Πλάνες και ανακρίβειες για την κρίση

by ggeorgan

ΔΗΜΗΤΡΗΣ Α. ΙΩΑΝΝΟΥ

Σύμβουλος Πρεσβείας Α’

Απρίλιος 2010

 H δημόσια, πολιτική και μη, συζήτηση για την τρέχουσα οικονομική κρίση της χώρας χαρακτηρίζεται, σε μεγάλο βαθμό, από διάφορες πλάνες και ανακρίβειες που συσκοτίζουν την πραγματικότητα και δημιουργούν σύγχυση και λανθασμένες πεποιθήσεις.

1. Ο ισχυρισμός ότι η Ελλάδα θα μπορούσε να αποφύγει όλο το άχθος της αποπληρωμής των δανεικών προχωρώντας τάχιστα σε μία μονομερή δήλωση χρεοκοπίας, και σε παύση πληρωμών, είναι ανεδαφικός και η προσπάθεια σύγκρισης με το 1932 τελείως λανθασμένη. Η χρεοκοπία του 1932 ήταν αυθεντική, απλώς προκλήθηκε από την άστοχη επιμονή του Ε. Βενιζέλου να διατηρεί την Ελλάδα στον “κανόνα χρυσού”. Σήμερα δεν θα πρόκειται για αποχώρηση από τον «κανόνα χρυσού» αλλά για αθέτηση υποχρεώσεων 300 και πλέον δισεκατομμυρίων ευρώ (εάν συνυπολογισθούν και οι οφειλές του ιδιωτικού τομέα που και αυτές αναπόφευκτα θα έπαυαν να εξυπηρετούνται) προς την διεθνή οικονομική κοινότητα, αθέτηση που θα είχε εξοφθάλμως χαρακτήρα δολίας πτωχεύσεως και θα επέφερε τρομερές συνέπειες, όχι μόνο για την εθνική οικονομία που θα εξοβελιζόταν από τις διεθνείς οικονομικές συναλλαγές με δραματικές επιπτώσεις στο βιοτικό επίπεδο των Ελλήνων, αλλά και για την ίδια την εθνική ασφάλεια, αφού είναι βέβαιο ότι μία συμμαχία των «προθύμων πιστωτών» θα επιζητούσε -δικαίως τα οφειλόμενα με τρόπους που δεν θα ήθελε κανείς ούτε και να τους φαντασθεί.

Βέβαια, η περίπτωση της «δόλιας» (ή άλλως «επαναστατικής») χρεοκοπίας δεν έχει καμμία σχέση με την ιδιαίτερη πιθανή στο εγγύς μέλλον «αναδιάρθρωση» (restructuring) των ελληνικών οφειλών, η οποία, παρ’ ότι θα δημιουργούσε -και αυτή ισχυρές παρενέργειες, θα μπορούσε να συμφωνηθεί με τους πιστωτές της χώρας και τους εποπτεύοντες διεθνείς οργανισμούς σε στιγμή πραγματικής αδυναμίας εξυπηρετήσεως του χρέους και να πάρει την μορφή είτε της χρονικής ανακλιμάκωσής του (maturity extension), είτε της απομείωσής του κεφαλαίου (haircut), είτε κάποιου συνδυασμού και των δύο.

2. Αναμφίβολα η εξελισσόμενη κρίση είναι αποτέλεσμα της άφρονος και αυτοκτονικής αποφάσεως για συμμετοχή της Ελλάδας στην ΟΝΕ, της πλέον καταστρεπτικής επιλογής που έχει γίνει στην ιστορία του νεοελληνικού κράτους και πλήρως ενδεικτικής του γεγονότος ότι οι οικονομικές αποφάσεις δεν πρέπει να λαμβάνονται με πολιτικά κριτήρια. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι η Ελλάδα θα μπορούσε να αποχωρήσει σήμερα από το κοινό νόμισμα. Με δημόσιο χρέος ύψους 300 δισεκατομμυρίων ευρώ, και αντίστοιχο ή μεγαλύτερο ακόμη εξωτερικό χρέος (εάν υπολογισθούν και οι οφειλές του ιδιωτικού τομέα), θα ήταν αδύνατο να εισαγάγει ένα εθνικό συναλλαγματικό σύστημα. Το νέο νόμισμα δεν θα είχε κανένα «σημείο αναφοράς» για στήριξή του και θα υποτιμάτο συνεχώς με αποτέλεσμα ο όγκος της νομισματικής κυκλοφορίας στην Ελλάδα να συρρικνώνεται ασύμμετρα, όσον αφορά την αξία του, υποχρεώνοντας την Κεντρική Τράπεζα στην συνεχή «τυφλή» αύξησή του, και στην δημιουργία καλπάζοντος πληθωρισμού. Το ίδιο συνέβη και μετά την απελευθέρωση, το 1944, παρά μάλιστα το γεγονός ότι δεν υπήρχε άμεσα πρόβλημα εξωτερικού χρέους.

Βέβαια, η αδυναμία της αποχώρησης σήμερα από τον μηχανισμό του ευρώ δεν σημαίνει ότι η ελληνική οικονομία δεν πρέπει να προσανατολίζεται στην μεσοπρόθεσμη αποχώρησή της και στην αλλαγή του συναλλαγματικού συστήματος εντός του οποίου λειτουργεί. Το ευρώ δεν είναι παρά η μετονομασία του γερμανικού μάρκου και η νομισματική και συναλλαγματική πολιτική που συνεπάγεται, εξ αιτίας της πλήρους έλλειψης συγχρονισμού του ελληνικού οικονομικού κύκλου με τον γερμανικό, και γενικότερα τον βορειο-ευρωπαϊκό, ξεπερνούν όχι μόνο τις ανάγκες αλλά και τις αντοχές της ελληνικής οικονομίας και του ελληνικού κοινωνικού σχηματισμού.

3. Ο ισχυρισμός ότι στην παρούσα κρίση η Ελλάδα, αντί «αντιπληθωριστικής διόρθωσης», θα πρέπει να επιδιώξει μία αναθέρμανση της οικονομίας της μέσω επεκτατικής πολιτικής, είναι τόσο ανεδαφικός που δεν θα άξιζε καν να συζητηθεί, εάν δεν προβαλλόταν και από πανεπιστημιακούς. Η κεϋνσιανή προσέγγιση των υφεσιακών τάσεων αποδείχθηκε, πράγματι, κατά την πρόσφατη διεθνή οικονομική κρίση ότι είναι η πλέον ορθή και αποτελεσματική. Μαζί με αυτό όμως αποδείχθηκε και κάτι άλλο: για να μπορεί μία χώρα να ασκεί αντικυκλική επεκτατική δημοσιονομική πολιτική σε περιόδους κάμψης και ύφεσης θα πρέπει να μην αντιμετωπίζει σοβαρό πρόβλημα δημόσιου χρέους, θα πρέπει δηλαδή στις περιόδους ανόδου του κύκλου όχι μόνο να έχει ελαχιστοποιήσει τα δημοσιονομικά ελλείμματά της αλλά, ει δυνατόν, να έχει συσσωρεύσει και πλεονάσματα. Από αυτή την άποψη με την υπερσυσσώρευση του χρέους η Ελλάδα έχει πλήρως στερήσει από τον εαυτό της, για τα επόμενα 100 χρόνια, την δυνατότητα να προσφεύγει σε δημοσιονομική επεκτατική πολιτική σε περιόδους κρίσης. Στον αντίποδα της Ελλάδας βρίσκονται οι χώρες της Νοτιο-ανατολικής Ασίας οι οποίες όμως, για να συγκεντρώσουν τα συναλλαγματικά αποθέματα που τους χαρίζουν σήμερα προστασία απέναντι στην κρίση και εύρος δυνατοτήτων για δημοσιονομικές παρεμβάσεις, ακολούθησαν οικονομικές πολιτικές που είναι βέβαιο ότι δεν θα εγκρίνονταν από τους εγχώριους οπαδούς των απόψεων «προστασίας του λαϊκού εισοδήματος».

Πέραν τούτου είναι σαφές ότι η ελληνική οικονομία, εγκλωβισμένη εντός του ευρώ, λειτουργεί ουσιαστικά ως εάν να ακολουθούσε τον «κανόνα χρυσού» του οποίου, όπως είναι γνωστό, ο Κέυνς, αφ’ ης στιγμής εγκατέλειψε την ορθοδοξία της εποχής του, κατέστη φανατικός πολέμιος ακριβώς γιατί καθιστούσε μονόδρομο τον «αποπληθωρισμό» σε περιόδους κρίσεων.

4. Αποτελεί φενάκη ή άποψη ότι η Ελλάδα θα μπορούσε να αποφύγει την προσφυγή σε περιοριστικά μέτρα διαχείρισης της κρίσεως και αντί αυτού να αξιοποιήσει την «δημόσια περιουσία» της η αξία της οποίας –υποτίθεται ότι εγγίζει τα 300 δισεκατομμύρια ευρώ. Είναι κατ’ αρχάς προφανές ότι δεν υφίσταται αξιοποιήσιμη οικονομικά δημόσια περιουσία τέτοιου ύψους Ακόμη όμως και αν υπήρχε, σε καμμία περίπτωση δεν θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί ως εργαλείο αντιμετώπισης της τρέχουσας κρίσης αφού αυτή είναι ραγδαία εξελισσόμενη ενώ η ρευστοποίηση-αξιοποίηση της δημόσιας περιουσίας είναι μία εξαιρετικά μακροχρόνια και σύνθετη διαδικασία. Πέραν βεβαίως του γεγονότος πως όταν επιχειρείς να ρευστοποιήσεις το σύνολο των περιουσιακών σου στοιχείων δια μιας, και μάλιστα σε περιόδους διεθνούς οικονομικής κάμψης και περιορισμένης ζήτησης, μειώνεις την αξία τους καταστρεπτικά.

5. Αποτελεί εξαιρετικά μεγάλη ανακρίβεια η άποψη ότι η εφαρμογή του «σταθεροποιητικού προγράμματος» θα είναι η αιτία που η οικονομία θα οδηγηθεί στην ύφεση. Ένας παρόμοιος ισχυρισμός υπονοεί ότι εάν δεν λαμβάνονταν μέτρα αντιμετώπισης της κρίσης η οικονομική δραστηριότητα θα συνεχιζόταν ομαλά και με σφρίγος ! Η αλήθεια βέβαια είναι ακριβώς αντίθετη: εάν δεν λαμβάνονταν τα μέτρα που η διεθνής οικονομική κοινότητα απαιτεί για να συνεχίσει την δανειοδότηση της Ελλάδας, η οικονομία θα κατέρρεε συνολικά. Τα περιοριστικά μέτρα, λοιπόν, αντί να δημιουργούν την ύφεση, την περιορίζουν όσο περισσότερο είναι δυνατόν να περιοριστεί, αποτρέποντας την μετατροπή της σε πτώχευση της οικονομίας και εκμηδενισμό της οικονομικής δραστηριότητας.

Ακριβώς το ίδιο ανακριβή είναι και όσα λέγονται για το ΔΝΤ. Ο οργανισμός αυτός δεν είναι πλέον το φερέφωνο των ιδεολογικών αγκυλώσεων του Washington consensus της δεκαετίας του 1990, και αυτό φαίνεται στους «επαναστατικούς» προβληματισμούς του για πληθωριστικό στόχο 4% προκειμένου η νομισματική πολιτική να είναι αποτελεσματική σε περιόδους κρίσεων, για τον περιορισμό της βραχυχρόνιας διεθνούς κίνησης κερδοσκοπικών κεφαλαίων ή για την ανάγκη φορολόγησης των κερδών των τραπεζών προκειμένου να αποπληρωθεί μέρος του δημόσιου χρέους που δημιουργήθηκε στην περίοδο της κρίσης. Ακόμη, όμως, και το «παλιό» ΔΝΤ αδικείται όταν λέγεται ότι «όπου πήγε άφησε πίσω του συντρίμμια». Κάτι τέτοιο και πάλι υπονοεί ότι ο οργανισμός ενέσκηψε απρόσκλητος σε διάφορες ανθούσες οικονομίες για να τις βλάψει – και δεν υπάρχει τίποτε πιο ανακριβές από αυτό. Σε όλες σχεδόν τις περιπτώσεις το ΔΝΤ προσκαλείται σε καταστάσεις καθημαγμένων οικονομιών όταν ο «πολιτικός κύκλος» έχει επιφέρει πλήρως τα αποτελέσματά του, για να διορθώσει τα αδιόρθωτα καθώς η χρεοκοπία έχει ήδη επέλθει. Οι “συνταγές” του είναι “σκληρές” και “ανάλγητες”, πλην όμως στις συνθήκες που καλείται να επέμβει, όπως και σήμερα στην Ελλάδα, ουδείς εκ των πολεμίων του έχει την δυνατότητα να παρουσιάσει κάποια εφαρμόσιμη εναλλακτική λύση. Αντί δε να επαναλαμβάνει κανείς συνεχώς τις «αποτυχίες» του ΔΝΤ, όπως η Αργεντινή, θα έπρεπε ίσως να υπομνήσει και τις «επιτυχίες» του, μία από τις οποίες είναι και η Τουρκία, η οποία το 2001 βρισκόταν σε κατάσταση πλήρους κατάρρευσης και σήμερα, χάρις στην παρέμβαση του ΔΝΤ. κοιτάζει την Ελλάδα αφ’ υψηλού, ως μέλος της G-20 και με προσδοκώμενο ρυθμό αύξησης του ΑΕΠ για το τρέχον έτος 5,5%.

6. Είναι λάθος να λέγεται ότι το πρόβλημα της Ελλάδος είναι απόρροια της έλλειψης «πολιτικής ενότητας» και «οικονομικής διακυβέρνησης» στην ΕΕ. Ακόμη και αν υπήρχαν, οι εν λόγω μηχανισμοί «οικονομικής διακυβέρνησης» θα αφορούσαν μόνο δημοσιονομικές μεταφορές πόρων υπό ομαλές συνθήκες: για παράδειγμα, εάν η Ελλάδα ήταν μία χώρα με λογικό χρέος και λογικά δίδυμα ελλείμματα και στην διάρκεια μίας κρίσης η οικονομία της δεχόταν ένα «ασύμμετρο πλήγμα» από την μείωση των εσόδων της ναυτιλίας και του τουρισμού, θα ήταν θεμιτό και εύλογο να προσφύγει στον υποθετικό μηχανισμό της κοινής δημοσιονομικής πολιτικής της ευρωζώνης για την απαραίτητη εισοδηματική στήριξη. Η λειτουργία “οικονομικής διακυβέρνησης” και “δημοσιονομικής πολιτικής” θα σήμαινε την ύπαρξη ενός Υπουργείου Οικονομικών στον χώρο της ΟΝΕ, εν μέρει αντίστοιχου του Treasury των ΗΠΑ. Κάτι τέτοιο όμως δεν έχει καμμία σχέση με την σημερινή περίπτωση όπου ξαφνικά η Ελλάδα εμφανίσθηκε, μετά από πολυετή παραποίηση των στοιχείων και εξαπάτηση των εταίρων της, στο χείλος του γκρεμού η ίδια αλλά και έτοιμη να παρασύρει στην καταστροφή όλη την ευρωζώνη, δηλώνοντας μάλιστα ότι το πρόβλημά της “είναι ευρωπαϊκό”. Η αργοπορημένη αντίδραση της λοιπής ευρωζώνης μπορεί να ήταν βλαπτική και για τα δικά της συμφέροντα, δεν οφείλεται όμως στην έλλειψη κάποιας κοινής «οικονομικής διακυβέρνησης» και κάποιου μηχανισμού “δημοσιονομικών μεταφορών”. Έστω και αν υπήρχε παρόμοιος μηχανισμός είναι μάλλον απίθανο ότι ο κανονισμός λειτουργίας του θα προέβλεπε και την υποχρέωση της άμεσης διάσωσης απατεώνων ! Όσοι καταριόντουσαν και έβριζαν τους εταίρους της ΟΝΕ -δηλαδή τους φορολογούμενους πολίτες τους γιατί δεν κατατσακίσθηκαν να αναλάβουν πάραυτα τα βάρη της Ελλάδας (λες και μας τα χρωστούσαν), προσθέτοντας στις απόψεις τους και το κερασάκι της μη ύπαρξης “Υπουργού Οικονομικών” της ευρωζώνης, που υποτίθεται ότι θα επέσπευδε την έγκαιρη παροχή “βοήθειας” ( ! ), μάλλον δεν καταλάβαιναν για τί μιλούσαν. Και βεβαίως τώρα που οι εταίροι επενέβησαν – πράγματι αποφασιστικά – η επέμβαση δεν είναι αρεστή, διότι δεν είναι ακριβώς αυτό που εννοούσαν όσοι τους εγκαλούσαν, με αγέρωχο ύφος, να επιδείξουν “ευρωπαϊκή αλληλεγγύη”. Από το 1976, τουλάχιστον, υπήρχε και ευημερούσε στην Ελλάδα μία ολόκληρη επαγγελματική κατηγορία η οποία δραστηριοποιούνταν αποκλειστικά στην παρουσίαση της Ευρώπης ως την αδάπανη και ξεκούραστη λύση για όλα τα δεινά του έθνους, κάτι αντίστοιχο με τον “από μηχανής θείο” σε ελληνικό ασπρόμαυρο c movie του 1960 : ο Μήτρος και ο Μητρούσης ήταν τεμπέληδες, απατεώνες, άχρηστοι και ερημοσπίτες αλλά μόλις εμφανιζόταν ο χαμένος πλούσιος θείος και τους έπαιρνε υπό την προστασία του γίνονταν νοικοκύρηδες με ωραία κοστούμια, αυτοκίνητο και πολύ όμορφα κορίτσια να τους αγαπάνε ειλικρινά. Σε αυτό το πρότυπο αναπτυσσόταν η κεντρική “διήγηση” της βιομηχανίας πολιτικής μυθοπλασίας που ήκμασε στην χώρα μας κατά την μεταπολιτευτική περίοδο, και αν κρίνουμε από διάφορες αντιδράσεις απελπισίας που παρατηρούνται σήμερα υπήρξαν πολλοί που σαν τον Ντουλκαμάρα είχαν πιστέψει και οι ίδιοι στις μαγικές ιδιότητες του καθαρού νερού που πουλούσαν για ελιξίριο του έρωτα. Μία ολόκληρη εποχή, όμως, τελείωσε απότομα τον σκληρό Απρίλη του 2010.

Το θέμα άλλωστε είναι ότι, παρά την έλλειψη ενιαίας δημοσιονομικής πολιτικής της ευρωζώνης, η Ελλάδα προικοδοτήθηκε πλουσιοπάροχα τόσο από καθαρή μεταφορά πόρων όσο και από αφειδή και χαμηλότοκη χρηματοδότηση που τις εξασφάλισε η συμμετοχή της στην ζώνη του ευρώ, τις οποίες όμως δεν μπόρεσε να αξιοποιήσει για την παραγωγική της αναβάθμιση. Αντίθετα μάλιστα η οργανική εξέλιξη που χαρακτηρίζει κάθε κοινωνία και οικονομία, μάλλον ανακόπηκε από τις χωρίς παραγωγικό αντίκρισμα χρηματικές επιδοτήσεις και την «υπερβάλλουσα ζήτηση». Αυτό αποκρυσταλλώνεται καθαρά :

– στην περίπτωση της γεωργίας όπου οι εισοδηματικές ενισχύσεις καθήλωσαν τις εκμεταλλεύσεις σε ένα μέσο μέγεθος που δεν είναι αυτόνομα βιώσιμο οικονομικά, εμπεδώνοντας παράλληλα στους γεωργούς την νοοτροπία δημοσίου υπαλλήλου των Βρυξελλών

– στην εξέλιξη της βιομηχανίας, όπου η αποβιομηχάνιση που δημιουργείται από την μεταφορά των μονάδων «εντάσεως εργασίας» στις «αναδυόμενες» οικονομίες δεν συνοδεύεται από την δημιουργία νέων μονάδων σε τεχνολογίες αιχμής και ένας από τους, πολλούς, λόγους γι’ αυτό είναι ότι η αμοιβή της εργασίας στην Ελλάδα, «πληθωρισμένη» από τους εισαγόμενους με σκοπό την «σύγκλιση» ευρωπαϊκούς πόρους, είναι πολύ υψηλότερη από το «ανθρώπινο κεφάλαιο» που αντιπροσωπεύει

– στην μονομερή ανάπτυξη των μη παραγωγικών τομέων, γεγονός που οφείλεται στο ότι οι εισαγόμενοι από τις Βρυξέλλες πόροι, μαζί με τον υπερδανεισμό που επέτρεψε το ευρώ, δημιουργώντας μία «υπερβάλλουσα ζήτηση», ενώ άφηναν αναλλοίωτες τις τιμές των «διεθνώς εμπορευσίμων» προϊόντων που είναι παγκοσμίως ενιαίες, αύξαναν τις σχετικές τιμές, άρα και τα περιθώρια κέρδους, των «διεθνώς μη εμπορευσίμων» που όμως έχουν χαμηλή παραγωγικότητα και δεν δημιουργούν αναπτυξιακές ροπές, τροφοδοτώντας παράλληλα και τον ενδημικό πληθωρισμό. Η Ελλάδα δεν παρήγαγε “διεθνώς εμπορεύσιμα” γιατί ήταν σχετικά φτηνά και δεν προσέφεραν ικανοποιητικά περιθώρια κέρδους ώστε να στηρίξουν την ύπαρξη ρωμαλέας εγχώριας βιομηχανίας. Τα εισήγαγε όμως κατά κόρον, διογκώνοντας το ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών στο έπακρο. Από την άλλη πλευρά, όσο η ρευστότητα στην οικονομία αυξανόταν η “υπερβάλλουσα ζήτηση” διογκωνόταν και οι σχετικές τιμές των “διεθνώς μη εμπορευσίμων” απογειώνονταν, δημιουργώντας μεγάλα περιθώρια κέρδους και, συνεπώς, υψηλή προσφορά. Αυτό εξηγεί τον υπερεμπορισμό, την παραοικονομία, τον γιγαντισμό του τομέα της οικοδομής. Επρόκειτο για την λειτουργία ενός αφανούς μεν, ισχυρότατου δε οικονομικού μηχανισμού ο οποίος ενεργοποιείται αναπότρεπτα σε κάθε «μικρή ανοιχτή οικονομία» που πέφτει στο διπλό θανάσιμο λάθος να συμμετέχει σε ένα σύστημα σταθερών ισοτιμιών και παράλληλα να επιτρέπει να εκδηλώνεται στις αγορές της «υπερβάλλουσα ζήτηση». Συνεπώς η τυχόν ύπαρξη και άλλων διαρθρωτικών κονδυλίων, δημοσιονομικών «μεταφορών» καθώς και «ευρωπαϊκών ομολόγων» για την χρηματοδότησή τους δεν θα έκαναν τίποτε περισσότερο από το να παροξύνουν τις δομικές ανεπάρκειες της ελληνικής οικονομίας στον έσχατο βαθμό ενισχύοντας το φαινομενικό “παράδοξο” η Ευρώπη να επιδοτεί στην Ελλάδα την ανταγωνιστικότητα και αντί αυτού να γιγαντώνονται ο παρασιτισμός και τα ελλείμματα.

7. Η επίκληση της ιδέας της «ανάπτυξης» ως εναλλακτικής λύσης σε κάθε περιοριστική οικονομική πολιτική που αποσκοπεί στην ευθυγράμμιση της κατανάλωσης με τις παραγωγικές δυνατότητες της χώρας, αποτελεί ίσως την μεγαλύτερη φενάκη, ή την μεγαλύτερη δημαγωγική προσπάθεια παραπλάνησης, από όλες. Κατ’ αρχάς η απόπειρα να αντιδιασταλεί, σήμερα, η εφαρμογή μίας απαραίτητης περιοριστικής πολιτικής με μία υποθετική «αναπτυξιακή» πολιτική η οποία θα μπορούσε να δώσει καλύτερα αποτελέσματα, είναι μία κραυγαλέα λαθροχειρία. Ακόμη και εάν υπήρχε δυνατότητα για την υλοποίηση μίας καρποφόρας αναπτυξιακής πολιτικής τα αποτελέσματα θα απαιτούσαν χρόνο για να προκύψουν και στο μεταξύ το σύστημα πληρωμών, οι πιστωτικοί μηχανισμοί, οι οικονομικές, αλλά και διοικητικές, δομές της χώρας θα είχαν πλήρως καταρρεύσει. Όμως και η επίκληση ενός μακροχρόνιου αναπτυξιακού οράματος που θα μεταμορφώσει την Ελλάδα, υποτίθεται, σε μία «τίγρη της Μεσογείου» αποτελεί προϊόν παραισθήσεως και αυτό θα πρέπει κάποτε να ειπωθεί καθαρά. Η σύγχρονη οικονομική θεωρία γνωρίζει πλέον ότι η ανάπτυξη είναι μία «ενδογενής» διαδικασία, πράγμα που σημαίνει πως η δημιουργία τομέων υψηλής προστιθέμενης αξίας στους κλάδους τεχνολογικής αιχμής προκύπτει οργανικά από την υποκείμενη ύπαρξη ενός κοινωνικο-οικονομικού πλέγματος θεσμών και σχέσεων στο οποίο καλλιεργούνται και ακμάζουν η γνώση και η επιστημονική έρευνα και στο οποίο διαμορφώνονται και αναπτύσσονται οι επαγγελματικές δεξιότητες και η επιχειρηματικότητα. Η οικοδόμηση ενός παρόμοιου κοινωνικο-οικονομικού πλαισίου είναι μία μακροχρόνια διαδικασία και δεν δημιουργείται από την μία στιγμή στην άλλη. Σε όλους τους, ενδεικτικούς της ύπαρξης μίας παρόμοιας τεχνοδομής, δείκτες η Ελλάδα, όπως είναι γνωστό, βρίσκεται στην θέση του ουραγού μεταξύ των αναπτυγμένων χωρών, και αυτό δεν είναι τυχαίο. Η ευκαιρία για την διαμόρφωση ενός ανάλογου κοινωνικού περιβάλλοντος χάθηκε στην περίοδο 1949-1981, δηλαδή μεταξύ του τέλους του εμφυλίου και της εισόδου στην ΕΟΚ, όταν αντί για την οικοδόμηση μίας ελεύθερης οικονομίας παραγωγής διευρυμένου πλεονάσματος προκρίθηκε η δημιουργία μίας ελεγχόμενης οικονομίας νομής περιορισμένου πλεονάσματος, (και της κοινωνικό-πολιτικής εξουσίας παράλληλα), από συγκεκριμένες κοινωνικές ομάδες.

Βέβαια η ανάπτυξη πρέπει να αποτελεί τον πρώτιστο στόχο κάθε οικονομικής πολιτικής. Όμως η σαφής κατανόηση ορίων και δυνατοτήτων είναι απαραίτητη για την ένταξη των αναπτυξιακών προσπαθειών σε ένα σωστό πλαίσιο. Εάν κάποιος πιστεύει στα θαύματα και θεωρεί πως το παραγωγικό γονιδίωμα της ελληνικής οικονομίας είναι δυνατόν, ως συνέπεια κάποιων επικείμενων μεταρρυθμίσεων, να μεταλλαγεί τόσο εκρηκτικά ώστε σε λίγα χρόνια να καταφέρει να καλύψει το 40% της ανταγωνιστικότητας που έχει απολέσει έναντι της γερμανικής παραγωγής από την στιγμή της συνδέσεως της δραχμής με το ευρώ το 1999 έως σήμερα, και να συνεχίσει με ανάλογους ρυθμούς στην συνέχεια, είναι λογικό να θεωρεί ότι η Ελλάδα πρέπει να παραμείνει μακροχρονίως στο κοινό νόμισμα (εάν αυτό βέβαια συνεχίσει να υπάρχει) προκειμένου να πρωταγωνιστεί. Εάν όμως δεν πιστεύει σε θαύματα, και θεωρεί ότι κάθε αναπτυξιακή προσπάθεια μοιραία θα κινηθεί στους, λίγο ή πολύ, γνωστούς παρονομαστές, τότε μάλλον θα συναινέσει στην αναζήτηση, μεσοπρόθεσμα, ενός άλλου συναλλαγματικού πλαισίου για την χώρα στο οποίο η εξωτερική ισοτιμία του νομίσματος θα υπηρετεί την ασθμαίνουσα ανταγωνιστικότητα και δεν θα την καταβαραθρώνει, όπως συμβαίνει με το ευρώ.

8. Είναι λάθος να λέγεται ότι «την κρίση θα πληρώσουν αυτοί που δεν φταίνε», γιατί στην πραγματικότητα «όλοι φταίνε». Φυσικά εκείνοι που ρευστοποίησαν και λεηλάτησαν τον δημόσιο πλούτο ευθύνονται περισσότερο από όσους απλώς τους το επέτρεψαν με την αδιαφορία τους, την άγνοιά τους ή την τροφοδοτημένη από κομματικό φανατισμό εθελοτύφλωσή τους. Μεγάλο όμως μέρος του εκρηκτικά διογκωμένου χρέους κάλυψε τις «κοινωνικές» ανάγκες των αυξήσεων που δεν αντιστοιχούσαν σε βελτιώσεις της παραγωγικότητας, τους διορισμούς που μετέτρεψαν την Ελλάδα σε χώρα με λαό δημοσίων υπαλλήλων, και την κατασπατάληση του δημόσιου πλούτου που πέραν κάθε άλλου οφείλεται και στην παντελή έλλειψη συλλογικής κοινωνικής ευθύνης. Συνεπώς η οιονεί χρεοκοπία της χώρας είναι απόρροια συλλογικών συμπεριφορών και στάσεων και όχι απλά ευθύνη κάποιου «πολιτικού κόσμου» που «απέτυχε να αρθεί στο ύψος των περιστάσεων». «Πολιτικός κόσμος» είναι το κοινωνικό μόρφωμα που δημιουργείται και αναπαράγεται υπηρετώντας τις πλειοψηφικές στο κοινωνικό σώμα συμπεριφορές και στάσεις ζωής. Και είναι δεδομένο ότι η εθνική οικονομία θα κινείται στις τροχιές της υπερχρέωσης και της χρεοκοπίας για όσο καιρό το κοινωνικό σώμα της Ελλάδας θα αγνοεί τον βασικό κανόνα της μακροχρόνιας ισορροπίας, τον οποίο διαισθητικά -και όχι επειδή έχουν σπουδάσει οικονομικά στο ΜΙΤ- γνωρίζουν οι πληθυσμοί των χωρών με υγιείς οικονομίες: ότι η αμοιβή της εργασίας πρέπει να αντιστοιχεί στη συμβολή της στο τελικό προϊόν, δηλαδή στην παραγωγικότητά της. Η προσπάθεια αύξησης της παραγωγικότητας (δηλαδή της ποιότητας της ζωής μας) είναι καθήκον όλων των πολιτών, πλην όμως στην χώρα μας όχι μόνο αυτό δεν γίνεται αντιληπτό, αλλά και δεν αναφέρεται ποτέ, από κανέναν, ως αξιακός στόχος, προφανώς γιατί δεν είναι “πολιτικά ορθό”. Έτσι η χώρα συνεχίζει να ζει υπό την πλάνη ότι η οικονομική ανάπτυξη και η ευημερία είναι συνέπειες της ύπαρξης κεφαλαίου (που άλλωστε υπάρχει άφθονο στην Ελλάδα), πρώτων υλών ή εύπορων συμμάχων, αγνοώντας την απλή αλήθεια ότι ο μόνος παράγων ανάπτυξης και ευημερίας είναι στην πραγματικότητα το “ανθρώπινο κεφάλαιο”, δηλαδή η διάθεση και η επιθυμία για μόρφωση και για παραγωγική και ευσυνείδητη συλλογική και ατομική εργασία. Για όσο καιρό το εκλογικό σώμα θα αγνοεί την θεμελιώδη αυτή αλήθεια και θα συνεχίζει να εργάζεται στην οικονομική του δραστηριότητα με -δύσθυμη παραγωγικότητα Βόρειας Αφρικής ενώ παράλληλα στην πολιτική του πρακτική θα επικεντρώνεται στην μανιώδη αναζήτηση της πολιτικής δύναμης που θα του εξασφαλίσει αμοιβές Βόρειας Ευρώπης, μοιραία θα οδηγείται πάντα τελικά στην ίδια, κακότυχη, κατάληξη: αφ’ ενός απογοητευμένο από εκείνους που «το πρόδωσαν», αφ’ ετέρου διαπορούν και εκπλησσόμενο για το πως είναι δυνατόν η εθνική οικονομία αντί να ευημερεί, να βυθίζεται συνεχώς.

Όσον αφορά δε την συγκεκριμένη κρίση, αλλά και κάθε κρίση, υπάρχει μία πικρή αλήθεια που δεν λέγεται ποτέ και από κανέναν. Ακόμη και αν οι καρποί της ανάπτυξης διατέθηκαν άνισα και άδικα, ακόμη και αν τα βάρη της κρίσης επιρρίπτονται άδικα και άνισα σε εκείνους που φταίνε λιγότερο, δηλαδή στους μισθωτούς και στους συνταξιούχους, αυτοί πρέπει να αποδεχθούν την αδικία και να συναινέσουν. Διαφορετικά, η κατάρρευση της οικονομίας αυτούς μόνο θα καταστρέψει και θα οδηγήσει στην δυστυχία γιατί οι εύπορες τάξεις -και τα υγιή, έντιμα και παραγωγικά τμήματά τους και οι κακοποιοί που λεηλάτησαν τον δημόσιο πλούτο έχουν συσσωρευμένα εισοδήματα που θα τους επιτρέψουν να ξεπεράσουν τις δυσκολίες πολύ ευκολότερα.

9. Είναι αυταπάτη να πιστεύει κανείς ότι ο «μηχανισμός στήριξης», έστω και με το πραγματικά θηριώδες ποσό που φαίνεται ότι τελικά θα διατεθεί για την χώρα μας, διασφαλίζει την Ελλάδα από περαιτέρω αναταράξεις και επιπλοκές. Η δυναμική του χρέους είναι εκρηκτική και ο συνδυασμός του με την υποτονική δυναμική της εθνικής οικονομίας δεν αφήνει περιθώριο για πολλή αισιοδοξία. Ακόμη όμως σημαντικότερο είναι το γεγονός ότι ο κύκλος της ελληνικής οικονομίας -που ήδη πριν την κρίση δεν ήταν συγχρονισμένος με τους κύκλους των μεγάλων ευρωπαϊκών οικονομιών οι οποίοι εξ αντικειμένου καθορίζουν την νομισματική πολιτική της ΕΚΤ- θα αποκλίνει τώρα ακόμη περισσότερο από τον μέσο όρο της υπόλοιπης ευρωζώνης. Αυτό σημαίνει, για παράδειγμα, ότι είναι πολύ πιθανόν σε λίγα χρόνια, ενώ η Ελλάδα θα μάχεται ακόμη με την ύφεση και το χρέος, η Γαλλία και η Γερμανία να βρίσκονται σε φάση «υπερθέρμανσης» της οικονομίας τους και η ΕΚΤ, για να περιορίσει τις πληθωριστικές τάσεις, να υψώσει το βασικό της επιτόκιο στο 5%. Κάτι τέτοιο θα σημάνει αυτόματα τον στραγγαλισμό της ελληνικής οικονομίας που φυσικά θα οδηγηθεί -εάν αυτό δεν έχει ήδη συμβεί προηγουμένως στην αδυναμία να εξυπηρετήσει το χρέος της- και στην ανάγκη της αναδιάρθρωσής του. Σε μία τέτοια περίπτωση οι αρχές θα πρέπει να είναι έτοιμες, με την συνδρομή και των διεθνών οργανισμών, να προβούν σε τολμηρά βήματα, όπως είναι η έκδοση ληξιπρόθεσμα μετατρέψιμων σε ευρώ τίτλων (IOUs) για να ενισχύσουν την νομισματική κυκλοφορία και να αποφύγει η οικονομία την κατάρρευση. Με αυτό τον τρόπο η Ελλάδα θα «δανεισθεί από τον εαυτό της», φυσικά χωρίς καμμία επιβάρυνση επιτοκίου, προκειμένου να κερδίσει χρόνο για να διευθετήσει το ζήτημα του χρέους της. Επιπλέον, εφ’ όσον η παραμονή της Ελλάδας στην ΟΝΕ θα έχει πλέον καταστεί αφόρητη, μία επιτυχημένη έκδοση και χρήση των μετατρέψιμων τίτλων θα προσφέρει και την απαραίτητη «γέφυρα» για επιστροφή στο συναλλαγματικό σύστημα της δραχμής, υπό την προϋπόθεση βεβαίως ότι όλοι όσοι υποστηρίζουν την συμμετοχή στο ευρώ ακόμη και σήμερα, με την ψευδαίσθηση ότι αυτό καθιστά την χώρα πιο “ισχυρή” και “ευρωπαϊκή”, θα έχουν τότε αντιληφθεί το σφάλμα τους.

10. Είναι ύψιστη ανευθυνότητα και μωρία να μετατρέπεται η οιονεί χρεοκοπία της χώρας σε πεδίο δημαγωγίας για μικροπολιτικές σκοπιμότητες. Η κρίση δεν θέτει σε αμφισβήτηση μόνο όλα τα οικονομικά επιτεύγματα της μεταπολεμικής περιόδου αλλά και την ίδια την εθνική ασφάλεια, με όρους και συνθήκες που δεν είχαν υπάρξει ποτέ μέχρι σήμερα. Ας αναλογισθεί κανείς την εικόνα της Ελλάδας μετά από δέκα χρόνια εάν οι κάτοικοί της (συμπεριλαμβανομένων και των πολιτικών τους ταγών) δεν συναινέσουν και δεν συμπράξουν σήμερα στην λήψη των απολύτως απαραίτητων μέτρων για την εύρεση διεξόδου αλλά και αν δεν συνειδητοποιήσουν την ανάγκη για ανάπτυξη του αισθήματος συλλογικής υπευθυνότητας που μέχρι στιγμής απουσιάζει πλήρως από την κοινωνία μας: σε δέκα χρόνια, λοιπόν, η Ελλάδα θα είναι μία χώρα το έδαφος της οποίας θα διατρέχουν 4 με 5 εκατομμύρια παράνομοι μετανάστες, η οποία θα περιβάλλεται από ισχυροποιημένες και όχι πάντα ιδιαίτερα φιλικές χώρες, και η οποία θα βρίσκεται σε κατάσταση κοινωνικής, οικονομικής, διοικητικής και ηθικής αποσύνθεσης. Θα είναι ο υπαρκτός ορισμός του failed state, και ο καθένας μπορεί να συμπεράνει τι ακριβώς συνεπάγεται αυτό.

———————————————————————————————————–

Βιβλιογραφικὴ σημείωση – Ἱστορικὸ δημοσιεύσεως

. A. Ιωάννου, «Πλάνες και ανακρίβειες για την κρίση», ελτίο Ανάλυσης, Επιστημονικό Κέντρο Ανάλυσης και Σχεδιασμού, Υπουργείο Εξωτερικών, τεύχος 59, σ. 25-32, Απρίλιος 2010.

Advertisements