Από τους ψευτοεκσυγχρονιστές στους ψευτοπατριώτες

by ggeorgan

Δημήτρης Α. Ιωάννου1

Ιανουάριος 2012

Οι ψευτοεκσυγχρονιστές

Η απόφαση για την συμμετοχή της ελληνικής οικονομίας στην ευρωζώνη υπήρξε λανθασμένη και, δυστυχώς, καταστροφική. Ελήφθη άκριτα μέσα στο γενικότερο κλίμα ευρωπαιοπληξίας που επικρατούσε την προηγούμενη τριακονταετία. Κοινό στοιχείο στις δοξασίες που έθαλλαν εντός αυτού ήταν η βαθέως εμπεδωμένη, και μηδέποτε επαληθευθείσα, πεποίθηση πως όποιο και αν ήταν το πρόβλημα που αντιμετωπίζει η χώρα θα μπορούσε να επιλυθεί, (και μάλιστα ακόπως), αρκεί να ετίθετο εντός των καταλλήλων «ευρωπαϊκών πλαισίων» ώστε να αναλάβουν την ευθύνη του η σοφία της Εσπερίας, η μεγάθυμη γενναιοδωρία των εταίρων μας και η ενδιάθετη ροπή του ευρωπαϊκού πνεύματος προς την δικαιοσύνη και την ισονομία. Κατά καιρούς, με αυτόν τον παραισθησιακό τρόπο, επιχειρήσαμε να λύσουμε όχι μόνο όλα τα μείζονα προβλήματα που μας απασχολούν, (ενίοτε μάλιστα πανηγυρίζοντας και προκαταβολικά), όπως η τουρκική επιθετικότητα, το ονοματολογικό των Σκοπίων, η παράνομη μετανάστευση, αλλά και οτιδήποτε άλλο μας συνέβαινε, και μας στενοχωρούσε, σε εθνικό συλλογικό επίπεδο. Γενναίοι ευρωπαϊστές και ατρόμητοι εκσυγχρονιστές δοξάστηκαν και καταγράφηκαν με χρυσά γράμματα στις δέλτους της Ιστορίας, μόνο και μόνο για το ακατάλυτο θάρρος και την απαράμιλλη ευφυΐα που επέδειξαν αρνούμενοι να ασχοληθούν οι ίδιοι με την επίλυση των χαινόντων προβλημάτων της χώρας και παραπέμποντάς τα στην «ευρωπαϊκή διάστασή» τους για να επιλυθούν εκεί, αρμοδίως και ως έδει.

Η συλλογική αυτή εθνική «καθήλωση», ήδη από τα τέλη της δεκαετίας του 1970, οδήγησε την Ελλάδα στο να εγκαταλείψει ουσιαστικά κάθε προσπάθεια να εξελιχθεί αυτόνομα και αυτοδύναμα ως κοινωνία (ούτως ώστε, πλην όλων των άλλων, να είναι και ένας σωστός Ευρωπαίος εταίρος). Κατέστησε πλειοψηφούσα και κυρίαρχη πολιτική ιδεολογία μία πυρέσσουσα και διάπυρη ειδωλολατρική εξιδανίκευση των Βρυξελλών (νοουμένων ως ιερού τόπου του εκσυγχρονιστικού ιδεώδους), δίνοντας βεβαίως, εκ παραλλήλου, πλούσιο πεδίο έμπνευσης στους κωμωδιογράφους – του παρόντος αλλά και του μέλλοντος. έτσι όμως επιβράδυνε, εάν δεν ακινητοποίησε πλήρως, την φυσιολογική πορεία συλλογικής αυτογνωσίας, καθώς και την οργανική εξέλιξη μετασχηματισμού και προόδου που χαρακτηρίζει κάθε κοινωνία που, με τον ένα ή με τον άλλο τρόπο, έχει εμπλακεί στην δυναμική της νεωτερικότητας.

Σημαίνει αυτό, μήπως, ότι η Ελλάδα δεν έπρεπε κάποια στιγμή να είχε γίνει μέλος της ΕΕ, ή ότι θα πρέπει να αποχωρήσει από αυτήν; Φυσικά και όχι. Σημαίνει όμως πως το κλειδί για την πρόοδο βρισκόταν πάντοτε στο εσωτερικό της και πουθενά αλλού. Η καλλιέργεια, εκ μέρους των κάθε λογής ψευδοεκσυγχρονιστών, και η ακώλυτη αποδοχή εκ μέρους της λαού, της ψευδαίσθησης ότι η πρόοδος και η ευημερία της χώρας δεν απαιτούσαν ιδρώτα και δάκρυα αλλά θα έπεφταν επάνω σε όλους σαν χρυσή βροχή από τον -ευρωπαϊκό ουρανό, υπήρξε καιροσκοπικό ατόπημα των μεν, και θεμελιώδες σφάλμα των δε.

Εντελώς φυσιολογικά, λοιπόν, και η παρείσφρηση της Ελλάδος στην ευρωζώνη αποδεικνύεται λανθασμένη ως στρατηγική επιλογή διότι, στην επιδίωξη δύο αφηρημένων και επισφαλών στόχων, εγκαταλείφθηκαν μηχανισμοί και δικλείδες ασφαλείας με νευραλγική σημασία για την ελληνική κοινωνία και οικονομία. Τα δύο μείζονα οφέλη τα οποία υποτίθεται πως θα προσποριζόταν η Ελλάδα ήταν το πρώτο, μεν, πολιτικό, δηλαδή η περίφημη συμμετοχή της στον «σκληρό πυρήνα» της Ευρώπης, το δεύτερο, δε, οικονομικό, δηλαδή η εμπέδωση συνθηκών χρηματοπιστωτικής σταθερότητας, και η συνεπαγόμενη επάρκεια κεφαλαίων και αναβάθμιση του αναπτυξιακού της δυναμικού. Δυστυχώς όμως η εμπειρία απέδειξε ότι οι προσδοκίες αποτελούσαν φενάκη: στον πραγματικό «σκληρό πυρήνα» της Ευρώπης συμμετέχουν μόνο όσες χώρες το δικαιούνται τοις πράγμασι, δηλαδή όσες διαθέτουν σταθερότητα και πολιτικο-οικονομική ρώμη, και όχι όσες δεν έχουν να προσάγουν παρά μόνο αστάθεια, αδολεσχία και κουτοπονηριά. όσο για την χρηματο-πιστωτική σταθερότητα, αυτή πρέπει να εκκινεί από, και να στηρίζεται στο, εσωτερικό της εθνικής οικονομίας, και δεν είναι δυνατόν να εισαχθεί από το εξωτερικό.

Έναντι όμως αυτών των κατά φαντασίαν ωφελημάτων η χώρα απεκδύθηκε τα στρατηγικά εκείνα εργαλεία οικονομικής πολιτικής που εμπόδιζαν την κατάρρευση της οικονομικής της δομής.

-Στερήθηκε την δυνατότητα ευέλικτης συναλλαγματικής πολιτικής μέσω ενός εθνικού νομισματικού συστήματος. Σε καθεστώς «δραχμής» η αναπόφευκτη υποτίμηση της εξωτερικής της αξίας θα ανέκοπτε την κατάρρευση της ανταγωνιστικότητας της ελληνικής οικονομίας, που παρατηρήθηκε στην δεκαετία 1999-2009. Επίσης, κάθε εγκληματική πολιτική υπερχρέωσης της οικονομίας, για μικροπολιτικούς λόγους, δεν θα ήταν, πέραν ενός ορίου, εφικτή διότι θα την ακύρωναν οι ισχυρότατες υποτιμητικές πιέσεις επί του εθνικού νομίσματος.

-Στερήθηκε την δυνατότητα να ασκεί νομισματική πολιτική που να αντιστοιχεί στον «κύκλο» της ελληνικής οικονομίας. Η νομισματική πολιτική της ΕΚΤ στην κρίσιμη δεκαετία, ακολουθώντας τον κανόνα one size fits all, μοιραία ήταν προσαρμοσμένη στις ανάγκες των οικονομιών της Βόρειας Ευρώπης. Τα αρνητικά πραγματικά επιτόκια που αυτό επέβαλε στην ελληνική οικονομία την παρώθησαν να λειτουργεί σε διαρκείς συνθήκες «υπερθέρμανσης», η οποία ήταν και η αιτία της έξαρσης και διόγκωσης των διαρθρωτικών της προβλημάτων από, και για, τα οποία θα υποφέρει για πολλά χρόνια στο μέλλον.

-Επίσης (αν και αυτό δεν προβλεπόταν θεωρητικά), ευρισκόμενη σε συνθήκες δημοσιονομικής χρεοκοπίας, η Ελλάδα στερήθηκε και την δυνατότητα άσκησης δημοσιονομικής πολιτικής, με την έννοια ότι δεν είναι σήμερα σε θέση να υιοθετήσει την λύση έσχατης ανάγκης των υπερχρεωμένων χωρών, δηλαδή την νομισματοποίηση του χρέους της.

Πέραν δε αυτών η ελληνική οικονομία με την εισδοχή της στην ευρωζώνη επέβαλε στον εαυτό της μία μόνιμη διαρθρωτική δυσπλασία : από την στιγμή που απέκτησε κοινό νόμισμα με τις πιο παραγωγικές οικονομίες της Βόρειας Ευρώπης, εσωτερίκευσε μία συγκεκριμένη σχέση στις τιμές μεταξύ των προϊόντων του διεθνώς ανταγωνιστικού τομέως, εκείνου δηλαδή που παράγει για την διεθνή αγορά υπό τον αδήριτο περιορισμό της ενιαίας τιμής («ίδια τιμή για ίδιο προϊόν»), και των τομέων όπου η τιμή των προϊόντων τους, επειδή παράγονται και διακινούνται μόνο εγχωρίως μακριά από τις πιέσεις του διεθνούς ανταγωνισμού, διαμορφώνεται στο εσωτερικό της χώρας. Αυτό δημιουργεί ένα βασικό πρόβλημα ισορροπίας και ευστάθειας της ελληνικής οικονομίας: εφ’ όσον το νόμισμα είναι, και παραμένει, κοινό, κάθε φορά που η αύξηση στο επίπεδο των ονομαστικών τιμών στην Ελλάδα θα υπερβαίνει τον πληθωρισμό στις άλλες χώρες της νομισματικής ένωσης, θα υπάρχουν ισχυρές ροπές στην οικονομία για μεταφορά παραγωγικών πόρων από τον μη-προστατευμένο, ανταγωνιστικό τομέα των «διεθνώς εμπορευσίμων» αγαθών (που δεν μπορεί να αυξήσει τις τιμές του σε εθνικό επίπεδο), στον προστατευμένο τομέα των «διεθνώς μη-εμπορευσίμων» αγαθών όπου οι αυξανόμενες τιμές προσφέρουν μεγαλύτερο περιθώριο κέρδους. έτσι, χωρίς να έχει υπάρξει καμμία αλλαγή στα επίπεδα παραγωγικότητας των δύο τομέων, οι «όροι εμπορίου» μεταξύ τους θα έχουν επιδεινωθεί εις βάρος του παραγωγικού τομέα, καθαρά για νομισματικούς λόγους. Αυτό είναι καταστροφικό για την μακροχρόνια ανάπτυξη διότι ο προστατευμένος τομέας της οικονομίας (δηλαδή το κράτος, οι οικοδομές, το εμπόριο και οι υπόλοιπες υπηρεσίες) χαρακτηρίζεται από στασιμότητα της παραγωγικότητάς του, ενώ παράλληλα η υπερδιόγκωσή του, εις βάρος του ανταγωνιστικού τομέα, δημιουργεί ροπές για αύξηση των εξωτερικών ελλειμμάτων αφού η συρρίκνωση του τελευταίου επιτρέπει όλο και λιγότερο την κάλυψη της ζήτησης «διεθνώς εμπορευσίμων» από την εγχώρια παραγωγή. Αποτέλεσμα είναι να εξάγονται θέσεις εργασίας και εισόδημα (με την μορφή χρέους) στο εξωτερικό.

Οι ψευτοαγανακτισμένοι

Με την είσοδο στην ευρωζώνη η κατάρρευση της ελληνικής οικονομίας ήταν a disaster in waiting. Αυτό βεβαίως ενισχύθηκε περαιτέρω και από την ύπαρξη οικονομικών ιθυνόντων οι οποίοι είχαν βαθειά μεσάνυχτα σχετικά με το τι σημαίνει «νομισματική ένωση», αλλά και πολιτικών ηγεσιών που δεν ενδιαφέρονταν για τίποτε άλλο παρά για την βραχυπρόθεσμη παράταση της παραμονής τους στην εξουσία μέσω των, κάθε είδους, εκτεταμένων παροχών προς τους ψηφοφόρους τους. Παρά δε το γεγονός ότι η κατάρρευση θα ήταν δυνατόν να συμβεί με πολλούς τρόπους, η φιλοπαίγμων ειμαρμένη επέλεξε να συμβεί με τον πλέον ειρωνικό, δηλαδή μέσω μίας overdose του βασικού οικονομικού ωφελήματος που η συμμετοχή στην ευρωζώνη υποτίθεται ότι θα προσέφερε στην ελληνική οικονομία: της επάρκειας χρηματο-πιστωτικών πόρων. Και τούτο διότι η δημιουργία της ευρωζώνης συνέπεσε με το διεθνές φαινόμενο που έγινε γνωστό από τον Ben Bernanke ως global savings glut. Τεράστια ποσά κεφαλαίου ανά την υφήλιο αναζητούσαν επικερδείς, αλλά και ασφαλείς, τοποθετήσεις. Τι το καλύτερο λοιπόν από τα κρατικά ομόλογα μίας ευρωπαϊκής χώρας, την οποία προστάτευε η αξιοπιστία του κοινού ευρωπαϊκού νομίσματος; Οι πολιτικές και νομισματικές αρχές της Ελλάδας δεν παρέλειψαν να αδράξουν την λαμπρή ευκαιρία και να προσφέρουν στην ελληνική οικονομία άφθονη ρευστότητα, και πρωτόγνωρη ευημερία! Ακόμη, άλλωστε, και αν κάποιος, θεωρητικά, διαφωνούσε δεν θα μπορούσε να κάνει πολλά πράγματα για να ανατρέψει την καλπάζουσα «υπερθέρμανση», την υπερχρέωση και την ανατροπή του έρματος στο σκάφος της ελληνικής οικονομίας. Από την στιγμή που τα βραχυπρόθεσμα επιτόκια δανεισμού της ΕΚΤ ήταν τόσο χαμηλά για τα δεδομένα της ελληνικής οικονομίας, τα μακροχρόνια – καθώς δεν υπήρχε και risk premiumδεν γινόταν να είναι πολύ υψηλότερα. Και αφού μπορείς να έχεις τα περισσότερα, γιατί να μένεις στα λιγότερα; Η Ελλάδα δανείσθηκε όσο πιο πολύ μπορούσε. Φανερά αλλά και κρυφά. Μέσω του δημοσίου (κυρίως) αλλά και μέσω του τραπεζικού τομέα.

Το αποτέλεσμα ήταν μία τρελή δεκαετία «υπερθέρμανσης», υπερχρέωσης και ραγδαίας μετατόπισης των δομικών ισορροπιών της οικονομίας. Η υπερβάλλουσα ρευστότητα ασκούσε διαρκώς αυξητικές πιέσεις στο επίπεδο των τιμών. όχι όμως όλων των προϊόντων. Αυτά που προέρχονταν από τον μηπροστατευμένο, ανταγωνιστικό τομέα, παρέμεναν σταθερά, διότι η (factory gate) τιμή τους καθοριζόταν, όπως πάντοτε, σε διεθνές επίπεδο. (Η «μικρή ανοικτή οικονομία» της Ελλάδας είναι «λήπτρια τιμών»: οι μεταβολές στην ζήτησή της είναι σταγόνα στον ωκεανό για την παγκόσμια οικονομία και συνεπώς έχουν μηδενική επίδραση στο διεθνές επίπεδο των τιμών). Αυξάνονταν οι τιμές μόνο των «διεθνώς μη-εμπορευσίμων» προϊόντων. Γεγονός που είχε σαν αποτέλεσμα οι παραγωγικοί πόροι να εγκαταλείπουν τον πρώτο τομέα και να μεταφέρονται στον δεύτερο, όπου η αύξηση των τιμών δημιουργούσε μεγαλύτερα περιθώρια αμοιβών για τους συντελεστές της παραγωγής. Έτσι ήταν πιο επικερδές να εισάγεις προϊόντα από το εξωτερικό και να τα εμπορεύεσαι, παρά να τα παράγεις εγχωρίως. Τελείως φυσιολογικά, στην δεκαετία μέχρι το 2009, η Ελλάδα είχε μέσο ετήσιο έλλειμμα εξωτερικών συναλλαγών που πλησίαζε στο 10% του ΑΕΠ. Το 2008 προσέγγισε το δυσθεώρητο ύψος του 15%. Παράλληλα, δεδομένου του ότι οι αμοιβές καθοριζόντουσαν με βάση το κριτήριο πως έπρεπε να «συλλάβουν» όλον τον πληθωρισμό ώστε να «διαφυλάξουν» το εισόδημα των εργαζομένων, οι αυξήσεις τους ακολουθούσαν το μέσο επίπεδο τιμών, ανεξαρτήτως του επιπέδου της παραγωγικότητας. Αποτέλεσμα ήταν να διαβρώνεται ταχέως η ανταγωνιστικότητα της ελληνικής οικονομίας, (στον τομέα των «διεθνώς εμπορευσίμων»). Για παράδειγμα, σε σύγκριση με την Γερμανία, τον μεγαλύτερο εμπορικό μας εταίρο στην ευρωζώνη, η μισθολογική δαπάνη ανά μονάδα προϊόντος, στην διάρκεια της δεκαετίας, εκτιμάται ότι αυξήθηκε από 20 έως 40%. Κάπως μικρότερη, αλλά αντίστοιχα καταστροφική, ήταν η αύξηση σε σχέση με τις υπόλοιπες χώρες της ευρωζώνης. Και φυσικά ούτε λόγος να γίνεται για την σχέση με διάφορες άλλες (τις πιο σημαντικές για εμάς) ανταγωνίστριες χώρες, εκτός ευρωζώνης, τις οποίες η υποτίμηση του νομίσματός τους κατέστησε πολλαπλάσια ανταγωνιστικές εν συγκρίσει με την Ελλάδα.

Παράλληλα, και φυσικώ τω λόγω, εν μέσω της χρηματοπιστωτικής πληθώρας, όχι μόνο η παραδοσιακή λεηλασία του δημοσίου τομέα καθίστατο ευκολότερη αλλά, επίσης, και περισσότερο ανεκτή από το κοινωνικό σώμα : αφού υπήρχαν λεφτά για όλους δεν χρειαζόταν ιδιαίτερη στενοχώρια επειδή κάποιοι έκλεβαν περισσότερο του συνήθους.

Συνεπώς, ό,τι συνέβη στην Ελλάδα, από την είσοδο της στην ευρωζώνη έως την εκδήλωση της κρίσης το 2009, δεν ήταν απλά μία τραγική υπερχρέωση του δημόσιου τομέα. Ταυτόχρονα, εξ αιτίας της απατηλής νομισματικής σταθερότητας που μέχρι τότε προσέφερε το ευρώ, αυτό που συνέβαινε ήταν, επίσης, μία διαρκής «εσωτερική ανατίμηση», που κατέστρεψε ανεπανόρθωτα τον ήδη ισχνό παραγωγικό τομέα της χώρας. (Γιατί η «καλή» ανατίμηση προέρχεται από την αύξηση της παραγωγικότητας. Εκείνη που οφείλεται σε χρηματο-νομισματικές αιτίες είναι πάντοτε νοσηρή-ενίοτε δε και καταστροφική). Παράλληλα δε, -για κάποιον όχι εντελώς ανεξήγητο λόγο ήταν και μία συνεχής απόπτωση κάθε ηθικής, αλλά και λογικής, λειτουργίας της ελληνικής κοινωνίας.

Σήμερα οι ψευτοαγανακτισμένοι φωνασκούν και διαμαρτύρονται, ισχυριζόμενοι ότι «δεν ήξεραν» και ότι εξαπατήθηκαν. όμως δεν χρειαζόταν την εποχή του μεγάλου πανηγυριού να είναι κανείς διδάκτορας του Χάρβαρντ στην οικονομία για να καταλάβει τι συμβαίνει: κάθε έντιμος πολίτης το αντιλαμβανόταν καθαρά βλέποντας ποιοι αμείβονταν, ποιοι πλούτιζαν, ποιοι διορίζονταν, ποιοι, πως και πόσο ευημερούσαν. Οι μόνες λειτουργίες της ελληνικής κοινωνίας που ήταν παντελώς ασυσχέτιστες μεταξύ τους, στην διάρκεια της περιόδου, ήταν η εργασία και ο πλουτισμός. Εκείνοι που «δεν καταλάβαιναν» ήταν όσοι – σημαντικοί όντες ή ασήμαντοι υπήρξαν συνυπεύθυνοι και συμμέτοχοι της εκτροπής, έχοντας την ψευδαίσθηση πως αυτή θα διαρκέσει απείρως και δεν θα έχει ποτέ δυσμενή κατάληξη.

Οι ψευτοκεϋνσιανοί

Στο τέλος του 2009 η χώρα βρισκόταν σε κατάσταση πλήρους ταμειακής και λειτουργικής χρεοκοπίας. Εάν υπάρχει κάτι που είναι ακόμη πιο εξοργιστικό από την ανέμελη περιδιάβαση της προηγούμενης δεκαετίας, αυτό είναι οι επαίσχυντοι ισχυρισμοί ότι η σημερινή κατάρρευση οφείλεται στο σταθεροποιητικό πρόγραμμα της ελληνικής οικονομίας. Και επίσης οι ισχυρισμοί ότι υπήρχαν, και υπάρχουν, «άλλες» δυνατότητες διαφυγής από την κρίση μέσω μίας πολιτικής τόνωσης της ζήτησης, που δεν θα περιορίζει τα εισοδήματα των εργαζομένων αλλά θα επικεντρώνεται στην ανάπτυξη και θα επιρρίπτει το βάρος στους ξένους δανειστές. Στο πνεύμα αυτό διάφοροι σύγχρονοι λαοκράτες-πατριώτες, από όλες τις πλευρές του πολιτικού φάσματος, αναφέρονται στην ανάγκη μίας κεϋνσιανής πολιτικής τόνωσης της οικονομίας. Μόνο που όσοι εξ αυτών είναι ψεύτες ψεύδονται και όσοι είναι αστοιχείωτοι αερολογούν.

Όταν ο Κέυνς το 1936 δημοσίευε την «Γενική Θεωρία» η Μεγάλη Βρετανία, στην οποία αναφερόταν, ήταν μία χώρα η οποία είχε εξέλθει πέντε χρόνια νωρίτερα από τον «κανόνα χρυσού» ενώ είχε το δικό της νόμισμα και την δική της Κεντρική Τράπεζα με δυνατότητες αυτόνομης νομισματικής πολιτικής. Οι απόψεις που διατύπωσε στην «Γενική Θεωρία» έχουν, τω όντι, επανειλημμένως επαληθευθεί από την εμπειρία, σε αντίθεση με διάφορες αντίδικες θεωρίες (από τον νομισματισμό μέχρι τις «ορθολογικές προσδοκίες») που η δοκιμασία της πραγματικότητας έχει αμείλικτα κονιορτοποιήσει. Αλλά αυτό δεν σημαίνει τίποτε για το σημερινό πρόβλημα της Ελλάδας. Και ο Μέσι είναι καταπληκτικός παίκτης, όμως δεν θα τα κατάφερνε στο ΝΒΑ. Ούτε τα αντι-υπερτασικά χάπια έχουν χρησιμότητα όταν θέλεις να θεραπεύσεις ένα συντριπτικό κάταγμα. Η «Γενική Θεωρία» αφορά μία οικονομία που δεν ακολουθεί τον «κανόνα χρυσού», έχει δικό της νόμισμα και δική της νομισματική (και φυσικά δημοσιονομική) πολιτική, και δεν βρίσκεται σε συνθήκες χρεοκοπίας. Επίσης, πράγμα που είναι ακόμη πιο σημαντικό, είναι μία θεωρία για την αντιμετώπιση κρίσεων υποκατανάλωσης, και μάλιστα υποκατανάλωσης των προϊόντων του παραγωγικού ανταγωνιστικού τομέα της οικονομίας. Σε μία κρίση υποκατανάλωσης, για λόγους που σχετίζονται με στοιχεία βραχυπρόθεσμης συμπεριφοράς των καταναλωτών και των επενδυτών, η οικονομική δραστηριότητα τείνει να κατέλθει σε επίπεδα λειτουργίας που υπολείπονται του συνολικού δυναμικού της, με αποτέλεσμα την υποαπασχόληση των συντελεστών της παραγωγής. Κατάσταση που είναι αντιστρέψιμη με το κατάλληλο μίγμα δημοσιονομικής και νομισματικής πολιτικής.

Τίποτε δεν θα μπορούσε να είναι μακρύτερα σε όλα αυτά όσο οι συνθήκες της σημερινής ελληνικής κρίσης. Εδώ έχουμε την περίπτωση μίας οικονομίας ή οποία ακολουθεί έναν οιονεί «κανόνα χρυσού», εφ’ όσον δεν ελέγχει το νόμισμα στο οποίο συναλλάσσεται και δεν μπορεί να το υποτιμήσει. Επίσης δεν έχει δυνατότητα κατά βούλησιν άσκησης δημοσιονομικής πολιτικής, καθ’ ότι τυγχάνει χρεοκοπημένη. (Βέβαια αυτό αντιστοιχεί από μόνο του στον γνωστό πρώτο από τους 52 λόγους για τους οποίους ο πλοίαρχος δεν διέταξε κανονιοβολισμούς: διότι δεν είχε πυρομαχικά ! Η υπόλοιπη συζήτηση είναι απλώς ακαδημαϊκή). Το σημαντικότερο, όμως, είναι ότι η Ελλάδα σήμερα δεν αντιμετωπίζει μία κρίση υποκατανάλωσης που οφείλεται σε κάποια αύξηση της ροπής για αποταμίευση ή στην μεταστροφή των «αγελαίων ενστίκτων» των επιχειρηματιών, δηλαδή στις δύο σημαντικότερες, κατά την κεϋνσιανή θεωρία, αιτίες για τις οποίες δημιουργούνται υφεσιακές τάσεις υποχρησιμοποίησης των παραγωγικών συντελεστών. Αντιμετωπίζει, αντιθέτως, μία κρίση υπερσυσσώρευσης, δηλαδή μία κρίση στην οποία το πρόβλημα προέρχεται από το γεγονός ότι κατά την διάρκεια μίας ολόκληρης αναπτυξιακής περιόδου ένα σημαντικό ποσοστό των επενδύσεων, εξ αιτίας εσφαλμένων εκτιμήσεων και προσδοκιών, κατευθύνθηκε σε κλάδους και τομείς όπου μεσομακροπρόθεσμα δεν υφίστανται δυνατότητες κερδοφορίας. Πρόκειται για μία υπερσυσσώρευση η οποία στην ελληνική οικονομία έλαβε χώρα, κυρίως, στην προηγούμενη δεκαετία και αφορούσε τους προστατευμένους κλάδους της, δηλαδή εκείνους που χαρακτηρίζονται από χαμηλή μέση παραγωγικότητα, κλάδους η μεγέθυνση των οποίων σε συνθήκες υγιούς ανάπτυξης έπεται, και δεν προηγείται, της μεγεθύνσεως του ανταγωνιστικού τομέως με την υψηλή μέση παραγωγικότητα.

Συνεπώς στην Ελλάδα κατά την προηγούμενη δεκαετία, λόγω των στρεβλωτικών επιδράσεων που ασκήθηκαν στην οικονομία εξ αιτίας της συμμετοχής στην ευρωζώνη, οι παραγωγικοί συντελεστές εγκατέλειψαν τον, ήδη ισχνό, διεθνώς ανταγωνιστικό τομέα για να στραφούν, παράλληλα με το όλο και πιο υπερτροφικό κράτος, στους πρόσκαιρα αλλά εξαιρετικά προσοδοφόρους κλάδους των κατασκευών, του εμπορίου και των άλλων υπηρεσιών. (Οι νέες επενδύσεις που πραγματοποιήθηκαν, στην συγκεκριμένη περίοδο, στην συντριπτική τους πλειοψηφία κατευθύνθηκαν προς τα εκεί). Και τούτο διότι η ακραία, (αλλά και παροδική), έξαρση του καταναλωτισμού, η οποία τροφοδοτήθηκε, κυρίως, από την άκρατη δημόσια δαπάνη, δημιούργησε ανορθολογικές και πεπλανημένες προσδοκίες. Οι συντελεστές της οικονομίας μετέφεραν την δραστηριότητά τους στον τομέα των «διεθνώς μη εμπορευσίμων» αγαθών προσβλέποντας, λανθασμένα, σε μία σταθερή διαχρονική ροή εισοδήματος στην ελληνική οικονομία, η οποία εν τούτοις δεν ήταν εφικτή διότι ο μεν υπερδανεισμός ήταν δυνητικά βραχύβιος ο δε πεισιθάνατος παραγωγικός τομέας δεν είχε διαχρονικά την απαραίτητη δυναμική για να την δημιουργήσει και να την υποστηρίξει. (Ο ίδιος περίπου μηχανισμός, αν και με διαφορετικούς «ιμάντες μεταβίβασης» και σε λιγότερο καταστροφικές διαστάσεις, λειτούργησε και στις άλλες χώρες της κρίσης, δηλαδή στην Πορτογαλία, την Ιρλανδία και την Ισπανία-απόδειξη ότι μία ενιαία νομισματική πολιτική έχει τελείως διαφορετικά αποτελέσματα στον Νότο της Ευρώπης απ’ ότι στον Βορρά). Εάν υπήρχε υγιής επένδυση στον παραγωγικό τομέα δεν θα επρόκειτο για υπερσυσσώρευση: η ελληνική είναι μία «μικρή ανοικτή οικονομία» και κάθε αύξηση της ανταγωνιστικής παραγωγής της σε «διεθνώς εμπορεύσιμα» προϊόντα μπορεί εύκολα να απορροφηθεί από την αχανή διεθνή αγορά. Πρόκειται όμως για κρίση υπερσυσσώρευσης ακριβώς διότι το μεγαλύτερο μέρος της πρόσφατης επένδυσης στον μη παραγωγικό τομέα δεν είναι βιώσιμο και μοιραία θα απαξιωθεί. Δυστυχώς, δε, η μόνη διαδικασία θεραπείας που γνωρίζουν τόσο η φύση όσο και η οικονομία για παρόμοιες κακοήθεις «υπερπλασίες» είναι η «εκκαθάριση» (liquidation). Σε οικονομικό και κοινωνικό επίπεδο αυτό δημιουργεί ροπές για μακροχρόνια αναπτυξιακή στασιμότητα, ανεργία και κοινωνικό μαρασμό. Η πρώτη και πλέον βασική προϋπόθεση για να εφαρμοσθεί μία αντίρροπη πολιτική με στόχο, αφ’ ενός μεν, την απομείωση των συνεπειών της αναπόφευκτης αυτής επώδυνης διαδικασίας και, αφ’ ετέρου, την επιβράχυνσή της, είναι να έχει καταστεί πλήρως αντιληπτό τι ακριβώς συμβαίνει και σε τι συνίσταται το πρόβλημα. Πράγμα που κάθε άλλο παρά ισχύει στην χώρα μας, σήμερα.

Εάν υποθέσουμε ότι φιλέλληνες εξωγήινοι από τον Σείριο δάνειζαν στην Ελλάδα τα (άγνωστα) εκείνα ποσά τα οποία απαιτούν οι επιχώριοι κεϋνσιανοί της συμφοράς να διατεθούν για να «ξεκινήσει και πάλι η ανάπτυξη», ποιο θα ήταν, άραγε, το αποτέλεσμα ; Εάν δεχθούμε ότι θα «ξανάρχιζε η ανάπτυξη» το αποτέλεσμα θα ήταν να συνεχισθεί ακριβώς αυτό που γινόταν μέχρι το 2008. Με προφανή κατάληξη η χώρα, πολύ σύντομα, να μην παράγει πια απολύτως τίποτε, να εισάγει το σύνολο των προϊόντων που καταναλώνει και να έχει ετήσιες δανειακές ανάγκες ίσες με το σύνολο της κατανάλωσης ως ποσοστό του ΑΕΠ συν τα απαιτητά τοκοχρεολύσια. Αυτό διότι εάν τα επιπλέον κεφάλαια επιτύγχαναν την τόνωση της οικονομίας το αποτέλεσμα θα ήταν να συνεχισθεί η γνωστή διαδικασία της διόγκωσης, των παρασιτικών τομέων της πέραν του επιπέδου ισορροπίας – διαδικασία που ζήσαμε στην προηγούμενη δεκαετία. Η Ελλάδα θα συνέχιζε να έχει 50% μεγαλύτερη συμμετοχή του εμπορίου στο ΑΕΠ, απ’ ότι οι υπόλοιπες χώρες της ευρωζώνης και ο κλάδος θα συνέχιζε να αυξάνει την διακίνηση εισαγομένων προϊόντων. Ταυτοχρόνως ο ίδιος (ή και μεγαλύτερος) αριθμός αντιπαραγωγικών δημοσίων υπαλλήλων θα στήριζε με τις δαπάνες του μία κατανάλωση χωρίς παραγωγή, με εισοδήματα που θα συνέχιζε να καρπώνεται έχοντας παράσχει μηδενικό έργο στην ελληνική οικονομία. Εάν λάβει κανείς υπ’ όψιν του ότι από το 2003 έως το 2010 το εισόδημα στην Ελλάδα αυξανόταν κατά μέσον όρο ετησίως 7,5 δισεκατομμύρια ευρώ ενώ η δημόσια δαπάνη κατά 20, μπορεί εύκολα να συμπεράνει ότι το πολλαπλασιαστικό αποτέλεσμα της δεύτερης όσον αφορά το πρώτο, σε καμμία περίπτωση δεν θά μπορούσε να ξεπεράσει το 0,4. Πρόκειται για έναν πολλαπλασιαστή με καθόλου ικανοποιητικό μέγεθος (αφού βρίσκεται τόσο κάτω από την μονάδα). Άλλωστε, η τιμή του στην πραγματικότητα θα πρέπει να είναι πολύ μικρότερη ακόμη. Η αύξηση του εισοδήματος δεν προέρχεται μόνο από την αύξηση της δημόσιας δαπάνης. Προς την ίδια κατεύθυνση λειτουργεί και η αύξηση της ιδιωτικής δαπάνης, ενώ επίσης αύξηση του εισοδήματος επιτυγχάνεται αδαπάνως και αχρεωστήτως, (δηλαδή χωρίς υλική επένδυση), λόγω της αυξανόμενης με τον χρόνο γνώσεως για καλύτερη χρησιμοποίηση των παραγωγικών συντελεστών. Συνεπώς η πραγματική τιμή του πολλαπλασιαστή της δημόσιας δαπάνης στην εν λόγω περίοδο θα πρέπει να ήταν πολύ μικρότερη από 0,4, πιθανότατα δε και αρνητική. (Στην περίπτωση αυτή η δημόσια δαπάνη αντί να δημιουργεί, «καταστρέφει» εισόδημα που παράγεται στην υπόλοιπη οικονομία). Η εμφανέστατα χαμηλή τιμή του πολλαπλασιαστή δημόσιας δαπάνης στην ελληνική οικονομία στην οκταετία πριν την κρίση, δεν είναι ιδιαίτερα δύσκολο να ερμηνευθεί εάν -πέραν του αυτονόητου γεγονότος πως ένα συνεχώς αυξανόμενο ποσοστό του αφορά την πληρωμή τοκοχρεολυσίων (κυρίως προς το εξωτερικό)- υποθέσει επίσης κανείς ότι το μεγαλύτερο ποσοστό των προερχομένων από το δημόσιο εισοδημάτων κατευθυνόταν στην κατανάλωση, και μάλιστα σε εισαγόμενα αγαθά υψηλής προστιθέμενης αξίας. Το ερώτημα είναι, λοιπόν, γιατί η τιμή του πολλαπλασιαστή αυτού θα άλλαζε σήμερα; Ακόμη και αν δεν προέκυπτε μία ελληνικού τύπου «παγίδα ρευστότητας» όπου όλα τα επιπλέον εισοδήματα θα αποθησαυρίζονταν εν όψει του ζοφερού και αβέβαιου μέλλοντος, και ακόμη και αν τα χρήματα πράγματι «έπεφταν στην αγορά», γιατί και για ποιόν λόγο το πολλαπλασιαστικό τους αποτέλεσμα θα ήταν τέτοιο, ώστε να δημιουργήσουν περισσότερο εισόδημα απ’ ότι θα κατέστρεφαν με την εκ νέου ενίσχυση παρασιτικών δραστηριοτήτων και εισαγωγών και με την περαιτέρω επιβάρυνση που θα δημιουργούσαν για την εξυπηρέτηση του χρέους ; Αυτή ήταν η λειτουργία της δημόσιας δαπάνης στην ελληνική οικονομία τα δέκα τελευταία χρόνια και αυτή ακριβώς την διαδικασία θα επανεκκινούσε μία πολιτική περαιτέρω «δημοσιονομικής τόνωσης» η οποία θα είχε σαν σκοπό να βγάλει, υποτίθεται, την οικονομία από την «ύφεση» (όπως τελείως παράλογα και λανθασμένα ονομάζεται η τρέχουσα διαρθρωτική της κατάρρευση). Η Ελλάδα θα έπρεπε να δανείζεται ακόμη περισσότερο για να εξυπηρετεί τα προηγούμενα δάνειά της, (ή για να τα «γυρίζει» στην λήξη τους αφού δεν θα μπορούσε να τα αποπληρώσει), ενώ η κακοήθης υπερπλασία του παρασιτισμού θα συνέχιζε να διογκώνεται. Όχι για πολύ όμως. Όταν, πολύ σύντομα, θα ερχόταν η επόμενη κρίση, ο χαρακτήρας της πλέον θα ήταν τεκτονικός. Η κατάρρευση θα είχε τέτοια ένταση και μέγεθος ώστε δεν θα έμενε λίθος επί λίθου στην ελληνική κοινωνία.

Και τότε οι επισκέπτες από τον Σείριο, αφού θα είχαν χάσει και όλα τα λεφτά τους γιατί η Ελλάδα δεν θα μπορούσε ποτέ να αποπληρώσει τα δάνειά τους, θα αναχωρούσαν απελπισμένοι για να επιστρέψουν στον μακρινό πλανήτη τους, πεπεισμένοι ότι δεν υπάρχει λύση για το ελληνικό οικονομικό πρόβλημα. Στο σημείο αυτό, όμως, βρίσκεται και το κραυγαλέο λάθος όλων εκείνων οι οποίοι, παρ’ ότι κάτοικοι του πλανήτη μας, ομιλούν ως εξωγήινοι και αναφέρονται σε κάποια «ύφεση» που υπάρχει στην Ελλάδα σήμερα λόγω της επιδιωκόμενης δημοσιονομικής προσαρμογής ! Οι εν λόγω παραβλέπουν ότι η κρίση της ελληνικής οικονομίας δεν είναι μία κρίση «ζήτησης», (λόγω υποκατανάλωσης), δοθέντος ότι «ζήτηση» υπάρχει άφθονη, όπως αποδεικνύουν τα γιγαντιαία ελλείμματα στο εμπορικό ισοζύγιο και στο ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών, τα οποία μαρτυρούν, με τον πιο κραυγαλέο τρόπο ότι η υπάρχουσα ισχυρή ζήτηση καλύπτεται από εισαγωγές. Κατάσταση, άλλωστε, η οποία δεν συνιστά αφ’ εαυτής πρόβλημα δεδομένου πως δεν είναι απαραίτητο να ικανοποιεί η ελληνική παραγωγή απ’ ευθείας όλες τις ανάγκες της ελληνικής αγοράς. Ακόμη περισσότερη ζήτηση, σε μία αχανή αγορά με ελαστικότητα που τείνει στο άπειρο, υπάρχει και εκτός των συνόρων, όπου μπορούν να εξαχθούν όσα επιπλέον ελληνικά προϊόντα απαιτείται για να δημιουργηθούν τα εισοδήματα εκείνα που χρειάζονται ώστε να απαλλαγεί η χώρα μας και από το εμπορικό έλλειμμα και από την ανεργία. Εάν το εμπορικό μας ισοζύγιο το 2011, (αφαιρουμένων μάλιστα – εάν κάποιος πολύ σχολαστικός το ζητήσει πλοίων και πετρελαιοειδών) ήταν ισοσκελισμένο, το ΑΕΠ στην ίδια περίοδο δεν θα είχε μειωθεί κατά 6%. Στην χειρότερη περίπτωση θα είχε παραμείνει στάσιμο. Η ζήτηση είναι εκεί και περιμένει την προσφορά να ανταποκριθεί και να την καλύψει ! Μόνο που δεν αφορά οικοδομές ή εμπορικές υπηρεσίες. Τόσο στην εσωτερική αγορά (πλέον) όσο και στην αχανή εξωτερική, η ζήτηση αφορά «διεθνώς εμπορεύσιμα αγαθά», τα οποία η ελληνική οικονομία, δυστυχώς, δεν είναι σε θέση να παραγάγει και να προσφέρει, σε ποιότητα και τιμές που να είναι ανταγωνιστικές. Συνεπώς η κρίση από την οποία μαστίζεται είναι μία κρίση «προσφοράς», τα στοιχεία της οποίας βεβαίως προϋπήρχαν, πλην όμως δεν ήταν ευδιάκριτα, λόγω της δανειακής πλημμύρας της προηγουμένης περιόδου η οποία επέτρεπε την παράβλεψη των προβλημάτων με την μετάθεσή τους στο μέλλον, μέσω της υπερκατανάλωσης. Σήμερα όμως που οι δυνατότητες δημιουργίας εισοδήματος μέσω δανεισμού και η, εξ αντιστοιχίας, απασχόληση παραγωγικών συντελεστών στους κλάδους των «διεθνώς μη εμπορευσίμων» εξαερώθηκαν, το πάγιο διαρθρωτικό πρόβλημα προσφοράς που χαρακτηρίζει την ελληνική οικονομία ήρθε στην επιφάνεια, με οδυνηρό τρόπο.

Δυστυχώς, με δεδομένο τον συγκεκριμένο αυτό χαρακτήρα της διαρθρωτικής κρίσης, ως κρίσης «προσφοράς», βραχυπρόθεσμα η μόνη ελπίδα, αλλά και η μόνη δυνατότητα, για την ανάταξη της ελληνικής οικονομίας είναι τα λεγόμενα «μη κεϋνσιανά αποτελέσματα». Πρόκειται για την «εσωτερική υποτίμηση» που θα επαναφέρει την ανά μονάδα προϊόντος μισθολογική δαπάνη σε επίπεδα που θα καταστήσουν την ελληνική οικονομία διεθνώς ανταγωνιστική. Διαδικασία η οποία δευτερευόντως, αλλά και απαραιτήτως, πρέπει να συνοδευτεί και να υποβοηθηθεί από την απελευθέρωση των αγορών των παραγωγικών συντελεστών και των προϊόντων. Με στόχο την μετακίνηση των παραγωγικών συντελεστών από τον προστατευμένο στον ανταγωνιστικό τομέα της οικονομίας. Ας ληφθεί δε υπ’ όψιν ότι, παρά την ονομασία τους, τα «μη κεϋνσιανά αποτελέσματα» δεν προέρχονται από το θεωρητικό οπλοστάσιο του άκρατου φιλελευθερισμού και του ανάλγητου νομισματισμού. Προέρχονται και αυτά, πρωτογενώς, από την γραφίδα του Κέυνς, ο οποίος σε μία γνωστή εργασία του, το 1925, με αφορμή την εκ νέου τότε πρόσδεση της στερλίνας στον «κανόνα χρυσού», και μάλιστα σε υπερτιμημένη ισοτιμία, εξηγούσε ότι στις δεδομένες συνθήκες η μόνη δυνατότητα να ισορροπήσει η οικονομία ήταν μέσα από την μείωση των πραγματικών μισθών, κάτι πολύ σκληρό και ανάλγητο που θα προκαλούσε κοινωνικές συγκρούσεις. Δυστυχώς, στην ίδια ακριβώς κατάσταση με την Μεγάλη Βρετανία του 1925, προσδεδεμένη σε έναν οιονεί «κανόνα χρυσού», που λέγεται ευρώ, και σε μία υπερτιμημένη ισοτιμία, βρίσκεται και η σημερινή Ελλάδα (πέραν βεβαίως της ασήμαντης λεπτομέρειας ότι είναι και χρεοκοπημένη δημοσιονομικά). Για τον λόγο αυτό η μόνη υπαρκτή διέξοδος είναι μεν κεϋνσιανών προδιαγραφών, πλην όμως των απευκταίων, από τον Κέυνς, εκείνων του 1925 και όχι των «καλών» του 1936.

Είναι αλήθεια ότι η «εσωτερική υποτίμηση» δεν είναι μία απλή έκφραση. Κρύβει πίσω της πόνο, δυστυχία και ανασφάλεια. Είναι όμως εξαιρετικά παράλογο να της επιτίθεται κανείς και να την καταδικάζει. Αυτό ισοδυναμεί με το να καταριέται τον νόμο της βαρύτητας, τους νόμους της υδροστατικής ή το Πυθαγόρειο θεώρημα. Η «εσωτερική υποτίμηση» είναι αναπόφευκτη και αν δεν εφαρμοσθεί ελεγχόμενα, συνειδητοποιημένα και με την μεγαλύτερη δυνατή συναίνεση, θα πραγματοποιηθεί καταστροφικά μέσω της χρεοκοπίας. Αιτία της δεν είναι η σημερινή οικονομική πολιτική. Είναι η χθεσινή ανεύθυνη «εσωτερική ανατίμηση». Οι οιμωγές και οι κατάρες εναντίον του σταθεροποιητικού προγράμματος, που στηρίζεται στην «εσωτερική υποτίμηση», εάν δεν είναι υποκριτικές, είναι τελείως λανθασμένες και άστοχες, διότι επιτείνουν την σύγχυση και την άγνοια, επάνω στις οποίες αναπτύσσεται και μορφοποιείται το σημερινό δράμα. Αυτό που κρύβουν, ή αγνοούν, οι δημαγωγοί πολιτικοί και οι άνοες σχολιαστές, είναι πως οι αμοιβές των εργαζομένων δεν είναι δυνατόν, σε μεσο-μακροχρόνια βάση, να καθορισθούν με πολιτικές επιλογές της εξουσίας. όταν επιχειρείται κάτι παρόμοιο είναι καταστροφικό. Οι αμοιβές καθορίζονται από την συνολική παραγωγικότητα της οικονομίας και, μέσα σε αυτήν, από την ειδική παραγωγικότητα του κάθε ξεχωριστού εργαζόμενου. Γι’ αυτό θα ήταν καλύτερο αντί για μαυροφορούσες μοιρολογίστρες που κλαίνε στα τηλεπαράθυρα για την «ύφεση» και για τα χρήματα που χρειαζόμαστε για να πετύχουμε την «δημοσιονομική τόνωση» αλλά δεν μας τα δανείζουν πλέον ούτε οι εξωγήινοι, να είχαμε περισσότερους προσγειωμένους στην πραγματικότητα σχολιαστές και αρθρογράφους οικονομολόγους οι οποίοι να είναι σε θέση να εξηγήσουν την αλήθεια και να εισηγηθούν τρόπους και πολιτικές μέσω των οποίων η αναπόφευκτη «εσωτερική υποτίμηση» δεν θα είναι μία διαδικασία εξαθλίωσης των εργαζομένων αλλά θα γίνει εργαλείο δημιουργίας μίας πιο «ευέλικτης» οικονομίας, με περισσότερες θέσεις παραγωγικής εργασίας, που θα αρχίσει να αναπτύσσεται εκ νέου, σε υγιείς βάσεις την φορά αυτή.

Όταν στις αρχές της δεκαετίας του 1990 οι οικοδομές πλημμύρισαν για πρώτη φορά από Αλβανούς εργάτες, οι αμοιβές τους πολύ συχνά βρίσκονταν στο 1/10 της αντίστοιχης αμοιβής των Ελλήνων συναδέλφων τους. Αυτή η δυσαναλογία ήταν συνάρτηση πολλών παραγόντων : της διακαούς επιθυμίας τους να εργασθούν, της άγνοιάς τους για τις συνθήκες της αγοράς εργασίας στην Ελλάδα, του γεγονότος ότι ήταν ανασφάλιστοι κλπ. Περί τις αρχές όμως της επόμενης δεκαετίας οι αμοιβές Ελλήνων και Αλβανών στην οικοδομή είχαν πλήρως εξισωθεί. Ο λόγος δεν ήταν άλλος από την λειτουργία του μηχανισμού της αγοράς και ειδικότερα του σκέλους της ζήτησης. όσο κάποιος εργολάβος, μέσα στις συνθήκες του οικοδομικού οργασμού που επικρατούσαν τότε, έκρινε ότι τον συμφέρει να προσελκύσει Αλβανούς οικοδόμους καταβάλλοντας τους αμοιβή υψηλότερη από εκείνην που εθεωρείτο δεδομένη για την ειδική αυτή ομάδα εργαζομένων, τόσο η μέση αμοιβή τους πλησίαζε την μέση αμοιβή των ντόπιων οικοδόμων, μέχρις ότου ταυτίστηκε μαζί της. Ο μηχανισμός της προσφοράς και της ζήτησης οδήγησε, έτσι, την αγορά εργασίας στο μεσο-μακροχρόνιο σημείο ισορροπίας.

Το αντίστροφο συνέβη στην περίοδο 1999-2009 με τις μέσες αμοιβές των εργαζομένων. Αντί αυτές να ακολουθούν την αναιμική, έως μηδενική, αύξηση της παραγωγικότητας στον ανταγωνιστικό, μη προστατευμένο, τομέα της οικονομίας, όλως αντιθέτως, υπείκοντας σε μία διεστραμμένη αντίληψη «φιλολαϊκότητας», με την βοήθεια και της άφθονης δανειακής ρευστότητας, διαμορφώνονταν ή καθορίζονταν σε πολύ υψηλότερα επίπεδα, προκειμένου -υποτίθεταινα συλλαμβάνουν τον πληθωρισμό και να μην υποβιβάζεται το βιοτικό επίπεδο των εργαζομένων. ό,τι συνέβαινε, βεβαίως, στην πραγματικότητα ήταν πως και ο πληθωρισμός ενισχυόταν και η ανταγωνιστικότητα της ελληνικής οικονομίας καταβαραθρωνόταν. Επειδή δε οι αμοιβές των παραγωγικών συντελεστών δεν μπορεί να παραμείνουν για μεγάλο διάστημα σε επίπεδο ανώτερο εκείνου που η παραγωγικότητά τους δικαιολογεί, η διαδικασία επιστροφής τους στο σημείο ισορροπίας άρχισε αμέσως μόλις εκδηλώθηκε και η κρίση χρέους της ελληνικής οικονομίας. Δυστυχώς όμως η διαδικασία επιστροφής της αγοράς εργασίας στο φυσιολογικό σημείο ισορροπίας που είναι χαμηλότερο από το τεχνητά, αυθαίρετα και πρόσκαιρα επιβληθέν, είναι πάντοτε οδυνηρή. Σε αντίθεση με την ισορρόπηση σε υψηλότερο σημείο που είναι ανώδυνη, όπως συνέβη με τους ξένους εργάτες στην δεκαετία του 1990, η προσαρμογή «προς τα κάτω» γίνεται πάντοτε μέσω της οδυνηρής παρενέργειας που λέγεται ανεργία.

Αυτό συμβαίνει στην Ελλάδα σήμερα. Καμμία «φιλολαϊκή», «φιλεργατική» ή «πατριωτική» πολιτική παρέμβαση στην αγορά των συντελεστών παραγωγής δεν είναι δυνατόν να αυξήσει το μερίδιο της εργασίας στο συνολικό παραγόμενο προϊόν, εάν πρόκειται για μία «ανοικτή οικονομία», και ακόμη περισσότερο για μία οικονομία που λειτουργεί εντός μίας νομισματικής ένωσης. Αλλά ούτε και οι οικονομικές πολιτικές που, αντί να αναχαιτίζουν, υποδαυλίζουν την υπερθέρμανση της οικονομίας προσφέρουν «ανάπτυξη». όλες αυτού του είδους οι «φιλολαϊκές» συμπεριφορές καταλήγουν τελικά σε καταστροφή, τις συνέπειες της οποίας υφίστανται πρώτοι, και κυρίως, οι εργαζόμενοι. Όπως ακριβώς συμβαίνει σήμερα.

Οι ψευτοπατριώτες

Εάν, όμως, η είσοδος της Ελλάδας στην ευρωζώνη ήταν ένα τυχοδιωκτικό εγχείρημα οφειλόμενο στον πολιτικό καιροσκοπισμό των ψευτοεκσυγχρονιστών όλων των παρατάξεων, πολλαπλάσια επιλήψιμος, έως και εγκληματικός, είναι ο ισχυρισμός των ποικίλων ψευδώνυμων «πατριωτών» ότι σήμερα η λύση για την χώρα βρίσκεται στην επιστροφή στην δραχμή, η σε «φιλολαϊκές» και «αναπτυξιακές», υποτίθεται, πολιτικές που θα οδηγούσαν αναπόφευκτα στην αδυναμία περαιτέρω παραμονής στην ευρωζώνη, έστω και αν οι οπαδοί τους δεν το δηλώνουν ευθέως ή δεν το καταλαβαίνουν. (Πολιτικές οι οποίες εάν εφαρμοζόντουσαν κιόλας, εκτός από το να λέγονται, θα εξακόντιζαν τα ελλείμματα σε στρατοσφαιρικά ύψη και θα οδηγούσαν με μαθηματική ακρίβεια στην πτώχευση και σε εθνικό νομισματικό σύστημα). Μόνο που η επιστροφή στην δραχμή, σήμερα, υπό τις παρούσες συνθήκες, θα ισοδυναμούσε με το να ανοίξει κάποιος την πόρτα και να πηδήσει στο κενό, εν πτήσει, επειδή θυμήθηκε πως μπήκε σε λάθος αεροπλάνο. Θα ήταν ένα πρωτοφανές εγχείρημα που προηγούμενο του δεν υπάρχει στην Ιστορία: μία χρεοκοπημένη οικονομία θα εκβαλόταν από μία νομισματική ένωση και θα αναγκαζόταν να εισαγάγει εκ του μηδενός ένα εθνικό νόμισμα, του οποίου κανείς δεν θα μπορούσε να εκτιμήσει την εξωτερική αξία (ή ακριβέστερα: τον ρυθμό μείωσης της εξωτερικής του αξίας), και γι’ αυτό κανείς δεν θα ήθελε να το διακρατεί. Κατάσταση καινοφανής της οποίας δεν υφίσταται κανένα ιστορικό ανάλογο. Η Αργεντινή και η Ρωσία, όταν χρεοκόπησαν στην δεκαετία του 1990, είχαν δικό τους νόμισμα και συνέχισαν με αυτό, απλά υποτιμώντας την εξωτερική του ισοτιμία. Οι χώρες της πρώην Σοβιετικής ένωσης, που ξαφνικά βρέθηκαν χωρίς να έχουν πλέον για νόμισμά τους το ρούβλι, υπέστησαν μεν κλονισμούς έως ότου εισαγάγουν το δικό τους εθνικό μέσο πληρωμών, αλλά σχετικά γρήγορα ισορρόπησαν και τούτο διότι, παρά το γεγονός της κοινωνικο-οικονομικής τους αποδιάρθρωσης, μπορούσαν να επιβιώσουν ανταλλάσσοντας προϊόντα με τις άλλες πρώην Σοβιετικές οικονομίες για να καλύψουν τις, ούτως ή άλλως, στοιχειώδεις ανάγκες τους. (Ενώ είχαν και μηδενικό εξωτερικό χρέος).

Η Ελλάδα, αντιθέτως, θα είναι μία μοναδική περίπτωση «μετάβασης υπό χρεοκοπία» που θα την εξετάζουν για δεκαετίες μετά οι ιστορικοί (δίκην ιατροδικαστού). Θα αναγκασθεί να δημιουργήσει ένα νόμισμα εκ του μηδενός την ίδια στιγμή που δεν θα είναι σε θέση να έχει συναλλαγές εξωτερικού εμπορίου λόγω πτώχευσης. Το πιο κοντινό, αν και όχι όμοιο, ιστορικό προηγούμενο είναι, κατά σύμπτωσιν, και πάλι ελληνικό: εκείνο της ελληνικής οικονομίας κατά την περίοδο 1944-1953, όπου ουσιαστικά δεν υπήρχε εθνικό νόμισμα. όπως και τότε έτσι και στην περίπτωση της αλλαγής νομίσματος υπό καθεστώς χρεοκοπίας ο αντιπραγματισμός και η χρυσοφιλία θα αντικαθιστούσαν την εγχρήματη οικονομία, (με την εξαίρεση βέβαια των ευρώ που θα εξακολουθούσαν να διακινούνται, σε όλο και μειούμενες ποσότητες, στην μαύρη αγορά). Δεδομένου ότι το πιστωτικό σύστημα θα είχε καταρρεύσει και ότι ελλείψει αξιόπιστου νομισματικού μέτρου ο οικονομικός λογισμός θα ήταν ανέφικτος κάθε ουσιαστική παραγωγική δραστηριότητα θα απονεκρωνόταν και κάθε επένδυση θα ήταν πρακτικά αδύνατη, για πολλά χρόνια. Θα υπήρχε, πάντως, μία σημαντική διαφορά τόσο σε σχέση με την μετακατοχική περίοδο όσο και σε σχέση με την σημερινή κατάσταση: στην περί ής ο λόγος διαδικασία «μετάβασης» θα έλειπε –πλέον η εξωτερική βοήθεια (του «σχεδίου Marshal» ή του επικατάρατου «Μνημονίου»). Εάν όμως στην μετακατοχική περίοδο η Ελλάδα επιβίωσε της δοκιμασίας, ακόμη και παρά τον εμφύλιο πόλεμο, δεν είναι καθόλου βέβαιο ότι θα συνέβαινε το ίδιο και αυτήν την φορά. Οι εξωτερικοί και εσωτερικοί παράγοντες χαοτικής ανισορροπίας είναι πλέον τόσοι πολλοί ώστε κανείς δεν είναι σε θέση να προδικάσει την τελική έκβαση. Αντί μίας παρόμοιας αυτοκτονικής επιλογής, λοιπόν, η λογική επιτάσσει ότι η Ελλάδα πρέπει να αγωνιστεί για να παραμείνει στο ευρώ, και να προσεύχεται παράλληλα να συνεχίσει να υφίσταται και η ευρωζώνη. όμως ο μόνος τρόπος για να παραμείνει στο ευρώ είναι να ισοσταθμίσει την συνολική δαπάνη της οικονομίας της με το εισόδημα που μπορεί να δημιουργήσει. Και η μία και μοναδική, μέχρι στιγμής, σαφής και λογικά αρθρωμένη πρόταση για το πώς μπορεί να επιτευχθεί αυτό δεν είναι άλλη από την -δυσάρεστη, μεν, εάν συγκριθεί με το πρόσφατο παρελθόν, σωτήρια, δε, εάν συγκριθεί με την εναλλακτική περίπτωση της «μεταβάσεως υπό χρεοκοπία»- διαδικασία που περιγράφει το σταθεροποιητικό πρόγραμμα της ελληνικής οικονομίας. (Το τί θα πρέπει να γίνει σχετικά με το θέμα της παραμονής στην ευρωζώνη μεσοπρόθεσμα, όταν και αν η Ελλάδα έχει σωθεί από την καταστροφή, είναι μία τελείως διαφορετική, και εξαιρετικά ανεπίκαιρη σήμερα, συζήτηση).

Πολλοί από τους σημερινούς ψευτοπατριώτες που εκστρατεύουν εναντίον του σταθεροποιητικού προγράμματος, και της λογικής, δεν είναι παρά χθεσινοί «εκσυγχρονιστές», που μοίρασαν την ευτυχία και την ευημερία απλόχερα και δωρεάν, λεηλατώντας παράλληλα και οι ίδιοι, για ίδιον όφελος, το παρόν και το μέλλον της χώρας. Οι περισσότεροι από αυτούς, επίσης, διακρίθηκαν, στις παληές εποχές, ως πρωταθλητές της φιλο-ευρωπαϊκής μπαρουφολογίας. Σήμερα δεν έχουν να αντιτείνουν παρά απίστευτες μωρολογίες και ανεύθυνες γενικολογίες όταν ερωτώνται να πουν ποια ακριβώς θα ήταν η εναλλακτική λύση στο σταθεροποιητικό πρόγραμμα (το οποίο βέβαια προδόθηκε από τους ίδιους εκείνους που υποτίθεται ότι το εφάρμοζαν, αλλά αυτό δεν έχει σημασία: ακόμη και έτσι, ως γελοιογραφία σταθεροποίησης και διαρθρωτικής αλλαγής, παραμένει πολύ καλύτερο από οποιαδήποτε «πατριωτική» εναλλακτική πρόταση χρεοκοπίας). Στον πυρήνα της κακοήθους δημαγωγικής προπαγάνδας τους βρίσκεται, ως κεντρική λογική προκείμενη, το αισχρό, αντισυνεκδοχικό ψευδολόγημα ότι ακόμη και σε μία χώρα η οποία έχει χρεοκοπήσει, παταγωδώς, οι πολίτες της μπορούν να συνεχίσουν να ζουν όπως ζούσαν και προηγουμένως, όχι μόνο με τα ίδια επίπεδα εισοδήματος και κατανάλωσης αλλά και με τις ίδιες συνήθειες και συμπεριφορές. Με την έννοια αυτή οι πολέμιοι και οι διώκτες του σταθεροποιητικού προγράμματος, αντικειμενικά ή υποκειμενικά, δεν είναι τίποτε άλλο παρά εχθροί της πατρίδας τους, την ίδια την ύπαρξη της οποίας δεν διστάζουν να θέσουν εν κινδύνω θύοντας στον βωμό της μωρίας τους και της ματαιοδοξίας τους. Εάν αφήσουμε να καθορίσουν την πορεία της είναι βέβαιο ότι θα την οδηγήσουν, άνευ ετέρου, στην πλήρη καταστροφή της. Πραγματικοί πατριώτες είναι μόνο εκείνοι που δεν διστάζουν να διατυπώσουν την αλήθεια, όσο οδυνηρή και αν είναι, και όσο δύσκολα και αν ακούγονται τα προτάγματά της για την εθνική σωτηρία. Οι άλλοι, οι δημαγωγοί, οι σκυλευτές της ίδιας τους της πατρίδας, δεν είναι τίποτα περισσότερο από αυτό που θα αποφανθεί τελεσίδικα η Ιστορία εάν, προς μεγάλη μας δυστυχία, επιτύχουν τον ηροστράτειο στόχο τους : αλήτες, προδότες, ψευτοπατριώτες.

1 Μία συντομευμένη εκδοχή του κειμένου αυτού, με τίτλο «Η αναπόφευκτη «εσωτερική υποτίμηση» δημοσιεύθηκε στο τεύχος Φεβρουαρίου 2012 του Athens Review of Books. 

———————————————————————————————————–

Βιβλιογραφικὴ σημείωση – Ἱστορικὸ δημοσιεύσεως

. A. Ιωάννου, «Από τους ψευτοεκσυγχρονιστές στους ψευτοπατριώτες», Αδημοσίευτο, Ιανουάριος 2012

Advertisements