής συνύπαρξης και της καλής γειτονίας, οδηγώντας την στην απολάκτιση των επεκτατικών της ροπών ; Ποιός θα μπορούσε να απορρίψει την εικόνα των δύο χωρών να ζουν αδελφωμένες στους κόλπους του ευρωπαϊκού πολιτικού πολιτισμού, με το Αιγαίο -μία θάλασσα ειρήνηςνα τους ενώνει ; Μόνο που, και στην περίπτωση αυτή, οι προκείμενες του όλου συλλογισμού δεν συνελάμβαναν ούτε την πραγματικότητα των γεωπολιτικών σχέσεων των δύο πλευρών του Αιγαίου, ούτε -και αυτό είναι το πλέον σημαντικό- την ιδιοσυστασία και τις ενδιάθετες ροπές του τουρκικού κοινωνικού σχηματισμού. Μοιραία λοιπόν, με την σειρά της, και η δεύτερη, ειδυλλιακή, μεταμόρφωση της «ευρωπαϊκής θωράκισης» της Ελλάδας κατέπεσε.

Στην σημερινή, τρίτη, και σχεδόν αναγκαστική, μετάλλαξή της η κυλιόμενη δοξασία είναι ήδη υποχρεωμένη να εκκινήσει από το τουρκικό «κεκτημένο» της προηγούμενης φάσης: την υποστήριξη της ευρωπαϊκής υποψηφιότητας της Τουρκίας αφού η Άγκυρα δεν κρύβει ότι θα θεωρούσε κάθε άλλη ελληνική στάση ως εχθρική πράξη. Αυτό φυσικά ουδόλως την εμποδίζει να δείχνει με τις ενέργειές της, την ίδια στιγμή, πως έχει ήδη παντελώς αποδεσμευθεί από υποχρεώσεις, «προϋποθέσεις» και «κριτήρια» έναντι της Ελλάδος. Εν τούτοις, εν μέσω της δικαιολογημένης πολιτικής και διπλωματικής αμηχανίας για το μέλλον των, δίκην ποδηλάτου κινουμένων, ελληνοτουρκικών σχέσεων, η τρίτη μορφοποίηση της ευρωπαϊκής παραίσθησης εκφράζεται από ένα ρεύμα αταλάντευτων πανευρωπαϊστών το οποίο, εις πείσμα των γεγονότων, κατεπειγόμενο, επιχειρηματολογεί (προς την ελληνική κοινή γνώμη ως εάν από αυτήν να εξαρτώνται οι αλλαγές στην τουρκική κοινωνία !) για την αδήριτη αναγκαιότητα της τουρκικής ένταξης. Με την απαραίτητη υφαίρεση, φυσικά, κριτηρίων και προϋποθέσεων. Υπό τις συνθήκες αυτές, όπου σε κάθε ανακυβίστηση εκείνο που στην προηγούμενη φάση εορταζόταν ως απόλυτο πλεονέκτημα της Ελλάδας, στην αμέσως επόμενη διαβοάται ως απαράδεκτη διάκριση εις βάρος της Τουρκίας που πρέπει να απαλειφθεί προκειμένου να εξευμενισθεί η γείτων και σύμμαχος, διερωτάται κανείς -με αγωνία ποια θα είναι η προσεχής, τέταρτη στην σειρά, μετάλλαξη της δοξασίας της «ευρωπαϊκής θωράκισης» της Ελλάδας.

Θα πρέπει να γίνουν εδώ δύο παρατηρήσεις. Πρώτον: η «ευρωπαϊκή θωράκιση», στην περίοδο από το 1981 έως το 1998 δεν απέτρεψε εκδήλωση μειζόνων κινδύνων και ατυχών περιστατικών. Η ουσιαστικά ηπιότερη περίοδος από το 1998 μέχρι σχετικά πρόσφατα δεν οφείλεται φυσικά στην «ευρωπαϊκή διάσταση» της πολιτικής μας αλλά σε σειρά σοβαρών εσωτερικών και εξωτερικών προβλημάτων της Τουρκίας που απομείωσαν σημαντικά, αν και προσωρινά, την δυνατότητά της να προβάλλει επιθετικότητα στο εξωτερικό. ∆εύτερον, μία απλή υπενθύμιση : η «ευρωπαϊκή αλληλεγγύη», έκφραση με την οποία οι οραματιστές του ευρωπαϊσμού μαστίγωσαν αλύπητα τους σκεπτικιστές το 1980, ενώ παρέχεται αφειδώς, συχνά με κατάφωρη παράβλεψη του κοινού περί δικαίου αισθήματος και επί ζημία των γενικότερων ευρωπαϊκών συμφερόντων, σε άλλες χώρες, ουδόλως περίσσεψε για την Ελλάδα όσον αφορά και άλλα, πέραν της Τουρκίας, θέματα. (π. χ. Μακεδονικό).

III. Ευρώπη και ελληνική οικονομία

Η πρώτη εκδήλωση της «σωτηριολογικής» προσέγγισης για την ελληνική οικονομία αφορούσε τον τρόπο και την στιγμή ένταξης της στην ΕΟΚ. Μία εθνική βιομηχανία η οποία είχε διαμορφωθεί σε συνθήκες υπερ-προστατευτισμού (όχι μόνο δασμολογικού) και η οποία μετά την ενεργειακή κρίση του 1974 αντιμετώπιζε σοβαρότατο πρόβλημα προσαρμογής στις νέες διεθνείς συνθήκες (οι 200 από τις μεγαλύτερες βιομηχανικές μονάδες της χώρας το 1981 υπάγονταν στην κατηγορία των “προβληματικών”), εκλήθη να αντιμετωπίσει την πρόκληση του ραγδαίου δασμολογικού αφοπλισμού της έναντι της ΕΟΚ επί τη βάσει της λογικής “θα σας ρίξω στην θάλασσα και μάθετε να κολυμπάτε”. Έτσι, κάτι που ίσως είχε καθυστερήσει περισσότερο από δύο δεκαετίες, δηλαδή η άρση του προστατευτισμού, έγινε τελικά με λάθος τρόπο, σε λάθος χρόνο και με τα γνωστά δυσμενή αποτελέσματα. Το χειρότερο δεν ήταν η αλματώδης αύξηση της εισαγωγικής διείσδυσης των ευρωπαϊκών προϊόντων και η δυσμενέστατη πορεία στην σχέση εισαγωγών-εξαγωγών που παρατηρήθηκαν στην δεκαετία του ́80. Το χειρότερο ήταν η έλευση του πρώτου κύματος αποβιομηχάνισης και η εξαφάνιση επιχειρηματικών μονάδων για την δημιουργία των οποίων είχε κατασπαταληθεί πληθύς οικονομικού πλεονάσματος το οποίο είχε σχεδόν βίαια αποσπασθεί από τον ελληνικό λαό στην μετεμφυλιακή περίοδο προκειμένου να χρηματοδοτηθεί η «εκβιομηχάνιση της χώρας».

Η δεύτερη ατελέσφορη προσφυγή στον ευεργετικό χαρακτήρα της Ευρώπης είχε διαφορετικό περιεχόμενο. Τροφοδοτήθηκε από την «προοδευτική» αντίληψη ότι ο πλούσιος Βορράς οφείλει να χρηματοδοτήσει την ανάπτυξη του φτωχού, και αδικημένου στο παρελθόν, Νότου. Βέβαια εδώ μπορεί κανείς να ισχυρισθεί ότι τα οφέλη της «σύγκλισης» που επιχειρήθηκε με τον τρόπο αυτό είναι ορατά στην αναβάθμιση της ελληνικής υποδομής. Όμως η χρήση της ροής αυτής πόρων από την Ευρώπη δεν στάθηκε ικανή να μετασχηματίσει ουσιαστικά τον χαρακτήρα της ελληνικής οικονομίας, και αυτό αποδεικνύεται από τις εκτιμήσεις της ίδιας της Ευρωπαϊκής Επιτροπής: ενώ ο πολλαπλασιαστής της συγκεκριμένης δαπάνης στις άλλες χώρες του Νότου έφθασε μέχρι και στο 4,5 , στην Ελλάδα μετά βίας ξεπέρασε, στην περίοδο από το 1985 μέχρι σήμερα, το 1. ∆ηλαδή, οι δαπάνες των “κονδυλίων σύγκλισης” ελάχιστη αναπτυξιακή επίδραση είχαν στην ελληνική οικονομία. Αυτή μάλιστα, χωρίς αμφιβολία, υπεραντισταθμίστηκε από τις δυσμενείς επιπτώσεις τους : η ροή των ευρωπαϊκών κονδυλίων προξένησε στην Ελλάδα μία σφοδρή “ολλανδική ασθένεια” (Dutch disease), τόσο οικονομική όσο και πολιτική. Από την μία πλευρά εκμηδένισε κάθε κίνητρο για ανάληψη επιχειρηματικού κινδύνου εκ μέρους νέων επιστημόνων και τεχνοκρατών, εφ’ όσον η ενθυλάκωση των κοινοτικών κονδυλίων, τις περισσότερες φορές με εκπόνηση προσχηματικών και ανούσιων “επιστημονικών μελετών”, είναι πλήρως εξασφαλισμένη σε αντίθεση με την ιδιαίτερα επισφαλή επιχειρηματική δραστηριοποίηση στην πραγματική οικονομία (οικονομική “ολλανδική ασθένεια”). Από την άλλη δημιούργησε ένα ασύλληπτο δίκτυο νέου τύπου πελατειακών σχέσεων το οποίο εξικνείται μέχρι των στοιχειωδών κυττάρων του διοικητικού μηχανισμού της χώρας, και αποτελείται από ομάδες που ζουν, δρουν και κινούνται προσβλέποντας στα ευρωπαϊκά κονδύλια που θα χρηματοδοτήσουν είτε εικονικά προγράμματα εκπαίδευσης είτε ποικιλόμορφες εργολαβίες (πολιτική “ολλανδική ασθένεια”).

Η τρίτη μετάπτωση του ευρωπαϊκού οράματος σε οικονομικό επίπεδο, και οι απρόβλεπτες δυσμενείς της συνέπειες, είναι ίσως η πιο σοβαρή. Η υιοθέτηση του ευρώ αποτέλεσε μία σημαντική τομή αφού θεωρήθηκε ότι για πρώτη φορά στην ιστορία της η νεώτερη Ελλάδα θα εξασφάλιζε νομισματική σταθερότητα ενώ επιπλέον θα επωφελείτο και από την προφάνεια στην σύγκριση των τιμών με την, και την ευκολία της πρόσβασης στην, ευρωπαϊκή αγορά. Η δυσμενής όψη της υιοθέτησής του, βέβαια, ήταν η αποστέρηση της δυνατότητας να ασκείται εθνική νομισματική και συναλλαγματική πολιτική, προκειμένου να διορθώνονται οι αδυναμίες της εθνικής ανταγωνιστικότητας. Για το πρόβλημα αυτό όμως υπήρχε η αισιόδοξη απάντηση ότι η αναγκαστική ακαμψία στο επίπεδο των σχετικών τιμών θα εξανάγκαζε τις αγορές παραγωγικών συντελεστών, κεφαλαίου και προϊόντων να αποκτήσουν, επιτέλους, την από δεκαετίες επιδιωκόμενη “ελαστικότητα”. Όμως σήμερα το 2008 διαθέτουμε αρκετή εμπειρία για να αξιολογήσουμε την ορθότητα των διαφόρων αυτών εκτιμήσεων. Οι υποστηρικτές του ευρώ επικαλούνται το, όχι αβάσιμο, επιχείρημα ότι εάν εθνικό νόμισμα εξακολουθούσε να είναι η δραχμή, σήμερα που η τιμή του πετρελαίου κινείται πέριξ των 100 δολλαρίων το βαρέλι, η εξωτερική της ισοτιμία θα είχε καταβαραθρωθεί ενώ το ευρώ, αντιθέτως, όχι μόνο την συγκρατεί αλλά και ανατιμάται έναντι του δολλαρίου διατηρώντας αλώβητη την αγοραστική δύναμη των Ελλήνων. Επιχείρημα που είναι βέβαια αληθές, πλην όμως άστοχο. Οι διακυμάνσεις της εξωτερικής ισοτιμίας του εθνικού νομίσματος είναι παράγοντας δυναμικής ισορροπίας ενός οικονομικού συστήματος. Στην ελληνική περίπτωση οι αγορές δεν έχουν καταφέρει ουδέ επ’ ελάχιστον να αντισταθμίσουν τις δυσμενείς παρενέργειες της ακαμψίας του ευρώ. Για τον λόγο αυτό, επειδή δεν υφίσταται εθνικό νόμισμα να «διορθώσει» με την υποτίμησή του την κάμψη της εθνικής ανταγωνιστικότητας, εκείνο που αντί αυτού καταρρέει είναι το ισοζύγιο εξωτερικών συναλλαγών της χώρας φθάνοντας, για το 2007, το -13% του ΑΕΠ, που αποτελεί την χειρότερη επίδοση στον ευρωπαϊκό χώρο. Το μόνο συμπέρασμα που μπορεί να εξαχθεί είναι ότι εάν η τάση αυτή συνεχισθεί και στα επόμενα δύο με τρία χρόνια, και δεν ανασχεθεί, η Ελλάδα θα αντιμετωπίσει τέτοιο φάσμα οικονομικής οπισθοδρόμησης ώστε θα αναγκασθεί να εγκαταλείψει το κοινό ευρωπαϊκό νόμισμα και να επανέλθει σε εθνικό νομισματικό σύστημα. Ήδη όμως από σήμερα, εάν θέλει κανείς να κρίνει ψύχραιμα και αντικειμενικά, εκ του αποτελέσματος και όχι εκ των πεποιθήσεων, πρέπει να σταθμίσει σοβαρά το συμπέρασμα ότι η υιοθέτηση του ευρώ δεν υπήρξε ωφέλιμο βήμα για την ελληνική οικονομία. Αντί να ενισχύσει, αποδυνάμωσε περαιτέρω τον χρονίως πάσχοντα τομέα της των “διεθνώς εμπορευσίμων”.

Εδώ απαιτείται μία διευκρίνιση. Στο δεύτερο μισό της δεκαετίας του 1990 παρατηρήθηκε μία σύμπτωση ευνοϊκών εξελίξεων, οι οποίες είναι αλληλοαποκλειόμενες υπό κανονικές συνθήκες : η οικονομία μεγεθυνόταν με ρυθμό ανώτερο της ιστορικής της τάσης, το έλλειμμα του δημοσίου μειωνόταν και ο πληθωρισμός καμπτόταν ραγδαία. Η εξήγηση του ασύμβατου με την οικονομική θεωρία αυτού φαινομένου βρισκόταν στην αθρόα εισροή ξένου, φθηνού την εποχή εκείνη, εργατικού δυναμικού, που είχε σαν αποτέλεσμα την εντυπωσιακή μετακίνηση της “καμπύλης παραγωγικών δυνατοτήτων” της ελληνικής οικονομίας προς τα “βορειοανατολικά”. Οι ευεργετικές επιπτώσεις του «έκτακτου» αυτού φαινομένου όχι μόνο γίνονται αισθητές μέχρι σήμερα, αλλά και είναι εκείνες που επέτρεψαν στην Ελλάδα να καταστεί μέλος του συστήματος του κοινού ευρωπαϊκού νομίσματος. Όπως στην περίπτωση της εθνικής ασφάλειας, όπου γεγονότα απρόβλεπτα και άσχετα με την ελληνική εξωτερική πολιτική, στην περίοδο 1998-2007, απάμβλυναν τις πιέσεις της εξ Ανατολών απειλής, το ίδιο συνέβη και στην περίπτωση της ελληνικής οικονομίας. Είναι ενδιαφέρον να παρατηρήσει κανείς ότι οι δύο ευνοϊκότερες για τον ελληνικό κοινωνικό σχηματισμό εξελίξεις, στην περίοδο από το 1978 μέχρι το 2008, ήταν προϊόντα τύχης, «συστημικά» ασυσχέτιστα με την «ευρωπαϊκή πορεία» της χώρας.

IV. Σωτηριολογία και πραγματισμός

Στην «ευρωπαϊκή πορεία» της Ελλάδας λοιπόν, παρουσιάζεται κατ’ επανάληψιν το φαινόμενο ότι επιλογές που φαίνονται, εκ πρώτης όψεως, ορθολογικές, όταν υλοποιηθούν παράγουν δυσμενή, ή έστω όχι ικανοποιητικά, αποτελέσματα. Αιτία φυσικά δεν είναι κάποια βάσκανος μοίρα αλλά το απλό γεγονός ότι ποτέ και πουθενά, στην καταγεγραμμένη ιστορία, η άκριτη εισαγωγή προτύπων και αυθεντίας, δεν πέτυχε να ενεργοποιήσει διαδικασίες κοινωνικο-οικονομικού μετασχηματισμού ή να διευθετήσει χρόνιες γεωπολιτικές διαφορές. Ο ευρωπαϊκός διονυσιασμός της τελευταίας τριακονταετίας είναι σαφές στοιχείο εγχώριας ιδεολογικής καχεξίας, και μέσα στην καχεξία αυτή οι συνεχείς «κακοτυχίες» δεν συνιστούν ιστορικά ατυχήματα αλλά προσδοκώμενα, με στατιστική βεβαιότητα, γεγονότα.

Σε πιο πραγματιστικούς όρους, βεβαίως, η συνειδητοποίηση της εκπτώσεως του ευρωπαϊκού ονείρου δεν συνεπάγεται την ανάγκη δραματικής αλλαγής προσανατολισμών. Πρέπει να παραδεχθεί κανείς ότι στις περισσότερες των περιπτώσεων, (όχι πάντως σε όλες), εάν τα διλήμματα επαναλαμβάνονταν, θα έπρεπε ενδεχομένως να γίνουν και παρεμφερείς επιλογές με εκείνες που έγιναν στο παρελθόν. Όμως το μέτρο και ο ορθός λόγος θα ελάμβαναν την εκδίκησή τους διότι οι ενέργειες αυτές θα είχαν τελείως διαφορετικό ύφος, τρόπο και κλίμακα, θα εξελίσσονταν σε πλαίσιο με διαφορετική ιεράρχηση προτεραιοτήτων και θα προωθούνταν με μία άλλη επιχειρηματολογία. Το κυριότερο δε εξ όλων είναι ότι θα επενδύονταν σε αυτές υποπολλαπλάσιο μέγεθος προσδοκιών. Σε ένα ορθολογικό σύστημα χάραξης πολιτικής και διαχείρισης προβλημάτων για την ελληνική κοινωνία, η «ευρωπαϊκή» παράμετρος, (έστω και αν υπερκαθορίζει το νομικό πλαίσιο), δεν μπορεί παρά να έχει δευτερεύουσα, πλευρική και επικουρική θέση.

Βεβαίως ο φυσικός χώρος της σημερινής Ελλάδα είναι η ΕΕ. Εκεί βρίσκονται πλέον οι πάντες (σύντομα δε και οι εκτός γεωγραφικής Ευρώπης) ενώ παράλληλα ουδείς άλλος γεω-πολιτικός οργανισμός υφίσταται που θα ήταν προσφορότερος για την καλλιέργεια των εθνικών επιδιώξεων. Άλλωστε, ακόμη και να υπήρχε παρόμοιος οργανισμός, η Ελλάδα μάλλον θα έπρεπε να παραμείνει στην θέση της διότι η δαπάνη ψυχο-κοινωνικής ενέργειας που θα απαιτούσε η «μετάβαση» θα καθιστούσε κάθε ανάλογο εγχείρημα απαγορευτικό για τον καταπονημένο ήδη από την «ευρωπαϊκή πορεία» οργανισμό της. Εκείνο που πρέπει να αναπροσαρμοσθεί δεν είναι η θέση της Ελλάδας στην ΕΕ, αλλά, αντίθετα, η θέση της ΕΕ στο συλλογικό φαντασιακό του ελληνικού χώρου ούτως ώστε να μην είναι δυνατή η, σε συλλογικό επίπεδο ψυχο-ιδεολογική της, επίκληση προκειμένου να αποφεύγεται η λήψη και εφαρμογή επώδυνων, αλλά αναγκαίων, αποφάσεων, αφ’ ενός, και να μετατίθεται η σχετική ευθύνη σε υπερόριους επιμελητές, αφ’ ετέρου. Ο εκσυγχρονισμός της χώρας και η επίτευξη των στόχων της εξωτερικής της πολιτικής είναι δυνατόν να υλοποιηθούν μόνο εάν προηγηθεί η αποδέσμευση από την μεταφυσική-σωτηριολογική πρόσληψη της Ευρώπης ως «πηγής της Αληθείας» από την οποία και μόνο μπορούν να προέλθουν η λύτρωση αλλά και η φώτιση για το καθημερινώς πράττειν. Οι ζηλωτές του πανευρωπαϊσμού ίσως θα πρέπει κάποια στιγμή να αρχίσουν να διαλογίζονται επάνω στην μόνη βεβαιότητα την οποία μας κοινωνεί η σημερινή, μετα-νεωτερική, κοινωνία μας: κάθε ισχυρή και αταλάντευτη πεποίθηση είναι εξ υπαρχής και εξ ορισμού πεπλανημένη.

———————————————————————————————————–

Βιβλιογραφικὴ σημείωση – Ἱστορικὸ δημοσιεύσεως

. A. Ιωάννου, «Η μεταφυσική της Ευρωπαϊκής πορείας», ∆ελτίο Ανάλυσης, Επιστημονικό Κέντρο Ανάλυσης και Σχεδιασμού, Υπουργείο Εξωτερικών, τεύχος 32, σ. 14-19, Αύγουστος 2011.

Advertisements