Η επισφαλής ατραπός της ΟΝΕ

by ggeorgan

ΔΗΜΗΤΡΗΣ Α. ΙΩΑΝΝΟΥ

Σύμβουλος Πρεσβείας Α’

Μάιος 2010

Tο 1999 η MERCOSUR, δηλαδή η οικονομική ένωση της Λατινικής Αμερικής, γνώρισε την μεγαλύτερη εσωτερική της κρίση, οι συνέπειες της οποίας είναι αισθητές έως και σήμερα: ενώ ο ένας εκ των δύο «γιγάντων» της, η Αργεντινή, ταλανιζόταν από την προσπάθεια να διατηρήσει την ισοτιμία του νομίσματός της με το δολλάριο, ο έτερος «γίγας», η Βραζιλία, υποτίμησε το νόμισμά της έναντι του αργεντινού πέσο κατά 42%, με αποτέλεσμα οι εξαγωγές προς την γειτονική της οικονομία να αυξηθούν κατά 20%, ενώ την ίδια στιγμή οι εισαγωγές της από αυτήν μειώθηκαν 28%. Η βραζιλιανή ενέργεια είχε σαν αποτέλεσμα έναν οικονομικό-πολιτικό πόλεμο μεταξύ των δύο χωρών, ο οποίος με άλλες μορφές και προφάσεις συνεχίζεται έως σήμερα και αποτελεί, χωρίς αμφιβολία, τον βασικό λόγο για την καχεκτική ανάπτυξη της MERCOSUR. Όμως τίποτα από αυτά δεν θα είχε συμβεί εάν οι οικονομίες των δύο χωρών λειτουργούσαν σε ένα κοινό νομισματικό σύστημα.

Ευρισκόμενη στον αντίποδα της MERCOSUR, η ΕΕ δεν είχε σχεδόν ποτέ τέτοιο πρόβλημα «ανταγωνιστικών υποτιμήσεων» και «οικονομικού πολέμου» μεταξύ των μελών της. Ήδη από την διάλυση του συστήματος του Bretton Woods, το 1971, η ΕΟΚ κατάφερε να αποφύγει την μετατροπή των νομισματικών εντάσεων σε «οικονομική σύρραξη» προωθώντας τον συντονισμό των εθνικών νομισματικών πολιτικών και αποτρέποντας την δημιουργία συγκρούσεων και μειζόνων αντιπαραθέσεων στο εσωτερικό της. Ο συντονισμός αυτός, μάλι· στα, παρά τις πρόσκαιρες παλινδρομήσεις και τις αντικειμενικές δυσκολίες, εξελισσόμενος, έφθασε ως την δημιουργία της νομισματικής ένωσης το 1999, με την λογιστική εισαγωγή του ευρώ εκείνη την χρονιά, και την πραγματική εισαγωγή του, ως μέσου πληρωμών στα χέρια του κοινού, το 2002. Σε αντίθεση όμως με την MERCOSUR, τα προβλήματα της ΕΕ σήμερα δεν οφείλονται στην έλλειψη, αλλά μάλλον στην ύπαρξη ενός κοινού νομίσματος το οποίο, για να παραφράσουμε την ρήση του στρατηγού Patton, «χωρίζει τους λαούς της Ευρώπης», αντί να τους ενώνει, όπως είχαν οραματισθεί οι δημιουργοί του. Διότι, παρά το ειδυλλιακό ξεκίνημα της νομισματικής ενοποίησης, και την γενικευμένη ικανοποίηση από αυτήν στα πρώτα χρόνια της, η παγκόσμια χρηματο-πιστωτική κρίση του 2008 και η ύφεση που ακολούθησε, αποκάλυψαν ξαφνικά ένα σύνολο προβλημάτων που δεν ήταν προηγουμένως ορατά, μοιράζοντας τις χώρες της ευρωζώνης σε δύο εντελώς διακριτές ομάδες: η πρώτη από αυτές, γεωγραφικά τοποθετημένη στον Βορρά, έστω και αν υπολείπεται σε αναπτυξιακό δυναμισμό τόσο σε σχέση με τις «νέες οικονομίες» του αναπτυσσόμενου κόσμου όσο και σε σχέση με τις ΗΠΑ, αποτελείται από χώρες που κινούνται σε τροχιά κοινωνικο-οικονομικής σταθερότητας. Αντίθετα η δεύτερη, αποτελούμενη από τις χώρες του ευρωπαϊκού Νότου με την προσθήκη της Ιρλανδίας, όχι μόνο κινείται στις παρυφές της συλλογικής πτώχευσης αλλά και απειλείται από το φάσμα μίας μακροχρόνιας στασιμότητας και παρακμής.

Το ερώτημα, συνεπώς, που τίθεται εκ των πραγμάτων είναι εάν η βαθύτερη αιτία για την δυσπραγία των εν λόγω οικονομιών βρίσκεται σε κάποια χρόνια διαρθρωτικά τους προβλήματα, η, αντιθέτως, εάν ακόμη και προβλήματα που υφίσταντο επί δεκαετίες χωρίς ποτέ να υπερβούν τα όρια αντοχής του συστήματος, αντί να θεραπευθούν, παροξύνθηκαν στον ύψιστο βαθμό εξ αιτίας της συμμετοχής στην ΟΝΕ.

«Άριστες νομισματικές περιοχές»

Στην ιστορία έχουν υπάρξει πολλές περιπτώσεις νομισματικών ενώσεων, λίγες όμως μακροημέρευσαν. Η πιο επιτυχημένη είναι αυτή του δολλαρίου, δηλαδή η εθνική οικονομία των ΗΠΑ, η οποία, βέβαια, δεν είναι τυχαίο ότι οικοδομήθηκε σταδιακά μετά το τέλος του αμερικανικού εμφυλίου, δηλαδή μετά την πολιτική ενοποίηση των ΗΠΑ. Αντίθετα η βραχύβια «Λατινική Νομισματική Ένωση» (μία ζώνη γαλλικού φράγκου στην πραγματικότητα), στην οποία συμμετείχε και η Ελλάδα τον 19ο αιώνα, χωρίς πολιτική ενότητα που θα διασφάλιζε την διαιώνισή της, άφησε ως μόνο ίχνος στην συλλογική μνήμη της χώρας μας τον όρο «φράγκα», ισοδύναμη έννοια της μεγάλης ποσότητας νομισμάτων καλής ποιότητας. Όπως επίσης και η έκφραση «τάλιρο» είναι η γλωσσική επιβίωση της επίπτωσης που είχε το βασικό νόμισμα της πρόσκαιρης Αυστρο-γερμανικής νομισματικής ένωσης του 19ου αιώνα, (και προηγουμένως της άτυπης νομισματικής ζώνης της αυστρο-ουγγρικής αυτοκρατορίας) στην, διψασμένη για αξιόπιστα μεταλλικά συναλλακτικά μέσα, Ελλάδα εκείνης της εποχής.

Ο λόγος για τον οποίο επιδιώκεται η δημιουργία μίας νομισματικής ένωσης είναι πως η νομισματική σταθερότητα θεωρείται βασική προϋπόθεση οικονομικής ανάπτυξης και ισορροπίας. Η ύπαρξη ενός ενιαίου νομίσματος για τις οικονομικές σχέσεις μεταξύ διαφορετικών περιοχών οικονομικής δραστηριότητας δημιουργεί πλαίσιο ασφάλειας και φερεγγυότητας για τις εμπορικές ανταλλαγές, διευκολύνει την λειτουργία του πιστωτικού συστήματος, επιτρέπει τον μακροχρόνιο προγραμματισμό και ευνοεί τις επενδύσεις. Αντίθετα η ύπαρξη διαφορετικών νομισμάτων, και οι διακυμάνσεις στην εξωτερική τους αξία, (διότι νομισματική ένωση μπορεί να υπάρχει και χωρίς ενιαίο νόμισμα αλλά με σταθερές ισοτιμίες μεταξύ των νομισμάτων που την συνθέτουν), αυξάνουν τον βαθμό δυσχέρειας σε όλα τα παραπάνω, αποθαρρύνοντας ένα μέρος της δυνητικής οικονομικής δραστηριότητας, μειώνοντας έτσι και την γενική ευημερία. Ακόμη χειρότερα δε, σε περίπτωση «οικονομικού πολέμου» με διαδοχικές «ανταγωνιστικές υποτιμήσεις» μέσω των οποίων η κάθε οικονομική ενότητα επιδιώκει να «εξαγάγει» τα προβλήματα ύφεσης και ανεργίας στο εξωτερικό της, δημιουργείται ένας φαύλος κύκλος, μία «καθοδική σπείρα» από την οποία τελικά όλοι βγαίνουν χαμένοι, όπως συνέβη στην περίπτωση της παγκόσμιας οικονομικής κρίσης στην δεκαετία του 1930.

Έχοντας κατά νου την πρόσφατη αυτή αρνητική εμπειρία ο J.M. Keynes στην συνδιάσκεψη του Bretton Woods το 1944, που καθόρισε την παγκόσμια οικονομική αρχιτεκτονική της μεταπολεμικής περιόδου, πρότεινε την δημιουργία μίας ενιαίας παγκόσμιας νομισματικής μονάδας και μίας κεντρικής παγκόσμιας τράπεζας συμψηφισμών για την υποστήριξή της. Η συνδιάσκεψη όμως δεν έκανε αποδεκτή την πρότασή του και υιοθέτησε την πρόταση του επικεφαλής της αντιπροσωπείας των ΗΠΑ H.D. White, που ουσιαστικά κατοχύρωνε την αμερικανική παγκόσμια οικονομική ηγεμονία. Κατά μίαν έννοια το σύστημα του Bretton Woods ήταν και αυτό μία «νομισματική ένωση» αφού τα νομίσματα που συμμετείχαν βρίσκονταν σε σταθερή (αλλά όχι και ανέκκλητη) σχέση ισοτιμίας με το δολλάριο, και μέσω αυτού με τον χρυσό (άρα και μεταξύ τους). Η κατάρρευσή του το 1971, οφειλόμενη τόσο στα δημοσιονομικά προβλήματα των ΗΠΑ εξ αιτίας του πολέμου του Βιετνάμ, όσο και στην δυναμική άνοδο των οικονομιών της Ευρώπης και της Ιαπωνίας, έκανε φανερό πως μία νομισματική ένωση δεν μπορεί να επιβιώνει παρά μόνο όσο τα μέρη που την συνθέτουν κινούνται και λειτουργούν ομόρροπα, συντονίζοντας τις οικονομικές πολιτικές τους.

Το ερώτημα για τους όρους, και τα όρια, λειτουργίας μίας νομισματικής ένωσης δεν είχε τεθεί ουσιαστικά από την οικονομική επιστήμη έως το 1961. Τότε ο Καναδός οικονομολόγος R. A. Mundell δημοσίευσε στην επιθεώρηση The American Economic Review το καινοτόμο άρθρο του “A Theory of Optimum Currency Areas”. Εκεί ο Mundell δήλωνε την διαφοροποίησή του με τον Keynes με τις περίφημες αποφάνσεις του: “The optimum currency area is not the world” καθώς και “The optimum currency area is the region”, ενώ παρατηρούσε ότι οι μόνες περιοχές που πληρούσαν τα σχετικά κριτήρια ήταν η Δυτική Ευρώπη και οι περιοχές που ορίζονταν από τις συναλλαγές των πρώην μητροπόλεων με τις πρώην αποικίες τους. Η πλούσια συζήτηση που ακολούθησε τα επόμενα χρόνια προσέθεσε και νέες ιδέες σε εκείνες του Mundell χωρίς όμως να μεταβάλει την ουσία τους. Έτσι στην οικονομική φιλολογία σταδιακά διαμορφώθηκε ένα είδος θεωρητικής συναίνεσης: η «άριστη νομισματική περιοχή» (ΑΝΠ) περιλαμβάνει όλες τις περιφέρειες ή χώρες εκείνες στις οποίες η εγκατάλειψη των επί μέρους νομισματικών μονάδων και η υιοθέτηση ενός κοινού νομίσματος (ή αμετάκλητα σταθερών ισοτιμιών), ευνοώντας την οικονομική δραστηριότητα, θα αύξανε το γενικό επίπεδο ευημερίας του πληθυσμού. Για να συμβεί αυτό, όμως, θα έπρεπε η κυκλοφορία των κεφαλαίων, των προϊόντων και του εργατικού δυναμικού να είναι ελεύθερη στο εσωτερικό της «περιοχής», οι αγορές της θα έπρεπε να χαρακτηρίζονται από «ευελιξίες» και τόσο το κεφάλαιο όσο και, κυρίως, η εργασία να έχουν την διάθεση να μετακινηθούν, στο εσωτερικό της «περιοχής», προς εκεί όπου η ζήτηση για τις υπηρεσίες τους είναι υψηλότερη. Διαφορετικά θα έπρεπε η παραγωγική δομή της περιοχής να είναι ομοιογενής έτσι ώστε να μην πλήττεται από «ασύμμετρες» κρίσεις που επηρεάζουν μία περιφέρειά της μόνο, αλλά από «συμμετρικές» που πλήττουν λίγο ή πολύ το ίδιο όλες τις περιφέρειες της (ή/και τους κλάδους της) και, ως εκ τούτου, είναι δεκτικές εξισορροπητικής παρέμβασης από ενιαία και ομοιογενή μέτρα οικονομικής πολιτικής. Με άλλα λόγια η αναζήτηση των «εξωτερικών ορίων» μίας ΑΝΠ είναι η άθροιση σε ενιαίο οικονομικο νομισματικό χώρο των περιφερειών εκείνων εντός των οποίων οι «ευελιξίες» της οικονομίας μεγιστοποιούνται με την οικονομική συνένωσή τους και οι οποίες, συνεπώς, χαρακτηρίζονται από λειτουργική συμπληρωματικότητα.

Όταν στην διάρκεια της δεκαετίας του 1990 ελάμβανε χώρα η συζήτηση για την δημιουργία της ΟΝΕ είναι γνωστό ότι η Γερμανία, θεματοφύλακας των αρχών της αντιπληθωριστικής πολιτικής και της δημοσιονομικής σύνεσης, δεν επιθυμούσε την συμμετοχή σε αυτήν των χωρών του ευρωπαϊκού Νότου, που ήταν γνωστές για τις πληθωριστικές τους υπερβάσεις, τα δημοσιονομικά τους ελλείμματα αλλά και την τελείως διαφορετική παραγωγική τους δομή. Οι υπερασπιστές της «διευρυμένης» ΟΝΕ, βέβαια, αντιλαμβάνονταν και αυτοί πως οι χώρες του Νότου, εκτός από τα τυπικά δεν πληρούν και τα ουσιαστικά κριτήρια συμμετοχής σε μία νομισματική ένωση με τις χώρες του Βορρά. Η επιθυμία τους όμως για την πολιτική ενοποίηση της Ευρώπης ήταν τόσο μεγάλη ώστε αυτό παραβλέφθηκε και στο γενικότερο πνεύμα ανακατατάξεων και αισιοδοξίας που επικρατούσε την εποχή εκείνη τελικά πείσθηκε και η, ευγνωμονούσα για την συνένωσή της, Γερμανία. Σε αυτό βέβαια συνέβαλε και μία νέα θεωρία που είχε εμφανισθεί τότε και έγινε αποδεκτή χωρίς ιδιαίτερες αντιστάσεις: ακόμα και αν κάποιες χώρες δεν πληρούν τα κριτήρια για να γίνουν μέρη μίας ΑΝΠ, η συμμετοχή τους σε αυτήν αρκεί για να ενεργοποιήσει μία διαδικασία μετασχηματισμού τους ώστε σταδιακά να εξελιχθούν σε ακέραια μέλη της, ενσωματώνοντας πλέον όλα τα απαραίτητα χαρακτηριστικά. Μία παρεμφερής θεωρία, επίσης, τόνιζε ότι στα πλαίσια μίας ΑΝΠ που υπάρχει μία ισχυρή χώρα-ηγέτις με ρωμαλέα αντιπληθωριστική πολιτική, οι μικρές χώρες με βεβαρυμμένη ιστορία δομικού πληθωρισμού θα δουν σύντομα το επίπεδο των τιμών στο εσωτερικό τους να μειώνεται, συγκλίνοντας προς εκείνο του ισχυρού τους εταίρου.

Όταν η πραγματικότητα είναι διαφορετική από τις θεωρητικές προσδοκίες

Δεν θα μπορούσε να αρνηθεί κανείς ότι η ΟΝΕ εγκαινιάσθηκε, το 1999, μέσα σε ένα περίεργο διεθνές οικονομικό περιβάλλον όπου μία υπέρμετρη, και σαφώς ανορθολογική, «ενεργητικότητα» οδήγησε στην καταστροφή του 2008. Θα ήταν διαφορετική η πορεία της εάν είχε εγκαινιασθεί σε κάποια άλλη συγκυρία και χρονική στιγμή; Μάλλον όχι, γιατί τα προβλήματά που αναδείχθηκαν δεν οφείλονταν στην διεθνή κρίση αλλά στην λανθασμένη αρχιτεκτονική της, ενώ η κρίση δεν ήταν παρά ο καταλύτης.

Διαψεύδοντας τις θεωρητικές προσδοκίες, τα επίπεδα του πληθωρισμού στις διάφορες χώρες της ΟΝΕ δεν συνέκλιναν, μετά την εγκαινίασή της, παρά μόνο ελάχιστα –με τις οικονομίες του Νότου να χαρακτηρίζονται από ταχύτερη αύξηση των τιμών σε σχέση με τις οικονομίες του Βορρά. Εκείνα όμως που συνέκλιναν, ταχύτατα, ήταν τα επιτόκια δανεισμού. Με την εισαγωγή του ευρώ οι διεθνείς αγορές, σχεδόν εν μία νυκτί, θεώρησαν ότι όλα τα μέλη της ευρωζώνης είναι πλέον το ίδιο φερέγγυα με την Γερμανία, περιορίζοντας θεαματικά το επιπλέον «ασφάλιστρο κινδύνου» που χρέωναν στην Ελλάδα, στην Ισπανία ή στην Πορτογαλία για να τις δανείσουν. Αυτό ήταν εν μέρει φυσιολογική συνέπεια και του γεγονότος ότι τα επιτόκια στον χώρο της ΟΝΕ καθορίζονταν πλέον από την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα (ΕΚΤ), με βάση τις μεσοσταθμικές εκτιμήσεις της για την πορεία του πληθωρισμού σε όλη την ευρωζώνη, κάτι που αποτελεί καταστατικά τον μοναδικό της στόχο. Αυτός όμως ο μέσος όρος δεν είχε, και δεν έχει, καμμία λογική. Ήταν πολύ ψηλός για την Γερμανία και πολύ χαμηλός για την Ελλάδα και την Ισπανία. Με πολύ διαφορετικά επίπεδα πληθωρισμού, τα πραγματικά επιτόκια (η διαφορά του ονομαστικού επιτοκίου από τον πληθωρισμό) μεταξύ των δύο περιοχών απέκλιναν εντυπωσιακά. Είναι χαρακτηριστικό ότι τα έτη 2000 και 2001, ενώ τα πραγματικά επιτόκια στην Γερμανία ήταν θετικά, στην Ισπανία ήταν -4%, και στην Ελλάδα -3% και -2%. (Άλλο χαρακτηριστικό είναι ότι ενώ η Ελλάδα, καταβάλλοντας υψηλό «ασφάλιστρο κινδύνου» το 1998 «πλήττονταν» από πραγματικά επιτόκια +6%, και το 1999 +5%, με την είσοδό της στην ΟΝΕ τα είδε μέσα σε ένα χρόνο να μειώνονται στο -3%. Κάτι αντίστοιχο βέβαια είχε συμβεί τα προηγούμενα χρόνια και στις άλλες χώρες του Νότου). Επρόκειτο για μία οικονομική τερατογονία την οποία όμως κανείς δεν ήθελε να δει και να παραδεχτεί– ο καθένας βέβαια για τους δικούς του λόγους. (Τερατογονία η οποία, αν μη τι άλλο, διαψεύδει συντριπτικά την θεωρητική δοξασία εκείνη σύμφωνα με την οποία, έστω και εάν τα μεμονωμένα «οικονομούντα άτομα» σφάλλουν στις εκτιμήσεις τους για τις εξελίξεις των βασικών μεγεθών της οικονομίας, τα σφάλματά τους αλληλοεκμηδενίζονται έτσι ώστε, τελικά, η συνισταμένη αυτών των εκτιμήσεων να ευστοχεί απολύτως δίδοντας στις «προσδοκίες» του συλλογικού υποκειμένου της οικονομίας «ορθολογικό» περιεχόμενο ακριβούς πρόβλεψης).

Στις δεδομένες συνθήκες, όμως, ήταν απολύτως φυσικό να αναπτυχτούν στις οικονομίες του Νότου μείζονες ανισορροπίες. Από την μία πλευρά, ο υψηλότερος σε σχέση με τον Βορρά, και ιδίως με την Γερμανία, πληθωρισμός, σε συνδυασμό και με τις «χαλαρές» εισοδηματικές πολιτικές, την στιγμή που η Γερμανία συγκρατούσε τις μισθολογικές της δαπάνες με δραστικό τρόπο, οδήγησαν στην μείωση της ανταγωνιστικότητας των προϊόντων τους στον χώρο της ευρωζώνης και στην σημαντική επιδείνωση του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών τους. Από την άλ· λη πλευρά, τα αρνητικά επιτόκια διαστρέβλωναν σημαντικά την νομισματοπιστωτική συμπεριφορά των οικονομιών αυτών. Η αποταμίευση σχεδόν εκμηδενίσθηκε, διότι κανείς δεν αποταμιεύει όταν η πραγματική αξία των χρημάτων του τον επόμενο χρόνο αντί να έχει αυξηθεί θα έχει μειωθεί. Αντίθετα, όλοι έσπευδαν να δανεισθούν όσο περισσότερο μπορούσαν γιατί η αξία των δανεικών και το άχθος της αποπληρωμής τους, όσο τα πραγματικά επιτόκια παρέμεναν αρνητικά, θα έτειναν να μειώνονται, αντί να αυξάνονται όπως συμβαίνει υπό κανονικές συνθήκες. Στην περίπτωση της Ελλάδας αυτό έγινε κυρίως από το Δημόσιο αν και ο ιδιωτικός τομέας ακολούθησε, έστω και σε αρκετή απόσταση, ενώ στην περίπτωση της Ισπανίας, της Πορτογαλίας και της Ιρλανδίας τα πράγματα ήταν αντίστροφα με πρωτοκαθεδρία του ιδιωτικού τομέα στον υπερδανεισμό. ‘Όπως η ΕΚΤ δεν αντιλαμβανόταν τις διαστρεβλώσεις στις οικονομικές λειτουργίες που προκαλούσαν τα «μεσοσταθμικά» επιτόκιά της γιατί ήταν επικεντρωμένη αποκλειστικά στην διατήρηση του πληθωρισμού κοντά στο 2%, έτσι και η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, που ήταν στενά προσηλωμένη στις προβλέψεις του Συμφώνου Ανάπτυξης και Σταθερότητας για διατήρηση του δημόσιου ελλείμματος κάτω από το 3%, δεν αντιλήφθηκε την σημασία της διόγκωσης των ελλειμμάτων στους άλλους τομείς των οικονομιών του Νότου. Υπήρχε βέβαια και η Ελλάδα που παραβίαζε τις οροφές του δημοσιονομικού ελλείμματος, αλλά όπως είναι γνωστό, ακολουθώντας τις πατροπαράδοτες αρχές της, απέφυγε να το φανερώσει για όσο μεγαλύτερο διάστημα της ήταν δυνατόν. (Πάντως, όσον αφορά την ΕΚΤ, η αλήθεια είναι ότι ακόμη και αν η καταστατική της αποστολή ήταν πιο ευρεία, αποσκοπώντας στην επιδίωξη μακροοικονομικής ισορροπίας και όχι απλά «σταθερότητας των τιμών», οι δυνατότητές της θα ήταν και πάλι περιορισμένες. Ποια ακριβώς νομισματική πολιτική θα έπρεπε να υιοθετήσει όταν οι ανάγκες της Γερμανίας και της Ολλανδίας ήταν για ονομαστικό επιτόκιο 3%, ενώ της Ελλάδας και της Ισπανίας για 8% 😉

Τουλάχιστον όμως, και σύμφωνα με τις αντιλήψεις της νεότερης θεωρίας των ΑΝΠ, ο ευνοϊκός δανεισμός με αρνητικά επιτόκια, σε συνδυασμό με τις άλλες ευμενείς επιπτώσεις που είχε η δημιουργία της ευρωζώνης, θα έπρεπε να οδηγεί ταχύτατα στην σύγκλιση των δομών και των επιπέδων ανάπτυξης των οικονομιών του Νότου με εκείνες του Βορρά. Απολαμβάνοντας ένα εξαιρετικά ευνοϊκό πλεονέκτημα στα επιτόκια της χρηματοδότησής τους –την στιγμή μάλιστα που η Γερμανία και η Ολλανδία δυσκολεύονταν με τα θετικά πραγματικά δικά τους επιτόκια– οι χώρες του Νότου, σύμφωνα με την θεωρία, θα έπρεπε να είχαν επιδοθεί σε μία τιτάνια επενδυτική προσπάθεια να αυξήσουν την παραγωγή τους στους τομείς της προηγμένης τεχνολογίας δημιουργώντας εταιρείες και κλάδους που θα μπορούσαν να ανταγωνισθούν ευθέως την Nokia ή έστω την Daimler Benz, στην Ευρώπη, και την Google και την Microsoft στις ΗΠΑ. Όμως, προς μεγάλη έκπληξη των θεωρητικών προσδοκιών, συνέβη το ακριβώς αντίθετο: οι οικονομίες του Νότου, χρησιμοποιώντας όλα τα δανειακά διαθέσιμα συνέχισαν να κάνουν αυτό που πάντα έκαναν, αλλά με φρενήρεις πλέον ρυθμούς. Έτσι η Ελλάδα συνέχισε να προσλαμβάνει ακόμη περισσότερους αγροφύλακες που είχαν επιτύχει στον αδιάβλητο προφορικό διαγωνισμό προ δεκαπενταετίας, και να υπογράφει συμβάσεις με την Siemens, η Ισπανία να κατασκευάζει ακόμη περισσότερες ειδυλλιακές πολυκατοικίες δίπλα στο κύμα, και η Ιρλανδία να προεισπράττει ακόμη περισσότερα μελλοντικά εισοδήματα για τις αναμενόμενες εικονικές επενδύσεις πολυεθνικών στο έδαφός της που επιχειρούν με αυτό τον τρόπο να αποφύγουν την φορολογία στις χώρες όπου παράγουν πραγματικά τα προϊόντα τους.

Κατόπιν όλων αυτών η χρηματοπιστωτική κρίση του 2008 και η διεθνής ύφεση που προκάλεσε δεν ήταν παρά τυχαίοι καταλύτες. Όταν ενέσκηψαν ούτε οι επιπτώσεις τους ήταν συμμετρικά κατανεμημένες σε όλη την έκταση της ευρωζώνης, ούτε οι Ισπανοί άνεργοι οικοδόμοι έφυγαν για την Γερμανία για να γίνουν βιομηχανικοί εργάτες (όπως συνέβη με τους γονείς τους το 1960 παρ’ ότι δεν υπήρχαν τότε ούτε ΟΝΕ, ούτε Schengen), αλλά ούτε και η Γερμανία, που αγωνίζεται να συγκρατήσει την ανεργία, είχε διάθεση να υποδεχθεί πρόσθετα εργατικά χέρια (και τους λίγους ειδικευμένους επαγγελματίες που χρειάζεται προτιμά να τους αναζητεί στην μακρινή Ινδία). Με λίγα λόγια ο τρόπος με τον οποίο αντέδρασαν στην κρίση οι οικονομίες της ευρωζώνης έδειξε ότι η τελευταία δεν χαρακτηρίζεται από κανένα στοιχείο και από καμμία λειτουργία «άριστης νομισματικής περιοχής». Αποδείχθηκε έτσι ότι, στην πραγματικότητα, στον γεωγραφικό χώρο που καλύπτεται από την ΟΝΕ υφίστανται δύο τουλάχιστον ΑΝΠ, με τελείως διαφορετικά χαρακτηριστικά μεταξύ τους, που όμως στην αναζήτηση του πολιτικού οράματος της ενιαίας Ευρώπης, συγχωνεύθηκαν με τεχνητό και βεβιασμένο τρόπο. Αποτέλεσμα ήταν ότι η πιο δυναμική παραγωγικά από τις δύο, η βόρεια, εξήγαγε στην πιο ασθενή, δηλαδή στην νότια, όλη την «εντροπία» της, μεταβάλλοντας την διαρθρωτική της καχεξία σε ολόπλευρη δομική κρίση.

Ελλάδα και ΟΝΕ : όταν δύο παθογένειες συναντώνται

Το 1963 ένας άλλος μεγάλος οικονομολόγος, ο R. I. McKinnon σε ένα επίσης θεμελιακό για το θέμα των ΑΝΠ άρθρο του που δημοσιεύθηκε στο American Economic Review με τον χαρακτηριστικό τίτλο “Optimum Currency Areas”, διεύρυνε την προηγούμενη προβληματική του Mundell προσφεύγοντας στην διάκριση μεταξύ «διεθνώς εμπορευσίμων» (tradeable) και «διεθνώς μη εμπορευσίμων» αγαθών (non tradeable goods). Ο τομέας των «διεθνώς εμπορευσίμων» περιλαμβάνει εκείνα τα αγαθά που μπορούν να καταναλωθούν μακριά από τον τόπο παραγωγής τους και είναι συνεπώς αντικείμενα του διεθνούς εμπορίου (δηλαδή κυρίως τα γεωργικά και βιομηχανικά, αλλά όχι μόνο γιατί σήμερα το ίδιο ισχύει και για ένα ποσοστό άϋλων αγαθών ή υπηρεσιών). Χαρακτηριστικό τους, που προκύπτει από την δυνατότητα της μεταφοράς τους, είναι η ενιαία παγκόσμια τιμή τους. Αντίθετα «διεθνώς μηεμπορεύσιμα» είναι όσα αγαθά δεν μπορούν να καταναλωθούν παρά επιτοπίως και δεν μεταφέρονται στην διεθνή αγορά (για παράδειγμα οι οικοδομές, οι λειτουργίες του δημοσίου ή οι περισσότερες από τις υπηρεσίες). Για τον McKinnon το ειδικό βάρος των δύο τομέων στα πλαίσια μίας εθνικής οικονομίας είναι ο καθοριστικός παράγοντας για την σκοπιμότητα της συμμετοχής της σε μία νομισματική ένωση ή όχι. Χώρες με κυρίαρχο τον τομέα των «διεθνώς εμπορευσίμων» δεν έχουν πολλά να κερδίσουν από την λειτουργία τους σε ένα σύστημα κυμαινόμενων συναλλαγματικών ισοτιμιών γιατί κάθε μείωση της εξωτερικής αξίας του νομίσματος τους δεν αυξάνει ουσιαστικά την ανταγωνιστικότητα της οικονομίας τους: η ανατίμηση των «διεθνώς εμπορευσίμων» που προκαλεί είναι τόσο μεγάλη που δεν επιτρέπει να λειτουργεί το φαινόμενο της «αυταπάτης του χρήματος» και περνά αμέσως στους μισθούς αυξάνοντάς τους αναλόγως, ακυρώνοντας κάθε κέρδος από την υποτίμηση και ενισχύοντας τον πληθωρισμό. Στην περίπτωση αυτή η συμμετοχή σε μία νομισματική ένωση αποτελεί την βέλτιστη επιλογή.

Όμως, σε μία οικονομία με την αντίθετη δομή, δηλαδή με σχετικά διογκωμένο τον τομέα των «διεθνώς μη εμπορευσίμων», η χρήση της υποτίμησης, αλλάζοντας τις σχετικές τιμές προς όφελος των «διεθνώς εμπορευσίμων» επιτρέπει την μεταφορά παραγωγικών πόρων προς αυτόν τον τομέα, χωρίς ιδιαίτερες πληθωριστικές πιέσεις αλλά με εξισορροπητικά αποτελέσματα στο εξωτερικό ισοζύγιο και στα επίπεδα παραγωγής και απασχόλησης. Δηλαδή, στην συγκεκριμένη περίπτωση, ενδεδειγμένο συναλλαγματικό σύστημα είναι εκείνο της ελεύθερα κυμαινόμενης ισοτιμίας. Βέβαια, στην συνέχεια του άρθρου του ο McKinnon εκφράζει την άποψη ότι οι μικρές οικονομίες με ανεξάρτητο κυμαινόμενο νόμισμα δυσκολεύονται να έχουν ικανοποιητική ρευστότητα και νομισματική αξιοπιστία, πλην όμως αυτό δεν αποτελεί την κεντρική του ιδέα και δεν έχει ιδιαίτερη σημασία. Πολλώ δε μάλλον που τόσο αυτός όσο και η πλούσια σχετική συζήτηση που ακολούθησε στον μεγαλύτερο τους βαθμό επικεντρώθηκαν μόνο στις άμεσες –«συγκυριακές»– μακροοικονομικές επιπτώσεις της επιλογής νομισματικού καθεστώτος. Όμως το ίδιο θέμα έχει και μία άλλη διάσταση που είναι πιο σημαντική : την αναπτυξιακή. Ο τομέας παραγωγής «διεθνώς μη εμπορευσίμων» δεν χαρακτηρίζεται από υψηλή παραγωγικότητα. Βέβαια προμηθεύει με παραγωγικές εισροές τον τομέα των «διεθνώς εμπορευσίμων» αλλά μόνο αυτός ο τελευταίος, ο οποίος βρίσκεται σε διαρκή συναγωνισμό με κάθε άλλο παραγωγό ομοειδών προϊόντων που υπάρχει σε όλη την υφήλιο, είναι υποχρεωμένος, προκειμένου να επιβιώσει, να αυξάνει συνεχώς την παραγωγικότητά του στο επίπεδο του διεθνούς ανταγωνισμού. Συνεπώς ο τομέας των «διεθνώς εμπορευσίμων» είναι ο βασικός φορέας, αλλά και δείκτης, της ανάπτυξης μίας εθνικής οικονομίας και αυτόν πρέπει κυρίως να «υπηρετεί» η νομισματική και συναλλαγματική πολιτική μίας χώρας, ειδικά μάλιστα όταν η οικονομία της έχει τα διαρθρωτικά χαρακτηριστικά της ελληνικής.

Το 1981, όταν εισήλθε στην ΕΟΚ, η Ελλάδα είχε ένα ιδιαίτερο δομικό χαρακτηριστικό που την ξεχώριζε όχι μόνο από τις υπόλοιπες χώρες-μέλη, αλλά και από όλες τις άλλες οικονομίες του αναπτυγμένου κόσμου: είχε την πλέον στρεβλή σχέση των δύο τομέων, με μία υπέρμετρη διόγκωση του τομέα των «διεθνώς μη εμπορευσίμων» και μεγάλη καχεξία εκείνου των «διεθνώς εμπορευσίμων», σχέση από την οποία, άλλωστε, προκύπτει και ο παρασιτικός χαρακτήρας της οικονομίας της. Στα χρόνια που ακολούθησαν, έως το 2001 και την ένταξη στην ΟΝΕ, αυτό ελάχιστα άλλαξε. Δηλαδή, σύμφωνα με το κριτήριο McKinnon, η ελληνική οικονομία ήταν, και είναι, (απολύτως) ακατάλληλη για συμμετοχή σε μία νομισματική ένωση. Εάν συνυπολογιστούν και οι ατέλειες στην αρχιτεκτονική σύλληψη της ΟΝΕ, τότε καταλαβαίνει κανείς ότι η σημερινή καταστροφική κρίση ήταν προδιαγεγραμμένη από την στιγμή που η ελληνική παθογένεια συναντήθηκε με την συστατική παθογένεια του ευρώ.

Η αποβιομηχάνιση και η συνεχής συρρίκνωση του παραγωγικού τομέα προς όφελος των καταναλωτικών παρασιτικών δραστηριοτήτων που καταγράφηκε στην Ελλάδα στα χρόνια της ΟΝΕ, δεν ήταν παρά προϊόν της φυσιολογικής εξέλιξης των σχέσεων του τομέα των «διεθνώς εμπορευσίμων» με τον τομέα των «διεθνώς μη εμπορευσίμων» σε ένα καθεστώς σταθερών ισοτιμιών και υπό εμπεδωμένες συνθήκες υπερβάλλουσας ζήτησης, αφού ο συνδυασμός όλων αυτών επέτεινε την υπάρχουσα στρέβλωση ακόμη περισσότερο. Κάθε αύξηση της ζήτησης, προερχόμενη από τον άφθονο και φθηνό δανεισμό της περιόδου 2002-2008, αλλά και από τα «διαρθρωτικά κονδύλια» της ΕΕ, δημιουργώντας πληθωριστικές πιέσεις, δεν έκανε τίποτα περισσότερο από το να στρεβλώνει τις σχετικές τιμές των προϊόντων των δύο τομέων κατά τέτοιο τρόπο ώστε τα αγαθά του τομέα των «διεθνώς μη-εμπορευσίμων» γίνονταν ακριβότερα, με μεγαλύτερα ποσοστά κέρδους, μεταθέτοντας τους παραγωγικούς πόρους της χώρας προς τα εκεί, ενώ τα «διεθνώς εμπορεύσιμα», που η τιμή τους καθορίζεται διεθνώς και η ζήτηση μίας μικρής χώρας δεν μπορεί να την επηρεάσει, γίνονταν φθηνότερα, δηλαδή προσέφεραν μικρότερο ποσοστό κέρδους και εγκαταλείπονταν από τους παραγωγούς ως ασύμφορα. Αυτή ήταν η διαδικασία μέσω της οποίας η ανταγωνιστικότητα της χώρας καταβαραθρώθηκε, με την βοήθεια βεβαίως και των εισοδηματικών πολιτικών που αντί να είναι προσαρμοσμένες μόνο στον τομέα των «διεθνώς εμπορευσίμων», ακολουθούσαν το γενικό επίπεδο τιμών, δηλαδή στην ουσία ακολουθούσαν τον τομέα των «διεθνώς μη εμπορευσίμων».

Η στρέβλωση αυτή της ελληνικής οικονομίας, σε συνδυασμό με τις ανορθολογική συμπεριφορά των αγορών στην πρώτη περίοδο της ΟΝΕ, δημιούργησε ένα σωρό παραθλάσεις και οφθαλμαπάτες. Η δυνατότητα της Ελλάδας να δανείζεται υπέρμετρα, τόσο φανερά όσο και κρυφά, και μέσω του δημόσιου και μέσω του ιδιωτικού τομέα, και η διάχυση της υπερβάλλουσας ρευστότητας στην οικονομία της δημιουργούσε την οφθαλμαπάτη της «αύξησης του ΑΕΠ» ή ακόμη και της «αύξησης της παραγωγικότητας». Η ρευστότητα σε ευρώ δεν γινόταν, απλά, σχετικά υψηλός πληθωρισμός και κολοσσιαία ελλείμματα στο ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών. Αυτά ήταν μόνο το αποτέλεσμα. Η αφανής και ουσιαστική διαδικασία έγκειτο στο ότι μέσω της ανατίμησης των «διεθνώς μη-εμπορευσίμων», και της σχετικής διόγκωσής τους, η ρευστότητα είχε προηγουμένως γίνει αύξηση της αμοιβής των συντελεστών παραγωγής τους, είτε επρόκειτο για τους μισθούς των πληθωρικά νεοδιοριζόμενων δημοσίων υπαλλήλων, είτε επρόκειτο για τις αποδόσεις των ακινήτων, είτε για την κερδοφορία των επιχειρήσεων στον τομέα των υπηρεσιών. Αυτή η αύξηση της αμοιβής είναι προφανές πως δεν «συνελάμβανε» κάποια αύξηση της παραγωγικότητας του τομέα των «διεθνώς εμπορευσίμων», όπως συμβαίνει σε μία υγιή διαδικασία ανάπτυξης όπου οι καρποί της παραγωγικότητας στους τομείς που ορίζουν το «τεχνολογικό σύνορο» μεταφέρονται και στην υπόλοιπη οικονομία με τον μηχανισμό της εξίσωσης των αμοιβών και των αποδόσεων. (Λόγος για τον οποίο, για παράδειγμα, παρά το γεγονός ότι πρόκειται ακριβώς για την ίδια εργασία, το να κόψει κανείς τα μαλλιά του σε ένα κουρείο στην Νέα Υόρκη, στοιχίζει πολύ περισσότερο από το να τα κόψει στο Κάιρο). Αντίθετα αποτελούσε συνέπεια του άκριτου υπερδανεισμού και της διάχυσης του στην οικονομία όπου διογκώνονταν οι τιμές και οι αποδόσεις χωρίς πραγματική αύξηση του προϊόντος (κατά το κοινώς λεγόμενο: «φούσκα»). Πλην όμως, στους Εθνικούς Λογαριασμούς, υπό καθεστώς ευρώ, η αύξηση των αμοιβών των συντελεστών της παραγωγής, έστω και αν αντιστοιχεί σε μηδενική αύξηση της παραγωγής, καταγράφεται ως αύξηση του ΑΕΠ.

Η ίδια περίπτωση οφθαλμαπάτης παρατηρείται και όσον αφορά την πορεία της παραγωγικότητας της εργασίας: παρά το ότι η μέση παραγωγικότητα των εργαζομένων στην Ελλάδα είναι αισθητά κατώτερη σε σχέση με την Γερμανία, κάποιες απόψεις που είδαν πρόσφατα το φώς της δημοσιότητας τονίζουν ότι, σύμφωνα με τα σχετικά στοιχεία του ΟΟΣΑ, στην περίοδο 20002009, ο ρυθμός αύξησης της παραγωγικότητας ανά εργαζόμενο στην Ελλάδα ήταν υπερδιπλάσιος του αντίστοιχου ρυθμού στην Γερμανία !  Μόνο που αυτό δεν είναι αλήθεια για έναν πολύ απλό λόγο: επειδή η παραγωγικότητα δεν είναι πρακτικά δυνατόν να μετρηθεί σε φυσικές μονάδες προϊόντος, αναγκαστικά μετράται κατ’ εκτίμηση, με βάση τις αμοιβές των εργαζομένων. Υπολογίζοντας κανείς, για παράδειγμα, ως «αύξηση της παραγωγικότητας» την αύξηση των αμοιβών των υπαλλήλων εκείνων που, είτε από την ανεργία, είτε από τις χαμηλότερες αμοιβές του ιδιωτικού τομέα, μετακινήθηκαν μαζικά προς την τοπική αυτοδιοίκηση (για να την «στελεχώσουν») στην κρίσιμη περίοδο 2000-2009, μπορεί πράγματι να συναγάγει, όπως συνέβη και με τον ΟΟΣΑ, ότι η παραγωγικότητα στα χρόνια αυτά στην Ελλάδα εκτινάχθηκε στα ύψη !  Εκείνος όμως που γνωρίζει την ελληνική πραγματικότητα, ή απλά εκείνος που έχει διαβάσει στον τύπο ότι πολλοί από τους εν λόγω νέους δημοτικούς υπάλληλους, μεταβαίνουν στην εργασία τους εκ περιτροπής (μέρα παρά μέρα), διότι δεν υπάρχουν θέσεις για να καθίσουν όλοι μαζί, αντιλαμβάνεται ότι μάλλον ο ρυθμός ανόδου της παραγωγικότητας στην Ελλάδα δεν ήταν υπερδιπλάσιος εκείνου της Γερμανίας !

Τα παραπάνω θα ήταν απλά θεωρητικές λεπτομέρειες, και θα είχαν μικρή σημασία, εάν δεν συνδέονταν άμεσα με ένα θέμα που απασχολεί πολλούς, τόσο στην Ελλάδα όσο και στο εξωτερικό: πρόκειται για τις επιπτώσεις που θα έχει το «πρόγραμμα σταθεροποίησης» και οι μειώσεις των δημοσίων δαπανών που συνεπάγεται, επί της ελληνικής οικονομίας. Τόσο Έλληνες όσο και ξένοι έγκυροι οικονομολόγοι θεωρούν ότι θα δημιουργήσει περισσότερα προβλήματα από όσα επιχειρεί να επιλύσει διότι θα επιφέρει «ύφεση». Θα πρέπει όμως να αναρωτηθεί κανείς εάν αυτός είναι ο ακριβής όρος για την περίπτωση. «Κάμψη» ή «ύφεση» προκύπτει σε μία οικονομία όταν το επίπεδο της δραστηριότητάς της αφίσταται από το δυνητικό επίπεδο παραγωγής της ή/και από την μακροχρόνια μέση τάση του ρυθμού ανάπτυξής της, με αποτέλεσμα την ελλειμματική χρησιμοποίηση των παραγωγικών της συντελεστών. Το κρίσιμο ζήτημα εδώ είναι εάν η πορεία της ελληνικής οικονομίας στην περίοδο της ΟΝΕ και της υπερχρέωσής της ακολουθούσε το «φυσικό μονοπάτι» της δυνητικής της ανάπτυξης. Η απάντηση βέβαια είναι αρνητική, διότι είναι προφανές ότι η ελληνική οικονομία κινούνταν σε επίπεδο ανώτερο των δυνατοτήτων της και πέραν των πραγματικών ορίων της δυναμικής αναπτυξιακής ισορροπίας της, καταναλώνοντας ουσιαστικά μελλοντικά εισοδήματα και διογκώνοντας μέσω αυτών τον τομέα των «διεθνώς μη-εμπορευσίμων», ο οποίος λόγω της φύσεώς του παρέχει, πρόσκαιρα, την δυνατότητα για κάτι τέτοιο όταν η οικονομία λειτουργεί σε καθεστώς σταθερών συναλλαγματικών ισοτιμιών. Η φυσιολογική εξάντληση όμως των δυνατοτήτων δανεισμού έβαλε τέρμα σε αυτήν την ξέφρενη «πορεία στο κενό». Συνεπώς η συρρίκνωση της οικονομικής δραστηριότητας που παρατηρείται σήμερα –και ποιος ξέρει για πόσα ακόμη χρόνια– στην Ελλάδα, δεν είναι «ύφεση». Είναι «διόρθωση», με βίαιο βέβαια τρόπο, διότι απλά επαναφέρει την Ελλάδα στο επίπεδο εισοδήματος που αντιστοιχεί στο παραγωγικό της δυναμικό. Ως εκ τούτου δεν υπάρχει καμμία δύναμη στον κόσμο, και καμμία οικονομική πολιτική, η οποία να είναι σε θέση να αποτρέψει την διαδικασία αυτή υποκαθιστώντας την με κάποια άλλη, λιγότερο οδυνηρή.

Το αδιέξοδο της ΟΝΕ

Στην βαθειά κρίση που πλήττει σήμερα την ΟΝΕ, θεωρητικά υπάρχουν δύο βασικές επιλογές. Η πρώτη αφορά την συνολική εγκατάλειψη του εγχειρήματος με επιστροφή σε εθνικά συναλλαγματικά συστήματα ή ίσως σε μικρότερες «νομισματικές περιοχές» στο εσωτερικό της ΕΕ. Όμως η επιλογή αυτή δεν συζητείται από κανέναν διότι θα ήταν εξαιρετικά παρακινδυνευμένη τόσο οικονομικά όσο και πολιτικά. Οικονομικά διότι δεν είναι καθόλου βέβαιο ότι η υποχώρηση θα μπορούσε να γίνει με συντεταγμένο τρόπο χωρίς καταστροφικές συνέπειες που θα βάρυναν τις οικονομίες της περιοχής για πολλές δεκαετίες. Πολιτικά διότι είναι πολύ πιθανόν ότι θα σημάνει και το τέλος του οράματος της Ενωμένης Ευρώπης, και αυτό θα ήταν πραγματικά αδιανόητο.

Η δεύτερη, θεωρητική, επιλογή είναι η «φυγή προς τα εμπρός», προς μία βελτιωμένη εκδοχή της ΟΝΕ, με ένα ανώτερο επίπεδο οργάνωσης. Όλες οι σχετικές ιδέες που έχουν εκφραστεί επ’ αυτού συναιρούνται σε μία πρόταση: «δημιουργία οικονομικής διακυβέρνησης». Ο μάλλον αφηρημένος αυτός όρος θα μπορούσε να ειπωθεί ότι αναφέρεται στην ανάγκη για τρία διαφορετικά επίπεδα οργάνωσης της ευρωζώνης. Το πρώτο των επιπέδων αφορά ήδη υπάρχοντες, ή αναπτυσσόμενους, μηχανισμούς και την προσαρμογή τους στην νέα πραγματικότητα που έχει διαμορφωθεί. Πρόκειται για το «Σύμφωνο Ανάπτυξης και Σταθερότητας» καθώς και για τον «Μηχανισμό Διάσωσης» οι οποίοι, κατά κοινή ομολογία, για να λειτουργήσουν αποτελεσματικά θα πρέπει να υποστηριχθούν από πολύ περισσότερο αποτελεσματικούς μηχανισμούς διαφάνειας και επιτήρησης από αυτούς που λειτούργησαν μέχρι σήμερα, τουλάχιστον για τον πρώτο εξ αυτών. Κυρίως, όμως, θα πρέπει να λειτουργήσουν με μία διαφορετική φιλοσοφία και με ευρύτερο πνεύμα. Η περίπτωση, για παράδειγμα, της Ισπανίας, η οποία δεν είχε βεβαρημένα ελλείμματα στις δημοσιονομικές της χρήσεις στην κρίσιμη περίοδο, και παρ’ όλ’ αυτά υπέστη όλα τα δεινά της κρίσης, καθιστά φανερό ότι στα πλαίσια της ΟΝΕ, δεν είναι μόνο η δημοσιονομική πειθαρχία που έχει σημασία αλλά επίσης και παράγοντες όπως ο (εξωτερικός) δανεισμός του ιδιωτικού τομέα, το ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών, το επίπεδο των τιμών ή η ευστάθεια του τραπεζικού συστήματος, παράγοντες δηλαδή τους οποίους αγνοούσε πλήρως στην προ κρίσεως περίοδο η οικονομική φιλοσοφία της Ευρωπαϊκής Επιτροπής. (Το ερώτημα βεβαίως είναι πόσο πρακτική αξία μπορεί να έχει μία τόσο πολύπλευρη «επιτήρηση» και ποια μέσα θα είναι διαθέσιμα για την αποτελεσματική και άμεση αντιμετώπιση των τυχόν ανισορροπιών).

Το δεύτερο επίπεδο αφορά την αναγνωρισμένη ανάγκη να υπάρξει κοινή χρηματοδότηση για το χρέος των χωρών της ΟΝΕ ώστε να δημιουργηθεί μία αγορά ευρω-ομολόγων που θα έχει ικανοποιητικό «βάθος» και θα εξασφαλίζει επαρκή ρευστότητα, δηλαδή δύο στοιχεία η έλλειψη των οποίων στην περίπτωση μικρών χωρών όπως η Ελλάδα και η Πορτογαλία έχει συμβάλει ιδιαίτερα στις δυσκολίες που αντιμετωπίζουν, και που θα αντιμετωπίσουν και στο μέλλον. Πράγματι, σε μία τόσο «ρηχή» και με έλλειψη ρευστότητας αγορά όπως αυτή του ελληνικού δημόσιου χρέους, ένας επενδυτής με κερδοσκοπικές διαθέσεις μπορεί, πουλώντας μία μικρή ποσότητα ομολόγων, να προκαλέσει σημαντικές καθοδικές πιέσεις στις τιμές προκειμένου να επωφεληθεί στην συνέχεια. Επίσης, σε συνθήκες αβεβαιότητας των αγορών, ένας «συντηρητικός» επενδυτής που επιθυμεί να διαφοροποιήσει το χαρτοφυλάκιο ομολόγων του, θα δυσκολευθεί ιδιαίτερα να μην συμπεριλάβει σε αυτό τίτλους χωρών όπως η Ισπανία ή η Ιταλία, έστω και αν η φερεγγυότητα τους εμφανίζεται μειωμένη. Αντίθετα δεν θα έχει καμμία δυσκολία να μην συμπεριλάβει τίτλους της Ελλάδας και της Πορτογαλίας, οι οποίες έχουν πολύ μικρή αναλογική συμμετοχή στην συνολική ευρωπαϊκή προσφορά. Αυτό σημαίνει ότι με το ίδιο μέτρο «διάχυσης αβεβαιότητας» στην αγορά, οι τίτλοι της Ελλάδας και της Πορτογαλίας πλήττονται πολύ περισσότερο από εκείνους της Ισπανίας ή της Ιταλίας. (Κάτι που αποτελεί σοβαρό λόγο για να θεωρεί κανείς ως μάλλον υπεραισιόδοξη την προσδοκία ότι «η Ελλάδα θα ξαναβγεί στις αγορές το 2012»). Επιπλέον όμως, και πέραν των αναγκών των μικρών χωρών, η προσφορά ενιαίων τίτλων από τις χώρες της ΟΝΕ, που θα δημιουργήσει ουσιαστικό αντίβαρο στους αντίστοιχους αμερικανικούς τίτλους που προσφέρει το Treasury και θα ενισχύσει τον χαρακτήρα του ευρώ ως διεθνούς αποθεματικού νομίσματος, είναι κάτι που, πιθανότατα, θα έχει ευεργετικές επιδράσεις και στις οικονομίες των υπόλοιπων χωρών-μελών.

Εν τούτοις, μέχρι πρόσφατα, η έκδοση ευρω-ομολόγων δεν έδειχνε εφικτή, καθώς οι τεχνικές ασάφειες ενός παρόμοιου εγχειρήματος λάμβαναν και πολιτικό χαρακτήρα, δηλαδή δημιουργούσαν στις βόρειες χώρες τον φόβο ότι θα επιβαρυνθούν με αυξημένα επιτόκια προς χάριν των νοτίων. Μία πρόσφατη, πρακτική, πρόταση όμως προσφέρει την δυνατότητα να ξεπερασθεί το συγκεκριμένο πρόβλημα. Οι οικονομολόγοι Jacques Delpla και Jacob von Weiszacker (πρβλ. The Blue Bond Proposal, Bruegel Policy Brief, 2010/03, May 2010 καθώς και Jacques Delpla, «Dette bleue et dettes rouges pour sauver l’euro», Les Echos, 05/05/2010) προτείνουν τον διαχωρισμό της αγοράς του δημοσίου χρέους των χωρών της ευρωζώνης σε δύο σκέλη. Το πρώτο («κυανό») θα αφορά την από κοινού, εκ μέρους όλων των χωρών της ΟΝΕ, έκδοση ομολόγων για την κάλυψη του χρέους τους έως ποσοστού 60% του ΑΕΠ τους. Το χρέος αυτό θα έχει προτεραιότητα (seniority) όσον αφορά την εξυπηρέτησή του από τις δανειζόμενες χώρες. Η συμμετοχή της κάθε εθνικής οικονομίας στον εν λόγω μηχανισμό θα είναι εφικτή μόνο εφ’ όσον όλες οι υπόλοιπες που συμμετέχουν την κάνουν αποδεκτή, δεχθούν δηλαδή την αξιοπιστία του προϋπολογισμού της και την φερεγγυότητά της. Το δεύτερο σκέλος («ερυθρό») θα αφορά τον πέραν του 60% του ΑΕΠ δανεισμό, ο οποίος θα γίνεται, όπως και σήμερα, από κάθε χώρα ξεχωριστά. Τυχόν στάση πληρωμών ή αναδιάρθρωση του «ερυθρού» χρέους δεν θα συνεπάγεται την κήρυξη της χώρας ως υπερήμερης όσον αφορά και τις οφειλές της έναντι του «κυανού». (Κάτι που δεν ισχύει σήμερα, διότι έστω και ένας τίτλος να μην εξυπηρετηθεί εγκαίρως η χρεώστις χώρα θεωρείται νομικά ως πτωχεύσασα). Σύμφωνα με τους εισηγητές του σχεδίου η έκδοση των «κυανών» ομολόγων θα δημιουργήσει μία αγορά ανάλογη εκείνης των τίτλων του αμερικανικού δημοσίου, και θα μειώσει τα επιτόκια δανεισμού των χωρών της ευρωζώνης (για το 60% του χρέους τους πάντα) σε επίπεδα χαμηλότερα και από εκείνα με τα οποία επιβαρύνεται σήμερα η Γερμανία. Χώρες δε με υψηλό δημόσιο χρέος που θα βρεθούν αργά ή γρήγορα αντιμέτωπες με την ανάγκη της αναδιάρθρωσής του, θα έχουν την δυνατότητα να το πράξουν αυτό με πολύ πιο ήπιες επιπτώσεις απ’ ότι στις παρούσες συνθήκες, εφ’ όσον η αναδιάρθρωση θα αφορά μόνο το «ερυθρό» τμήμα του, δηλαδή το πέραν του 60% του ΑΕΠ χρέος τους. (Περιττό βεβαίως να λεχθεί ότι η υλοποίηση του ανωτέρω σχεδίου θα ήταν δώρο εξ ουρανού για την Ελλάδα).

Το σχέδιο για την έκδοση των «κυανών» ευρω-ομολόγων είναι πράγματι ευφυές και προσφέρει τις βέλτιστες πρακτικές λύσεις για μία σειρά προβλημάτων. Δυστυχώς όμως, εκτός του ότι δεν έχει κινήσει το ενδιαφέρον της Γερμανίας, ή της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, έχει και ένα άλλο αδύνατο σημείο : δεν προσφέρει εκείνη την συγκεκριμένη πολιτική λύση που χρειάζεται για την ολοκλήρωση της ευρωζώνης στο τρίτο, και πιο δύσκολο, επίπεδο, αυτό δηλαδή που αφορά την ανάγκη δημιουργίας κοινού προϋπολογισμού ο οποίος θα είναι σε θέση να πραγματοποιεί δημοσιονομικές μεταφορές μεταξύ των χωρών-μελών. Διότι είναι σαφές ότι σε μία νομισματική ένωση που δεν είναι «άριστη νομισματική περιοχή», και όπου το πλεόνασμα του ενός μέλους είναι έλλειμμα για το άλλο, ο μόνος τρόπος για να διορθώνονται οι ασυμμετρίες που δημιουργούνται και έχουν ως αποτέλεσμα ανεργία και κοινωνικές κακουχίες στις πληττόμενες περιοχές, θα ήταν η ύπαρξη μηχανισμού μεταβιβαστικών πληρωμών οι οποίες θα απάμβλυναν τις συνέπειες των κρίσεων. Αυτό συμβαίνει στο εσωτερικό των εθνικών κρατών, ακόμα και όταν έχουν ομοσπονδιακό χαρακτήρα όπως οι ΗΠΑ και η Γερμανία. (Βέβαια, είναι υποχρεωμένος κανείς να παρατηρήσει ότι μεσο-μακροχρόνια οι μεταβιβάσεις θα είχαν στις «προβληματικές» περιοχές τις ίδιες αρνητικές επιπτώσεις που είχαν οι μεταφορές πόρων μέχρι σήμερα και στην Ελλάδα : θα στρέβλωναν τις σχετικές τιμές, θα διόγκωναν τον μη παραγωγικό τομέα και θα μετέβαλαν τις οικονομίες σε «υπότροφους» των πλουσίων εταίρων τους, κάτι δηλαδή που αποτελεί τον ασφαλέστερο τρόπο για τον παραγωγικό και κοινωνικό τους εκφυλισμό).

Ούτως ή άλλως όμως, η ολοκλήρωση και σε αυτό το τρίτο επίπεδο που θα έδινε μία παράταση ζωής στην ευρωζώνη για μεγάλο χρονικό διάστημα, δεν είναι εφικτή. ‘Όποιος πήρε έστω και μία μικρή ιδέα του μίσους για την Ελλάδα που τροφοδότησε στην γερμανική κοινή γνώμη «το σχέδιο διάσωσής» της και η συμμετοχή της Γερμανίας σε αυτό, (με το αζημίωτο μάλιστα), με ποσό 22 δισεκατομμυρίων ευρώ, είναι σε θέση να καταλάβει πολύ καλά ότι ουδείς πολιτικός θα ήταν σε θέση να επιβάλει στους φορολογούμενους της συγκεκριμένης χώρας την υποχρέωση να επιβαρύνονται, για ένα απροσδιόριστο χρονικό διάστημα, με τις δαπάνες της ενίσχυσης των οικονομιών της Ελλάδας, της Ιταλίας, της Ισπανίας, της Πορτογαλίας, της Ιρλανδίας και ποιος ξέρει ακόμη ποιας άλλης χώρας. Από την άλλη πλευρά πάλι, ο πολιτικός που θα επιχειρούσε κάτι παρόμοιο πράγματι θα εγκληματούσε εις βάρος της εθνικής οικονομίας του, και αυτό ασχέτως των αντιδράσεων των πολιτών. Ούτε η Γερμανία, ούτε όλος ο αναπτυγμένος Βορράς της ευρωζώνης στο σύνολό του, έχουν την δυνατότητα να επωμισθούν τα δημοσιονομικά άχθη αφ’ ενός της απαλλαγής των χωρών του Νότου από την σημερινή τοκοχρεολυτική τους επιβάρυνση και αφ’ ετέρου της συνέχισης της ομαλής λειτουργίας μίας νομισματικής ένωσης που δεν εδράζεται σε οικονομικά λειτουργικές αρχές. Εάν επιχειρούσαν κάτι τέτοιο το αποτέλεσμα θα ήταν ότι η «εντροπία» που εξήγαγαν, στην προηγούμενη φάση, στον Νότο οι χώρες του Βορρά, λόγω της λανθασμένης αρχιτεκτονικής σύλληψης της ΟΝΕ, θα πολλαπλασιαζόταν με ταχύτατο ρυθμό και θα καταλάμβανε όλη την έκταση της ευρωζώνης, επιστρέφοντας με εξαιρετική σφοδρότητα και εκεί απ’ όπου ξεκίνησε για να οδηγήσει συνολικά την ευρωπαϊκή ήπειρο σε δημοσιονομική πτώχευση και βαθύτατη οικονομική κρίση.

Κατά συνέπεια το εγχείρημα της ΟΝΕ, σήμερα, παραμένει μετέωρο. Δεν μπορεί να κινηθεί προς την ακύρωσή του ή την θεσμική (αυτο)υποβάθμισή του, διότι αυτό θα ήταν αδιανόητο πολιτικά καθώς θα σηματοδοτούσε ενδεχομένως, το τέλος του οράματος της Ενωμένης Ευρώπης, ενώ θα ήταν και καταστροφικό οικονομικά, δεδομένου ότι η αποχώρηση από μία νομισματική ένωση είναι πολύ πιο αποσταθεροποιητική και δαπανηρή απ’ ότι η είσοδος σε αυτήν. Δεν μπορεί όμως να κινηθεί και προς την δημοσιονομική του ολοκλήρωση διότι αυτό δεν είναι εφικτό ούτε πολιτικά, καθώς δεν γίνεται αποδεκτό από όσους θα κληθούν να επωμισθούν τα σχετικά βάρη, αλλά ούτε και οικονομικά, εφ’ όσον η «οικονομική διακυβέρνηση» δεν θα είναι σε θέση να μεταβάλλει τις ασύμπτωτες πορείες των επί μέρους οικονομιών που συνθέτουν την ΟΝΕ ή να διορθώσει τις θεμελιακές ασυμμετρίες επί των οποίων έχει οικοδομηθεί.

Με τα δεδομένα αυτά, τόσο επειδή κανείς δεν επιθυμεί να αναλάβει την πρωτοβουλία οδυνηρών πράξεων, όσο και διότι η καλλιέργεια της ελπίδας είναι το χαρακτηριστικό του ανθρώπινου είδους, το πιθανότερο είναι ότι για μία χρονική περίοδο η ΟΝΕ θα παραμείνει στο σημερινό της αδιέξοδο και όλες οι προσπάθειες θεραπείας της θα έχουν «τεχνικό» χαρακτήρα, όπως «αυστηρότερη επιτήρηση των ελλειμμάτων» κλπ. Αυτό βέβαια θα καταδικάσει όχι μόνο τις χώρες του Νότου αλλά και όλη την ευρωζώνη σε στασιμότητα και μαρασμό, όπως ήδη δείχνουν οι ρυθμοί ανάπτυξης της που υπολείπονται σημαντικά εκείνων των ανταγωνιστών της. Όμως δεν θα πρέπει να περιμένει κανείς δραστικές εξελίξεις πριν αυτές επιβληθούν, αργά ή γρήγορα, από την ίδια την πραγματικότητα. Διότι, δυστυχώς, όσοι θεωρούν την ΟΝΕ μεσο-μακροπρόθεσμα καταδικασμένη δεν κινούνται πάντα, και όλοι, από φθόνο και ανταγωνιστικά, ή αντι-ευρωπαϊκά συναισθήματα. Ασχέτως με το αν υπάρχει ή όχι εξω-ευρωπαϊκή κακοβουλία, (που πράγματι υπάρχει), το πρόβλημα είναι πραγματικό και βρίσκεται στην ίδια την αρχιτεκτονική της η οποία προσπάθησε να επιτύχει έναν, ευγενή και οραματικό ίσως, πολιτικό στόχο παραβλέποντας, ή υποτιμώντας, αδήριτες κοινωνικο-οικονομικές πραγματικότητες. Η Ιστορία όμως διδάσκει πως όλα τα παρεμφερή «θελησιαρχικά» εγχειρήματα καταλήγουν σε αποτυχία.

———————————————————————————————————–

Βιβλιογραφικὴ σημείωση – Ἱστορικὸ δημοσιεύσεως

. A. Ιωάννου, «Η επισφαλής ατραπός της ΟΝΕ», ∆ελτίο Ανάλυσης, Επιστημονικό Κέντρο Ανάλυσης και Σχεδιασμού, Υπουργείο Εξωτερικών, τεύχος 60, σ. 14-27, Μάιος 2010.

Advertisements