Από την «ευρωζώνη Ι» στην «ευρωζώνη ΙΙ»

by ggeorgan

ΔΗΜΗΤΡΗ ΙΩΑΝΝΟΥ

ΣΥΜΒΟΥΛΟΥ ΠΡΕΣΒΕΙΑΣ Α’

Νοέμβριος 2012

Η συμμετοχή μίας χώρας σε μία νομισματική ένωση της επιβάλλει σημαντικούς περιορισμούς και της στερεί “βαθμούς ελευθερίας” της οικονομικής της πολιτικής. Επιλέγεται, όμως, όταν εκτιμηθεί πως τα πλεονεκτήματα που προσφέρει –δηλαδή οι αναπτυξιακές δυνατότητες– υπερτερούν των μειονεκτημάτων. Σύμφωνα με μία θεωρία που εμφανίστηκε το 1961 –και που έκτοτε δεν σταμάτησε να εξελίσσεται και να μεταλλάσσεται– αν τα πλεονεκτήματα υπερτερούν, σημαίνει πως η χώρα βρίσκεται εντός μίας “Άριστης Νομισματικής Περιοχής”.

Βεβαίως, όταν στην δεκαετία του 1990 εξελισσόταν η διαδικασία δημιουργίας της ΟΝΕ, οι πολιτικοί που πρωτοστατούσαν ελάχιστα ενδιαφέρονταν για την συγκεκριμένη οικονομική πτυχή του –πραγματικά μεγαλεπήβολου και ευγενούς– σχεδίου τους, το οποίο ήταν καθαρά πολιτικής στόχευσης: σκοπούσε στην δημιουργία μίας ενιαίας Ευρώπης που δεν θα γνώριζε ποτέ ξανά τον πόλεμο και την καταστροφή. Αλλά, παρ’ όλ’ αυτά, ένα παρομοίου βεληνεκούς πρόταγμα δεν ήταν δυνατόν να υιοθετηθεί δίχως να υποστηρίζεται από κάποια θεωρητική οικονομολογική νομιμοποίηση. Μόνο που εκεί υπήρχε σοβαρό πρόβλημα: σε καμμία εκδοχή της θεωρίας η νότια και η βόρεια Ευρώπη δεν έδειχναν να σχηματίζουν μαζί μία “Άριστη Νομισματική Περιοχή”. Αλλά, ευτυχώς, στον κόσμο της οικονομίας και της πολιτικής για όλα υπάρχει μία απάντηση. Μία νέα θεωρία είδε το φως της ημέρας, την κατάλληλη στιγμή, και τάχιστα έγινε αποδεκτή στον ακαδημαϊκό χώρο: δεν έχει σημασία το γεγονός ότι πριν την έναρξη λειτουργίας της ΟΝΕ οι επί μέρους οικονομίες που θα την απαρτίσουν δεν φαίνονται όλες κατάλληλα προδιαγεγραμμένες για κάτι παρόμοιο. Η ίδια η λειτουργία της νομισματικής ένωσης θα δημιουργήσει μία “ενδογενή δυναμική”, η οποία, σε μεταγενέστερο χρόνο, θα οδηγήσει στην διαρθρωτική εναρμόνιση των επί μέρους εθνικών οικονομιών, συγχρονίζοντας σταδιακά τους επιχειρηματικούς κύκλους τους και ομογενοποιώντας τα χαρακτηριστικά τους, με τελικό αποτέλεσμα η ΟΝΕ να καταστεί, έστω και εκ των υστέρων, μία “Άριστη Νομισματική Περιοχή”.

Ήταν μία καινοφανής αλλά και αισιόδοξη θεωρία η οποία υποτείνονταν ιδεολογικά από την καθαρή νεο-κλασσική οικονομική φιλοσοφία, στην οποία ο ανταγωνισμός στις αγορές προϊόντων και παραγωγικών συντελεστών, η αύξηση του εμπορίου και η απελευθέρωση και συγχώνευση σε υπερ-εθνικό επίπεδο των χρηματιστικών και τραπεζικών αγορών θεωρούνταν όχι μόνο αναγκαίες αλλά και ικανές συνθήκες, οι οποίες θα ήταν σε θέση, μέσω των δευτερογενών τους επιδράσεων, να μετασχηματίσουν οπισθοδρομικές κοινωνικές και παρωχημένες οικονομικές δομές, εδραιώνοντας τον εκσυγχρονισμό ανώδυνα και επ’ ωφελεία όλων.

Σε πολύ μεγάλο βαθμό τόσο το συγκεκριμένο πολιτικό όσο και το οικονομικό όραμα αντλούσαν την έμπνευσή τους από την περίπτωση των ΗΠΑ, η οποία είναι, ταυτόχρονα, και ένα έθνος και μία νομισματική ένωση. Παρέβλεψαν εν τούτοις το γεγονός πως η νομισματική ένωση στις ΗΠΑ χρειάσθηκε τουλάχιστον 120 χρόνια για να ωριμάσει και 150 για να ολοκληρωθεί. Παρέβλεψαν, επίσης, την σημαντική εθνική πολυμορφία του ευρωπαϊκού χώρου, (που είναι πολύ μεγαλύτερη από την πολιτισμική διαφοροποίηση των αμερικανικών πολιτειών), την ετερογένεια των θεσμικών μορφών που πλαισιώνουν την οικονομική δραστηριότητα στις χώρες της Ευρώπης, τους διαφορετικούς τρόπους συσσώρευσης και –ίσως το κυριότερο– την άνιση ανάπτυξη του “ανθρώπινου κεφαλαίου” μεταξύ των ευρωπαϊκών οικονομιών (δηλαδή την διαφορετική “αναπτυξιακή ενδογένεια” που τις χαρακτηρίζει). Όλα αυτά, όμως, παρ’ ότι παραβλέφθηκαν, είναι στοιχεία που υπερκαθορίζουν την λειτουργία των αγορών και ως εκ τούτου και την κατεύθυνση της ανάπτυξης μίας οικονομίας. Συνεπώς δεν είναι καθόλου παράδοξο που η θεωρία που προέβλεπε ότι η ευρωζώνη από “Υπο-άριστη” πολύ σύντομα θα μετατρεπόταν σε “Aριστη Nομισματική Περιοχή”, διαψεύσθηκε παταγωδώς και με τον πιο θλιβερό τρόπο.

Όποιος θέλει να είναι ειλικρινής σήμερα πρέπει να παραδεχθεί ότι είναι απολύτως άγνωστο πως θα έμοιαζε η ευρωζώνη εάν ήταν “Άριστη Νομισματική Περιοχή”, αλλά επίσης και πως θα έφθανε κανείς εκεί. Από την άλλη πλευρά, όμως, και όποιος θέλει να είναι σοβαρός, πρέπει επίσης να παραδεχθεί ότι έστω και αν η ιδέα της δημιουργίας της ήταν τουλάχιστον ατυχής ή ανεπίκαιρη, η ιδέα της διάλυσής της θα ήταν απολύτως παράλογη και καταστροφική. Η μόνη πραγματιστική απάντηση στο σημερινό πρόβλημα είναι η λύση που περιλαμβάνεται στο τρίπτυχο “διάσωση, μεταρρύθμιση, σταθεροποίηση”. Για τον λόγο αυτό κάθε άποψη που θεωρεί την παρούσα κρίση της απλά ως γνήσιο υποσύνολο της διεθνούς κρίσεως (της Lesser Depression) και προσπαθεί να την υπερκεράσει με πολιτικές που παραμένουν στον χώρο μεταξύ των γνωστών ιδεολογικών διπόλων “επέκταση-συστολή” και “διάσωση-ρευστοποίηση”, χωρίς να προτείνει διορθωτικές μεταρρυθμίσεις στον τρόπο λειτουργίας της ευρωζώνης, είναι ατελής και ατελέσφορη. Η υπέρβαση της κρίσης μπορεί να προκύψει μόνο ως προϊόν υιοθέτησης διαρθρωτικών αλλαγών στην αρχιτεκτονική της Οικονομικής και Νομισματικής Ένωσης, δηλαδή μέσω της μετάβασης από την ατυχήσασα «ευρωζώνη Ι» σε μία πιο λειτουργική και ανθεκτική «ευρωζώνη ΙΙ».

Η “ελεγχόμενη πρόσκρουση” της ευρωζώνης στο έδαφος

Σήμερα η ζήτηση για τίτλους κρατικού χρέους, διεθνώς, είναι μεγαλύτερη από την προσφορά και αυτό φαίνεται από το γεγονός ότι, σύμφωνα με το ΔΝΤ, η μέση απόδοση των κρατικών ομολόγων παγκοσμίως είναι 2,4% ενώ ο μέσος πληθωρισμός είναι 3,8%. Μέσα σε αυτήν την πληθώρα ζήτησης η ευρωζώνη έχει μικρότερο χρέος και μικρότερο έλλειμμα, ως ποσοστά του ΑΕΠ, από τις ΗΠΑ ή την Μεγάλη Βρετανία, που όμως καλύπτουν τις δανειακές ανάγκες τους πολύ εύκολα, την στιγμή που η ευρωζώνη απειλείται, μεταξύ άλλων, και από δημοσιονομική κατάρρευση και χρεοκοπία. Μάλιστα, μεγαλύτερη πηγή κινδύνου στο πλαίσιό της σήμερα είναι μία χώρα, η Ισπανία, το δημόσιο χρέος της οποίας, μέχρι τελείως πρόσφατα ήταν σχεδόν 20 μονάδες του ΑΕΠ χαμηλότερο από το γερμανικό και περίπου 40 από το αμερικανικό. Είναι προφανές ότι εάν, παρ’ όλ’ αυτά, η ευρωζώνη καταρρεύσει λόγω δημοσιονομικής αδυναμίας κάποιων μελών της, αυτό θα καταγραφεί ως η μεγαλύτερη πράξη ομαδικής βλακείας στην ανθρώπινη ιστορία. Θα είναι σαν να πήγε κάποιος στην Σαχάρα και να κατάφερε να πνιγεί μέσα σε έναν λάκκο με νερό που είχε μισό μέτρο βάθος. Έχοντας μάλιστα μαζί του και σωσίβιο (την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα-ΕΚΤ), το οποίο όμως δεν θέλησε να χρησιμοποιήσει γιατί δεν ήθελε να το βρέξει.

Ο αδιανόητος αυτός κίνδυνος πηγάζει από δύο αιτίες: αφ’ ενός από το γεγονός ότι οι οικονομίες του Νότου είναι επιβαρυμένες με τεράστια αποθέματα “αδιέξοδων επενδύσεων”, η ανεξέλεγκτη ρευστοποίηση των οποίων απειλεί με καταστροφή τόσο το τραπεζικό όσο και το δημοσιονομικό τους σύστημα και, αφ’ ετέρου, από το γεγονός ότι οι οικονομίες του Βορρά λειτουργούν υπό το κράτος ανασφάλειας και αβεβαιότητας ως προς το ποιες θα είναι επάνω τους οι επιπτώσεις μίας χρεοκοπίας (ή μίας διάσωσης) των οικονομιών του Νότου.

Η οικονομική πολιτική “ομαλής πρόσκρουσης” στο έδαφος για την ευρωζώνη αφορά μία λελογισμένη δημοσιονομική τόνωση στις βόρειες πλεονασματικές οικονομίες και μία περαιτέρω νομισματική επέκταση σε όλη την ευρωζώνη, η οποία ενισχύοντας την ζήτηση θα αυξήσει κατά μία ή δύο μονάδες τον μέσο ευρωζωνικό πληθωρισμό. Αυτό θα δώσει την ευκαιρία στις χώρες του Βορρά, μεν, να κρατήσουν έξω από την ύφεση τις οικονομίες τους, στις χώρες του Νότου, δε, να προχωρήσουν ελεγχόμενα στην ρευστοποίηση των επενδύσεων που δεν είναι βιώσιμες, μην αποφεύγοντας, βεβαίως, την ύφεση αλλά και μην υφιστάμενες ανεξέλεγκτες και καταστρεπτικές αναταράξεις. Αντίθετα μία αμιγώς κεϋνσιανή πολιτική σε όλα τα μέτωπα (την οποία επαγγέλλονται προοδευτικοί πολιτικοί σχηματισμοί και οικονομολόγοι) θα οδηγούσε σε χρεοκοπία τόσο τον Βορρά, όσο και τον Νότο, ενώ το ίδιο ακριβώς αποτέλεσμα θα είχε και μία αμιγώς “αυστριακή”, δηλαδή ακραία φιλελεύθερη, πολιτική ρευστοποίησης των πάντων (την οποία υποστηρίζουν διάφοροι υπερ-φιλελεύθεροι καθώς και –με αυτοκαταστροφική πράγματι μανία– πολιτικοί και οικονομολογικοί κύκλοι στον Βορρά, και κυρίως στην Γερμανία). Όμως, η όλη προσπάθεια για επίτευξη της νουνεχούς, πραγματιστικής, λύσης, δηλαδή της “ελεγχόμενης πρόσκρουσης στο έδαφος” προαπαιτεί ότι η ΕΚΤ, είτε επεκτείνοντας πολύ λίγο ακόμα τον ισολογισμό της (δηλαδή δημιουργώντας «νέο χρήμα») είτε δεχόμενη να υποστεί κάποιες λογιστικές (δηλαδή εικονικές) «ζημίες», θα διασφαλίσει (είτε ευθέως η ίδια, είτε μέσω του Ευρωπαϊκού Σταθεροποιητικού Μηχανισμού-ESM) ότι δεν πρόκειται να χρεοκοπήσουν δημοσιονομικά ούτε η Ισπανία και η Ιταλία ούτε η Ελλάδα, η Πορτογαλία και η Ιρλανδία, όσο τουλάχιστον εφαρμόζουν με συνέπεια προγράμματα εξισορρόπησης της οικονομίας τους. Αυτή η μικρή κίνηση, που θα προσθέσει μάλλον, παρά θα αφαιρέσει, αξιοπιστία στην Κεντρική Τράπεζα, θα έχει από μόνη της ισχυρότατες πολλαπλασιαστικές επιδράσεις στην οικονομία εφ’ όσον, προ κάθε άλλου, θα επαναφέρει και την αξιοπιστία στο τραπεζικό σύστημα όλης της ευρωζώνης, η τύχη του οποίου είναι άρρηκτα συνδεδεμένη, πλέον, και με το δημοσιονομικό της σύστημα. Κίνηση προς αυτήν την κατεύθυνση, άλλωστε, –αν και όχι τόσο αποφασιστική και ενσυνείδητη όσο θα έπρεπε– ήταν και η απόφαση της ΕΚΤ της 6ης Σεπτεμβρίου να ανακοινώσει πρόγραμμα αγοράς κρατικών τίτλων διάρκειας από ενός έως τριών χρόνων, στην δευτερογενή αγορά, για χώρες που θα υπέβαλαν το σχετικό αίτημα και θα δέχονταν να υπαχθούν σε σταθεροποιητικά προγράμματα της οικονομίας τους υπό την εποπτεία του ESM. (Το πρόγραμμα αυτό της ΕΚΤ ονομάσθηκε Outright Monetary Transactions-OSMs και ήρθε να αντικαταστήσει το Securities Money Programme-SMP που βρισκόταν σε εφαρμογή από το 2010 και αφορούσε και την Ελλάδα της προμνημονιακής περιόδου προς χάριν της οποίας, άλλωστε, και είχε εγκαινιασθεί).

Η οριστική λύση, όμως, του προβλήματος της διαρθρωτικής αχίλλειας πτέρνας της ευρωζώνης, δηλαδή του γεγονότος ότι η παραμικρή κάμψη στους ρυθμούς ανάπτυξής της, συνολικά ή σε επί μέρους χώρες («ασυμμετρικά»), κινδυνεύει να μετατραπεί τάχιστα σε απειλή συνολικής κατάρρευσής της, μέσω δημοσιονομικής πτώχευσης, δεν έχει ακόμη βρεθεί, παρά το ότι πρόκειται για έναν γόρδιο δεσμό η απελευθέρωση από τον οποίον θα ήταν σχετικά απλή. Μόνο που για να συμβεί αυτό θα πρέπει οι οικονομικοί ταγοί της Βόρειας Ευρώπης να καταφέρουν να απολακτίσουν τις ψυχωτικές ιδεολογικές καθηλώσεις στην παράλογη πεποίθηση ότι η κεντρική εκδοτική τράπεζα δεν μπορεί και δεν πρέπει να ασκεί δημοσιονομική πολιτική παρεμβαίνοντας και στην πρωτογενή αγορά κρατικού χρέους. Εάν το κατάφερναν αυτό, μελετώντας, ίσως, την οικονομική ιστορία και την οικονομική πραγματικότητα με πιο καθαρό μυαλό, θα ήταν δυνατόν να εφαρμοσθεί ένα μέτρο το οποίο και την νομισματική σταθερότητα θα διασφάλιζε, και τον χρηματοπιστωτικό τομέα θα κατοχύρωνε (χωρίς να χρειάζονται συνεχείς παροχές τύπου LTRO), αλλά και ως “χρυσούς κανών” που θα επέβαλε την δημοσιονομική σύνεση ως αναγκαστική συμπεριφορά θα λειτουργούσε.

Το μέτρο αυτό θα ήταν η πρόβλεψη ότι κάθε χώρα-μέλος της ευρωζώνης, οποιαδήποτε στιγμή το επιθυμούσε, θα μπορούσε να προσφύγει στην ΕΚΤ και να δανεισθεί, πρωτογενώς, με το ισχύον την στιγμή εκείνη επιτόκιο, ποσό ίσο έως και με το 15% του ΑΕΠ της. Με ένα τέτοιο ποσό είναι βέβαιο ότι μία χώρα σε δυσκολία θα ήταν δυνατόν να ανταπεξέλθει σε κάθε πρόβλημα «ρευστότητας» για ικανό διάστημα, εμποδίζοντάς το έτσι να μετατραπεί και σε πρόβλημα «φερεγγυότητας». Η ύπαρξη ενός τέτοιου δικαιώματος θα μπορούσε να χαρακτηρισθεί ως “ρήτρα ανεξαρτησίας”, με την έννοια ότι, τρόπον τινα, θα αποτελούσε περιορισμένη επιστροφή της χώρας στην δυνατότητα που διέθετε πριν την εισδοχή της στην ΟΝΕ, να προσφεύγει, εάν το επιθυμούσε, στο εκδοτικό προνόμιο για να νομισματοποιήσει το χρέος της. Η βασική διαφορά, βεβαίως, θα ήταν πως το δικαίωμα θα ήταν περιορισμένο στο 15% του ΑΕΠ, αντί να είναι πρακτικά απεριόριστο, όπως συμβαίνει στην περίπτωση της εθνικής κυριαρχίας. Η προσφυγή της στο δικαίωμα αυτό θα σήμαινε, βεβαίως, ότι η χώρα έχει εξαντλήσει κάθε δυνατότητα δανειοδότησής της στην ελεύθερη αγορά. Ουσιαστικά θα ισοδυναμούσε με την παροχή μίας ευκαιρίας να επανεξισορροπήσει τους ισολογισμούς της χωρίς να χρειασθεί να προσφύγει σε μηχανισμούς τύπου «Ευρωπαϊκού Μηχανισμού Σταθερότητας», δηλαδή στον Ευρωπαίο φορολογούμενο. (Θα ήταν δηλαδή η περίφημη, και πολλαχώς αναζητούμενη “confidence bridge”).

Λαμβάνοντας υπ’ όψιν ότι το ΑΕΠ της ευρωζώνης ανέρχεται σε 10 περίπου τρισεκατομμύρια ευρώ είναι εμφανές ότι ακόμη και στην ακραία –και απολύτως εξωπραγματική– περίπτωση που όλες οι χώρες της ευρωζώνης, ταυτοχρόνως, προσέφευγαν στην ΕΚΤ για να ασκήσουν το σύνολο του δικαιώματός τους, η επέκταση του ισολογισμού της δεν θα ξεπερνούσε τo ενάμιση τρισεκατομμύριο ευρώ, κάτι που δεν θα ήταν καταστροφικό εάν σκεφθεί κανείς ότι αυτός, (που υπο «κανονικές» συνθήκες εκινείτο μεταξύ μισού και τριών τετάρτων του τρισεκατομμυρίου), σήμερα βρίσκεται στα τρία τρισεκατομμύρια, εξ αιτίας της –ανεπιτυχούς– προσπάθειάς της να αντιμετωπίσει το δημοσιονομικό πρόβλημα των χωρών της περιφέρειας με έμμεσο τρόπο, δηλαδή χρηματοδοτώντας αφειδώς τις τράπεζες τους και αγοράζοντας κρατικά ομόλογά τους στην δευτερογενή αγορά. Με την διαφορά, όμως, ότι η ακραία αυτή περίπτωση δεν θα εμφανιζόταν ποτέ. Πιθανότερο δε είναι ότι η υιοθέτηση ενός παρόμοιου μέτρου θα αρκούσε για να καθησυχάσει και να «φρονηματίσει» τις αγορές, ούτως ώστε καμμία χώρα να μην χρειαστεί να ζητήσει την ενεργοποίηση του δικαιώματός της αυτού. (Μία παρεμφερής στην λογική της πρόταση, αλλά κατά την γνώμη μας λιγότερο αποτελεσματική, είναι εκείνη που ζητά την μετατροπή του ESM σε τραπεζικό ίδρυμα, ώστε να μπορεί αυτό να δανείζεται απεριόριστα από την ΕΚΤ και να χρησιμοποιεί τα κεφάλαια για τον ίδιο σκοπό, δηλαδή για την αγορά, πρωτογενώς, τίτλων των χωρών που βρίσκονται σε κρίση).

Όχι “ηθικός κίνδυνος” όχι ανεπιθύμητη “αλληλεγγύη”

Μία τέτοια ρύθμιση, όπως αυτή της δυνατότητας ενεργοποιήσεως του “δικαιώματος ανεξαρτησίας”, θα προσέφερε δύο αποτελεσματικές απαντήσεις στα υπαρξιακού χαρακτήρα φιλοσοφικά προβλήματα που αντιμετωπίζει η ευρωζώνη: Η πρώτη είναι ότι έτσι θα αποφεύγονταν το πρόβλημα του ηθικού κινδύνου (moral hazard) –αυτό που επισείει συνεχώς η Bundesbank για να αποτρέψει την ΕΚΤ από το να λειτουργήσει ουσιαστικά ως ο σωτήρας της ευρωζώνης–, πρόβλημα στο οποίο ο κακοπροαίρετος ή ανεύθυνος εταίρος μεταβιβάζει τις συνέπειες της ανεύθυνης συμπεριφοράς του στους συνετούς εταίρους, και το οποίο είναι πολύ πιο έντονο και υπαρκτό σε διαδικασίες τύπου “ευρωομολόγων” ή “μηχανισμών στήριξης”, διότι αυτοί έχουν ως εγγυητές τους φορολογούμενους των “συνετών χωρών”. Η δεύτερη απάντηση είναι πως έτσι θα καθίστατο δυνατόν να βρεθεί μία ισορροπία ανάμεσα στην ανάγκη για εφαρμογή και τήρηση σταθερών κανόνων και στην ανάγκη να υπάρχει ευελιξία και ελαστικότητα που δεν θα καταδικάζει το σύστημα σε ακαμψία –άρα και σε καταστροφή– σε τυχόν συνθήκες κρίσης η οποία θα έχει προέλθει από την εμφάνιση παραγόντων ανισορροπίας που δεν είχαν προβλεφθεί ή δεν είχαν σωστά σταθμισθεί – όπως ακριβώς συνέβη με τους παράγοντες που δημιούργησαν την παρούσα κρίση. (Το εν λόγω «υπαρξιακό» πρόβλημα οικονομικής πολιτικής είναι γνωστό με τον όρο rules versus discretion). Η τρέχουσα δυσκολία της ευρωζώνης να ξεπεράσει το πρόβλημά της οφείλεται στην αδυναμία να απαντηθούν αποφασιστικά αυτά τα δύο ερωτήματα: οι “βόρειοι” θεωρούν ότι οιαδήποτε μεγαλύτερη παροχή βοήθειας προς χώρες στον δοκιμαζόμενο νότο ουσιαστικά θα εκληφθεί ως κίνητρο για εγκατάλειψη της επώδυνης προσπάθειας για επανεξισορρόπηση της οικονομίας τους, (moral hazard), καθώς και ότι ο κίνδυνος αυτός μορφοποιείται με τις συνεχείς εκκλήσεις για ad hoc λύσεις που παραβαίνουν τους συμπεφωνημένους κανόνες (δηλαδή για discretion και όχι για rules). Όμως, τα προβλήματα αυτά δεν θα υπήρχαν εάν η αρχιτεκτονική της ευρωζώνης ήταν πιο πλήρης, και λιγότερο ιδεολογικά περιχαρακωμένη, εάν δηλαδή αντί να αναμένει την επίτευξη της “αριστοποίησης” από την λειτουργία των αγορών, και μόνο, είχε φροντίσει να την πλαισιώσει με ένα σύστημα κανόνων το οποίο, από την μία πλευρά, θα παρείχε ένα ευλύγιστο μηχανισμό διακριτικής πολιτικής σε συνθήκες κρίσεως, δημιουργώντας έτσι δικλείδες ασφαλείας για το σύστημα, αλλά, από την άλλη, θα απέκλειε την εμφάνιση καταχρηστικών πρακτικών εκμηδενίζοντας, έτσι, τον ηθικό κίνδυνο.

Σε συνδυασμό με τις άλλες διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις που ήδη μορφοποιούνται (Δημοσιονομικό Σύμφωνο, Τραπεζική Ένωση), η καθιέρωση του “δικαιώματος ανεξαρτησίας”, θα προσέφερε την καλύτερη, στο μέτρο του εφικτού, δικλείδα ασφαλείας για την αποτροπή “κρίσεων φερεγγυότητας” της ευρωζώνης. Φυσικά δεν είναι ένα μέτρο που μπορεί να απαλείψει το ουσιώδες δομικό πρόβλημα της ΟΝΕ, δηλαδή την εγγενή έλλειψη συγχρονισμού μεταξύ της νομισματικής πολιτικής της ΕΚΤ και των επιχειρηματικών κύκλων των επιμέρους εθνικών οικονομιών από τις οποίες συντίθεται η ΟΝΕ, έλλειψη που καταλήγει να εκφρασθεί ως ανισότητα ανταγωνιστικότητας, ανισορροπία των εξωτερικών ισοζυγίων, δημοσιονομική υπερχρέωση και αστάθεια των επί μέρους εθνικών τραπεζικών συστημάτων. Ούτε είναι ένα μέτρο το οποίο, ακόμη και αν υπήρχε, θα μπορούσε από μόνο του να είχε αποτρέψει την εκδήλωση των τωρινών κρίσεων σε χώρες όπως η Ελλάδα, η Ιρλανδία ή η Πορτογαλία. (Στην περίπτωση της Ελλάδας, για παράδειγμα, το 15% του ΑΕΠ θα ήταν σταγόνα στον ωκεανό. Για την αντιμετώπιση της ελληνικής κρίσης οι Ευρωπαίοι πολίτες (φορολογούμενοι αλλά και αποταμιευτές) έχουν ήδη διαθέσει, σε διάφορες μορφές, (δανεισμός, απομείωση χρέους, τραπεζικές διευκολύνσεις), –με λογιστική αλλά και πραγματική ζημία τους πολύ μεγαλύτερη των δεκάδων δισεκατομμυρίων του PSI– ποσά που πλησιάζουν το 200% του ελληνικού ΑΕΠ, χωρίς εν τούτοις να μηδενισθεί ο κίνδυνος ελληνικής χρεοκοπίας, αλλά και χωρίς να αποφύγουν τον, άδικο και αστήρικτο, χαρακτηρισμό των «τοκογλύφων»). Μπορεί, εν τούτοις, σε συνδυασμό με την αυστηρή εφαρμογή των ρυθμίσεων του Δημοσιονομικού Συμφώνου και της Τραπεζικής Ένωσης, να λειτουργήσει ως παράγων μετριασμού των ανισορροπιών αυτών, καθώς και ως μηχανισμός απόσβεσης της έντασης των κρίσεων. Η τρέχουσα εμπειρία κατέστησε σαφές ότι το πλέον κρίσιμο σημείο στην αντιμετώπιση ενός φαινομένου απώλειας της αναπτυξιακής ισορροπίας μίας χώρας-μέλους της ευρωζώνης, εξ αιτίας «ασύμμετρου» κλονισμού της οικονομίας της, είναι η ευστάθεια και ανθεκτικότητα της δημοσιονομικής της πολιτικής. Όταν αυτή τίθεται εν αμφιβόλω δεν είναι δυνατόν να αντιμετωπισθεί κανένα από τα σύνδρομα προβλήματα που, αλληλοενισχυόμενα, τροφοδοτούν την διαδικασία της οικονομικής της περιδίνησης: ούτε η αστάθεια του τραπεζικού τομέα, ούτε η κάμψη του ΑΕΠ, ούτε η μείωση της ανταγωνιστικότητας αλλά ούτε και το σημαντικότερο από όλα, δηλαδή το πρόβλημα της ανεργίας.

Η ενεργοποίηση του “δικαιώματος της ανεξαρτησίας” εξυπακούεται πως θα είναι μία επιλογή έσχατης ανάγκης για κάθε χώρα που θα προσφεύγει σε αυτήν και ως εκ τούτου θα κινητοποιεί έναν μηχανισμό που θα δρα προς δύο κατευθύνσεις, Η πρώτη κατεύθυνση αφορά τον αναπότρεπτο εξαναγκασμό να μεταβληθεί δραστικά ή έως την στιγμή εκείνη ακολουθούμενη οικονομική πολιτική, η οποία, προφανώς, είτε θα ευθύνεται για την ανάγκη υιοθέτησης ενός τόσο δραστικού μέτρου είτε, απλά, δεν θα είναι πλέον κατάλληλη σε περίπτωση «ασύμμετρου» κλονισμού. Συνεπώς η ενεργοποίηση του δικαιώματος στην πράξη θα ισοδυναμεί με μία δημόσια ομολογία ότι η χώρα αντιμετωπίζει κίνδυνο δημοσιονομικής χρεοκοπίας και ως εκ τούτου θα είναι αναπόφευκτο να προσαρμόσει την πολιτική της καταλλήλως, πολλώ δε μάλλον διότι θα πρέπει επίσης να έχει προβλεφθεί ότι δεν θα είναι δυνατή η παραμικρή περαιτέρω συνδρομή ή διάσωση εκ μέρους των εταίρων της όταν και αν εξαντλήσει τα όρια του δικαιώματός της χωρίς να είναι ακόμη σε θέση να προσφύγει στον δανεισμό της ελεύθερης αγοράς. Η ύπαρξη μίας παρόμοιας ρήτρας «μη-διάσωσης» (no bail out clause) είναι απαραίτητη για να αποφευχθεί κάθε είδος καιροσκοπικής κατάχρησης του υπάρχοντος ηθικού κινδύνου. Θα είναι, επίσης, πιό αξιόπιστη και λογική από την παλαιά, και μη εφαρμοσθείσα, ρήτρα «μη-διάσωσης», γιατί αυτή η τελευταία ήταν πολύ επιπόλαια: δεν προέβλεπε στην πραγματικότητα καμμία ενδιάμεση περίοδο “δεύτερης ευκαιρίας” ανάμεσα στην εκδήλωση της κρίσης και στην εφαρμογή της.

Εάν όμως το ένα σκέλος των συνεπειών που θα έχει η ενεργοποίηση του «δικαιώματος της ανεξαρτησίας» συνεπάγεται την εκ των πραγμάτων είσοδο της χώρας σε συνθήκες έκτακτης ανάγκης και την υιοθέτηση δραστικής οικονομικής πολιτικής αναπροσαρμογής, διόρθωσης και σταθεροποίησης της εθνικής οικονομίας, το έτερο σκέλος έχει περισσότερο θετικό χαρακτήρα εξ αιτίας του γεγονότος ότι η πολιτική αυτή θα εφαρμόζεται με ευνοϊκούς, σχεδόν ιδεώδεις, όρους, κάτι που δεν συμβαίνει σήμερα. Στην παρούσα κατάσταση, λόγω των λειτουργικών ατελειών της ευρωζώνης, αλλά και της τιμωρητικής λογικής με την οποία ορισμένες πρωτεύουσες πιστεύουν ότι μπορούν και πρέπει να τις καλύψουν, παρατηρείται ακριβώς το αντίθετο. Όταν για μία χώρα σαν την Ισπανία ή την Ιταλία γίνει εμφανές, ή θεωρηθεί, ότι αντιμετωπίζει διαρθρωτικό πρόβλημα, τα επιτόκια του δανεισμού της αυξάνονται ραγδαία, με δυναμική απόλυτα ασυσχέτιστη με τα θεμελιώδη δεδομένα της οικονομίας της. Αυτό δημιουργεί μεγαλύτερες δυσκολίες στην εφαρμοζόμενη οικονομική πολιτική, οι οποίες όμως, μόλις γίνουν αντιληπτές, οδηγούν σε νέα επιβάρυνση των επιτοκίων δανεισμού. Δημιουργείται με τον τρόπο αυτό μία αυτοτροφοδοτούμενη διαδικασία ανοδικής σπείρας στην επιβάρυνση του δανεισμού, με αναπόφευκτο αποτέλεσμα την επαλήθευση των αρχικών φόβων περί εισόδου της χώρας σε κατάσταση δημοσιονομικής αφερεγγυότητας, παρ’ ότι αυτό δεν αντιστοιχεί στην λογιστική μακροοικονομική πραγματικότητα της. (Και όμως! Για την γερμανική τιμωρητική αντίληψη των πραγμάτων η διαδικασία αυτή είναι υγιής και ορθή διότι η πίεση που δημιουργούν τα υψηλά επιτόκια και η εμφάνιση του φάσματος της χρεοκοπίας στον ορίζοντα αποτελούν ουσιαστικά κίνητρα για τον πειθαναγκασμό των “άσωτων” χωρών να διορθώσουν τα προβλήματά τους).

Αντίθετα προς την τιμωρητική λογική και την διαδικασία της αυτοπροωθούμενης κατάρρευσης, η ενεργοποίηση του “δικαιώματος ανεξαρτησίας” θα προσφέρει στην προσφεύγουσα χώρα ευνοϊκές συνθήκες εξόδου από την κρίση. Παρά το ότι θα ενεργεί γνωρίζοντας ότι σε περίπτωση αποτυχίας της την αναμένει όχι η πιθανότητα αλλά η βεβαιότητα της χρεοκοπίας και της καταστροφής, πράγμα που σημαίνει ότι δεν θα διαθέτει κανένα περιθώριο καιροσκοπίας στις παρυφές του ηθικού κινδύνου, εν τούτοις, έχοντας την δυνατότητα να αποδεσμευθεί από τις αγορές για ένα κρίσιμο διάστημα, θα μπορεί να δανείζεται όχι με τα αυτοπροωθούμενα επιτόκια του πανικού των αγορών αλλά με τα τρέχοντα επιτόκια δανεισμού της ΕΚΤ, δηλαδή με προνομιακούς όρους, στο 99% των περιπτώσεων. Αυτό θα της παρέχει μεγαλύτερα περιθώρια προσαρμογής, από μακροοικονομική άποψη, αλλά και θα δρα καταλυτικά, με θετικό τρόπο, στον ψυχολογικό παράγοντα της οικονομίας, ο οποίος, σε παρόμοιες περιπτώσεις, είναι ίσως αυτός που έχει την μεγαλύτερη σημασία.

Ευνόητο είναι ότι η καθιέρωση της «ρήτρας ανεξαρτησίας» συνεπάγεται τις εξής θεσμικές τροποποιήσεις: πως το σχετικό δικαίωμα θα ασκείται ασχέτως από τους περί ελλείμματος περιορισμούς του «Δημοσιονομικού Συμφώνου», πως από το καταστατικό της ΕΚΤ θα απαλειφθεί το άρθρο που της απαγορεύει να αγοράζει κρατικούς τίτλους στην πρωτογενή αγορά και, φυσικά, πως θα γίνουν οι ανάλογες προσαρμογές και στα συντακτικά κείμενα της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Είναι ο κρατικός δανεισμός από την Κεντρική Τράπεζα πάντα, και αναπότρεπτα, πληθωριστικός ;

Το βασικό αντεπιχείρημα σε κάθε μία από τις πολλές προτάσεις που έχουν διατυπωθεί προς την κατεύθυνση της αμεσότερης εμπλοκής της ΕΚΤ στην αντιμετώπιση της κρίσης είναι, αφ’ ενός, ότι αυτό θα έχει πληθωριστικές επιπτώσεις και, αφ’ ετέρου, ότι δεν προσφέρει ριζικές και μακροπρόθεσμες λύσεις. Επίσης, όσο και αν φαίνεται παράδοξο, ένα επιπρόσθετο επιχείρημα είναι ότι μία παρόμοια εμπλοκή θα δημιουργήσει ζημίες στην ΕΚΤ η οποία, για τον λόγο αυτό, θα πρέπει στην συνέχεια να ανακεφαλαιοποιηθεί από τους Ευρωπαίους φορολογούμενους. Ξεκινώντας κανείς από αυτό το τελευταίο επιχείρημα –που στην ακραία λογική του φθάνει να υποστηρίζει ότι προκειμένου να μη βραχεί το σωσίβιο είναι προτιμότερο να πνιγεί ο ναυαγός– θα πρέπει να έχει μία ριζοσπαστική απάντηση, προκειμένου να παραμερίσει τον λανθασμένο και απόλυτα παραπειστικό ισχυρισμό ότι η ΕΚΤ είναι ένα πιστωτικό ίδρυμα σαν όλα τα άλλα, με την διαφορά ότι ανήκει σε όλους τους Ευρωπαίους πολίτες οι οποίοι κινδυνεύουν να επιβαρυνθούν με τυχόν ζημιογόνο πορεία της. Η πραγματικότητα είναι ότι η ΕΚΤ δεν είναι ένα πιστωτικό ίδρυμα. Δεν είναι η Bank of England του 17ου αιώνα όταν οι κεφαλαιούχοι ιδιοκτήτες της δάνειζαν τα σε χρυσό αποθέματά τους στον θρόνο της χώρας. Είναι, αντιθέτως ένα ίδρυμα δημοσίου σκοπού, δηλαδή μία βιομηχανία δημιουργίας χρηματικής ρευστότητας και πιστωτικής σταθερότητας της εποχής του «λογιστικού» –και δη ηλεκτρονικού– χρήματος. Ίσως, μάλιστα, για να μην δημιουργείται περιθώριο για παρόμοια παραπλανητική φιλολογία δεν θα πρέπει καν να ονομάζεται Τράπεζα. Μία καλή ιδέα θα ήταν να μετονομαστεί σε Ευρωπαϊκό Ίδρυμα Χρηματικής και Πιστωτικής Ισορροπίας. Και τα αποτελέσματά του δεν θα πρέπει να αξιολογούνται με βάση τα ετήσια “κέρδη”, αλλά με κριτήριο την συνεισφορά του στην διατήρηση της ισορροπίας της οικονομίας της ευρωζώνης, ισορροπία που δεν θα κρίνεται μόνο από την σταθερότητα των τιμών αλλά επίσης, και κυρίως, από την ποδηγέτηση της ανεργίας.

Ο ισχυρισμός επίσης ότι η, μέσω της δημιουργίας νέου χρήματος και επέκτασης της νομισματικής βάσης, αγορά από την εκδοτική Τράπεζα τίτλων του Δημοσίου έχει πάντα πληθωριστικές επιπτώσεις και καθυστερεί, αναβάλλει ή ματαιώνει τις αναγκαίες διαρθρωτικές προσαρμογές της οικονομίας, είναι ένα επιχείρημα σχετικής, και όχι απόλυτης, εγκυρότητας, που στις παρούσες συνθήκες, (των συχνά αρνητικών «χρηματικών πολλαπλασιαστών») δείχνει να έχει πλήρως διαψευσθεί, τουλάχιστον όσον αφορά το πρώτο σκέλος του, περί πληθωρισμού. Το πολυχρησιμοποιημένο παράδειγμα, βεβαίως, της μεταπολεμικής Γερμανίας του 1920, και των συλλογικών τραυμάτων που έχουν προκληθεί εξ αιτίας αυτού στο γερμανικό θυμικό, είναι περισσότερο λογοτεχνικού χαρακτήρα, και η συνεχής επίκλησή του καταντά αστειότητα. Αλλά και η επίκληση περιπτώσεων όπως της Ελλάδας και της Ιταλίας στην δεκαετία του 1970, δεν είναι περισσότερο πειστική. Με μία ψύχραιμη θεώρηση, εύκολα κανείς συμπεραίνει ότι οι οικονομίες αυτές ναι μεν δεν συνέχισαν την “απογείωση” που υποτίθεται ότι απελάμβαναν τις δύο περασμένες δεκαετίες, αλλά επίσης και δεν υπέστησαν κάποια μείζονα καταστροφή. (Πολλώ δε μάλλον που μία πιο προσεκτική εξέταση της εμπειρίας τους μπορεί κάλλιστα να δείξει ότι τα αίτια της επιβράδυνσής τους βρίσκονταν αλλού και όχι στην προσφυγή τους στο εκδοτικό δικαίωμα της Κεντρικής τους Τράπεζας για να καλύψει τα δημοσιονομικά τους ελλείμματα). Η, χωρίς υστερίες και δαιμονολογίες, πεποίθηση που προκύπτει από την οικονομική θεωρία είναι ότι η επέκταση της νομισματικής βάσης δεν συνεπάγεται αναγκαστικά και μονοσήμαντα και διόγκωση της νομισματικής μάζας η οποία με την σειρά της έχει ως αναπότρεπτη συνέπεια τον –ενίοτε και ανεξέλεγκτο– πληθωρισμό. Αντίθετα, η σχέση των δύο μεταβλητών είναι πολύ περισσότερο σύνθετη και σε περιόδους κάμψεως της οικονομικής δραστηριότητας είναι δυνατόν απλά και μόνο η συγκράτηση των μεγεθών της δεύτερης να απαιτεί αύξηση των μεγεθών της πρώτης. (Όπως ουσιαστικά συμβαίνει σήμερα σε όλες τις μεγάλες οικονομίες του ανεπτυγμένου κόσμου).

Σε κάθε περίπτωση, όμως, τα επιχειρήματα που αντιστρατεύονται κάθε είδους εμπλοκή της ΕΚΤ στην επίλυση του υπαρξιακού προβλήματος της ευρωζώνης, με την επίκληση του φαντάσματος της Δημοκρατίας της Βαϊμάρης, θα πρέπει να αντιμετωπισθούν ως αυτό που ακριβώς είναι, δηλαδή γραφικά. Και τούτο διότι κανείς, στις σχετικές προτάσεις, δεν μίλησε για απεριόριστο, ανεξέλεγκτο και χωρίς κανόνες και περιορισμούς δικαίωμα προσφυγής κάθε χώρας-μέλους της ευρωζώνης στο εκδοτικό δικαίωμα της ΕΚΤ. Αντίθετα, η λογική των προτάσεων για ενεργοποίηση της ΕΚΤ στην (πρωτογενή) αγορά ομολόγων αφορά μία υπό όρους και προϋποθέσεις, οριοθετημένη και σε ειδικές περιπτώσεις επιτρεπόμενη, προσφυγή στο εκδοτικό δικαίωμα σε περιπτώσεις «ασύμμετρου» κλονισμού. Που σε τελευταία ανάλυση είναι μία πολύ πιο πραγματιστική πρόταση από την εντελώς ατελέσφορη επίκληση στην “αλληλεγγύη” των λαών της Ευρώπης, αλλά και από το ακριβώς αντίθετό της, δηλαδή από τον ισχυρισμό ότι η τιμωρία της πλήρους σύνθλιψης των “άσωτων” οικονομιών, σήμερα, θα τις καταστήσει, σώφρονες και υγιείς, αύριο.

Η εναλλακτική ως προς την ενεργοποίηση της ΕΚΤ πρόταση, και αυτή που είναι περισσότερο δημοφιλής μεταξύ των «προοδευτικών» σχολιαστών, είναι εκείνη που αφορά την δημιουργία μίας «δημοσιονομικής ένωσης» ως συμπληρώματος της νομισματικής. Πρόκειται όμως για μία πρόταση η οποία, κατ’ αρχήν είναι πηγή σοβαρής σύγχισης: στην διατύπωσή της από γερμανικής πλευράς δεν σημαίνει τίποτε περισσότερο από την δημιουργία δυνατότητας για τους ευρωπαϊκούς μηχανισμούς να ακυρώνουν εθνικούς προϋπολογισμούς τους οποίους κρίνουν ιδιαίτερα επεκτατικούς και πέραν των δυνατοτήτων της συγκεκριμένης εθνικής οικονομίας. Αντιθέτως στην διατύπωσή της από την πλευρά των «ομοσπονδιακών πανευρωπαϊστών» οραματιστών είναι κάτι τελείως διαφορετικό, δηλαδή μία «ένωση δημοσιονομικών μεταφορών» η οποία θα διαχειρίζεται ένα σημαντικό ποσοστό του ΑΕΠ της ευρωζώνης, όχι μικρότερο του 20%, κατά τρόπο αντίστοιχο με εκείνον που η κυβέρνηση των ΗΠΑ διαχειρίζεται τον ομοσπονδιακό της προϋπολογισμό. (Παραλλαγές της ιδέας αυτής είναι και κάποιες προτάσεις –άν και όχι όλες– για την έκδοση «ευρω-ομολόγων»).

Η ιδέα για την δημιουργία μίας «ένωσης δημοσιονομικών μεταφορών» στην περιοχή της ευρωζώνης παρουσιάζει, εν τούτοις, μειονεκτήματα ή κινδύνους, που την καθιστούν πολύ λιγότερο ικανοποιητική ως λύση για το υφιστάμενο δομικό πρόβλημά της απ’ ότι η θεσμοθέτηση του «δικαιώματος ανεξαρτησίας». Δηλαδή η «ένωση δημοσιονομικών μεταφορών» :

είναι πολιτικά ανέφικτη, διότι δεν πρόκειται ποτέ να γίνει αποδεκτή από τους λαούς της Βόρειας Ευρώπης,

είναι οικονομικά ανωφελής και, ίσως και, επικίνδυνη διότι θα λειτουργούσε ομόρροπα («προκυκλικά») με τις δυνάμεις της κρίσης όταν αυτή θα εκδηλωνόταν·

είναι ατελέσφορη διότι, ακόμη και ομαλά εφαρμοζόμενη, δεν θα μπορούσε να λύσει τα υφιστάμενα προβλήματα των «ευπαθών» οικονομιών.

Είναι πολιτικά ανέφικτη διότι όποιος τυγχάνει έστω και λίγο εξοικειωμένος με την εσωτερική κατάσταση της Γερμανίας γνωρίζει πολύ καλά το πρόβλημα που υπάρχει σε ομοσπονδιακό επίπεδο μεταξύ των κρατιδίων που συνεισφέρουν στον ομοσπονδιακό προϋπολογισμό και εκείνων που εισπράττουν από αυτόν. Είναι τελείως αφελές να πιστεύεται ότι κάτι αντίστοιχο, αλλά σε πολύ μεγαλύτερη κλίμακα, δηλαδή το ενδεχόμενο εκτεταμένης μεταφοράς πόρων από την γερμανική οικονομία προς τις χώρες του Νότου, θα γινόταν δεκτό από τους Γερμανούς (Ολλανδούς, Φινλανδούς, Αυστριακούς) ψηφοφόρους.

Είναι οικονομικά ανωφελής σε περιόδους κρίσης σαν την σημερινή, ενώ θα μπορούσε να αποδειχθεί και επικίνδυνη, διότι, όπως δείχνει και η παρούσα εμπειρία, το πιθανότερο θα ήταν να ενισχύσει, αντί να αποδυναμώσει, τα δύο κύρια, συναφή με την φύση μίας νομισματικής ένωσης, στοιχεία ανισορροπίας, όπως αυτά αποτυπώνονται και στην τρέχουσα συγκυρία. Δηλαδή, αφ’ ενός, την ραγδαία αναρρίπιση του αισθήματος αποστροφής των επενδυτών για κρατικούς τίτλους που αφορούν διάσωση οικονομιών που τις βαραίνει η υποψία της δημοσιονομικής αφερεγγυότητας, (με την αναπόφευκτη επιβάρυνση των επιτοκίων κρατικού δανεισμού που αυτό επιφέρει) και, αφ’ ετέρου, την συρρίκνωση της νομισματικής μάζας που προκύπτει από την ρευστοποίηση όσων επενδύσεων στις «ευπαθείς οικονομίες» αποδεικνύονται μη-βιώσιμες (malinvestments) (καθώς και από την συνεπαγόμενη απομόχλευση (deleveraging) του χαρτοφυλακίου νοικοκυριών και επιχειρήσεων). Ο εν δυνάμει προκύπτων εξ αυτού συνδυασμός αυξανόμενων επιτοκίων, συρρικνούμενης νομισματικής μάζας και διάχυτης αβεβαιότητας στους φορείς της οικονομίας θα ήταν, βεβαίως, η πλέον ασφαλής συνταγή αποτυχίας μίας αντι υφεσιακής πολιτικής. Μία παρόμοια οικονομική αστοχία, άλλωστε, είναι δυνατόν να δημιουργήσει ακόμη πιο σοβαρές επιπλοκές πολιτικού, πλέον, χαρακτήρα: εάν η παρόξυνση της κρίσης και η τυχόν επέκτασή της από τους «ασθενείς κρίκους» της νομισματικής ένωσης προς τους πιό ισχυρούς εκληφθεί από το κοινό των τελευταίων ως συνέπεια της θεσμοποιημένης υποχρέωσης για «δημοσιονομικές μεταφορές», είναι βέβαιο ότι θα οδηγήσει σε απολύτως διαβρωτικά αποτελέσματα, όχι μόνο για την νομισματική ένωση αλλά ακόμη και για την ίδια την ΕΕ.

Κυρίως, όμως, η δημιουργία «δημοσιονομικής ένωσης» θα ήταν ατελέσφορη από αναπτυξιακή άποψη. Είναι απολύτως αβάσιμος ο, ρητός ή υπονοούμενος, ισχυρισμός ότι η μεταφορά πόρων προς τις «ασθενείς» οικονομίες του Νότου –και μάλιστα για λόγους που σχετίζονται κυρίως με τις διακυμάνσεις του οικονομικού κύκλου και όχι με την μακροχρόνια τάση αύξησης του ΑΕΠ τους– θα τις καταστήσει περισσότερο «παραγωγικές». (Ισχυρισμός ο οποίος αποτελεί παραλλαγή της διαψευσθείσας θεωρίας για την «Υπο-άριστη» νομισματική ένωση της οποίας οι «ενδογενείς» διαδικασίες θα την μετέτρεπαν, τελικά, σε «Άριστη»). Το εγχείρημα έχει ήδη δοκιμασθεί και έχει αποτύχει παταγωδώς. Η υστέρηση της ανταγωνιστικότητας των χωρών αυτών δεν οφείλεται στην έλλειψη κεφαλαίων – κάθε άλλο μάλιστα : η ποικιλόμορφη εισροή κεφαλαίων από τον Βορρά στις χώρες του Νότου στην περίοδο 2000-2009 (ή, ακόμη καλύτερα, στην περίοδο 1985-2009) διέστρεψε τις σχετικές τιμές καθιστώντας σε μεγάλο βαθμό τις παραγωγικές επενδύσεις ασύμφορες. Το κυριότερο όμως, που ποτέ δεν λέγεται, είναι ότι η μετατροπή των χωρών του ευρωπαϊκού Νότου σε κοινωνίες-υπότροφους των πλουσίων εταίρων τους θα παροξύνει τα φαινόμενα παραλυτικής εξάρτησής τους από αλλότριες πηγές δημιουργίας πλούτου και εισοδημάτων. Μία τέτοια εξάρτηση, όμως, οδηγεί αναπότρεπτα σε κοινωνικό, παραγωγικό, ηθικό και πνευματικό εκφυλισμό, πράγμα το οποίο είναι σε θέση πολύ εύκολα να διαπιστώσει κανείς εξετάζοντας ως παραδειγματική περίπτωση περί τούτου την Ελλάδα και τα αποτελέσματα που είχαν επάνω στην κοινωνία της 30 σχεδόν χρόνια σίτισής της από την ευρωπαϊκή τροφοδόχο.

Βιβλιογραφία-αρθρογραφία

Blanchard Olivier et al (ed), “In the wake of the crisis”, The MIT Press, 2012.

De Grauwe Paul, “The European Central Bank as a lender of last resort”, Vox, 18 August 2011.

De Grauwe Paul, “Why the EU summit decisions may destabilize government bond markets”, Vox, 2 July 2012.

De Grauwe Paul, Yuemel Ji, “What Germany should fear most is its own fear”, Vox, 18 September 2012.

De Henri de Badinat, “Comment l’ euro a tué la Grèce”, Les Echos, 27 juillet 2012.

Duval Guillaume, «À qui joue Mario Draghi?», Alternatives Économiques no 316, septembre 2012.

Eckhard Hein, Achin Troyer, “European Monetary Union: nominal convergence, real divergence and slow growth?”, 18 September 2003.

Economist (The), “Narrow success, broad consensus”, September 3rd 2009.

Economist (The), “The weak shall inherit the earth”, October 6th 2012.

«Ευρώ: Ένα νόμισμα, πολλές κυβερνήσεις, 10 χρόνια καλής συμβίωσης», Διεθνής και Ευρωπαϊκή Πολιτική-τεύχος 15, Ιούλιος-Σεπτέμβριος 2009.

Exiting from Monetary Crisis Intervention Measures-Background Paper”, International Monetary Fund, 25 January 2010.

Feldstein Martin, “Dos and Don’ts for the European Central Bank”, The Project Syndicate, 29 July 2012.

Institute for the New Economic Thinking. “Breaking the Deadlock: A path out of the Crisis”, 23 July 2012.

Ιωάννου Δημήτρης, «Η επισφαλής ατραπός της ΟΝΕ», Δελτίο Κέντρου Ανάλυσης και Σχεδιασμού (ΚΑΣ) Υπουργείου Εξωτερικών (ΥΠΕΞ), τεύχος 60, Μάιος 2010.

Manmohan Singh, Peter Stella, “Central Bank reserve creation in the era of negative money multipliers”, Vox, 7 May 2012.

Mayer Thomas, “I ‘m an Austrian in economics”, Deutsche Bank Research, 16 September 2011.

Munchau Wolfgang, “Draghi is the devil in Weidman’s eurozone drama”, Financial Times, 23 September 2012.

Schmitt-Grohe Stephanie, Uribe Martin, “The case for temporary inflation in the eurozone”, Discussion Paper no 9133, Centre for Economic Policy Research, London, September 2012.

Sinn Hans-Werner (ed), “The European balance of payments crisis”, CESifo, January 2012.

Sinn Hans-Werner, “Europe’s path to disunity”, The Project Syndicate, 23 October 2012.

Sinn Hans-Werner, “TARGET losses in case of a euro breakup”, Vox, 22 October 2012.

Vermeiren Mattias, “Monetary Power and EMU: Macroeconomic Adjustment and Autonomy in the Eurozone”, Ghent Institute for International Studies, July 2012.

Weidman Jens, “Rebalancing Europe”, http://www. scribd.com/doc/89774632/Jens-Weidmann-ReBalancing-Europe

Whelan Karl, “Is the ECB risking insolvency? Does it matter?”, Forbes, 6 August 2012. 

———————————————————————————————————–

Βιβλιογραφικὴ σημείωση – Ἱστορικὸ δημοσιεύσεως

. A. Ιωάννου, «Από την «Ευρωζώνη Ι» στην «Ευρωζώνη ΙΙ»», ∆ιεθνείς Σχέσεις, Μηνιαία Επιλογή Θεμάτων και Απόψεων Διεθνούς Πολιτικής και Ασφαλείας, Κέντρο Αναλύσεως και Σχεδιασμού Πολιτικής Υπουργείου Εξωτερικών, τεύχος 90, σ. 31-40, Νοέμβριος 2012.

Advertisements